Καταστροφή των Ψαρών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Καταστροφή των Ψαρών
Ελληνική Επανάσταση του 1821
Gysis Nikolaos After the destruction of Psara.jpg
«Μετά την καταστροφή των Ψαρών». Έργο του Νικόλαου Γύζη
Χρονολογία 21 Ιουνίου 1824
Τόπος Ψαρά
Έκβαση ήττα των Ελλήνων και καταστροφή της νήσου
Εμπλεκόμενες πλευρές
Ηγετικά πρόσωπα
Ψαρά: τοπική αρχή του νησιού
Θεσσαλομακεδόνες:Γούλας Κασάνδριος, Σλαβούνος Ράδος
Οθωμανοί:
Αλβανοί: Ισμαήλ Πασά Πλιάσας, Μπανιούς Σέβρανης
Δυνάμεις
κάτοικοι του νησιού + 600 Θεσσαλομακεδόνες
Οθωμανικός στόλος με 10.000 στρατό, εκ των οποίων 3.000 Αλβανοί
Απώλειες
φοβερές απώλειες, άλωση του νησιού, προσφυγή των κατοίκων στην Μονεμβασία και από εκεί στην Αίγινα

Καταστροφή των Ψαρών αποκαλείται η άλωση των Ψαρών και η σφαγή των κατοίκων τους από τον Οθωμανικό Στρατό τον Ιούνιο του 1824, κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Η εξέλιξη των γεγονότων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Ψαρά, το ισχυρό αυτό προπύργιο απέναντι του Οθωμανικού στόλου και των Οθωμανών, ήταν λόγω της γεωγραφικής της θέσης, των τολμηρών κατοίκων της και των συχνών αποβάσεων ο τρόμος των Οθωμανών και επέσυρε συνεχώς την οργή και εκδίκησή τους. Έτσι τον Ιούνιο του 1824 η Οθωμανική Κυβέρνηση αποφάσισε να στείλει κατά των Ψαρών τον Οθωμανικό στόλο, τον οποίο εφοδίασε με δέκα χιλιάδες στρατό προς αποβίβαση. Από αυτούς, οι τρεις χιλιάδες ήταν εκλεκτοί Αλβανοί υπό τους Ισμαήλ Πασά Πλιάσα και Μπανιούς Σέβρανη, τους οποίους είχε στείλει ο Κιουταχής Ρεσίτ Μεχμέτ Πασάς στην Κωνσταντινούπολη κατά διαταγή του Σουλτάνου.

Η επιτόπια αρχή της νήσου όταν έμαθε την προετοιμασία των Τούρκων έκανε συνέλευση, αλλά διχογνώμησε, διότι άλλοι υποστήριξαν ότι η υπεράσπιση έπρεπε να γίνει με τον στρατό της ξηράς, ενώ άλλοι ήθελαν να χρησιμοποιήσουν και πλοία. Οι μεν πρώτοι πρότειναν μάλιστα να αφαιρέσουν τα πηδάλια από τα πλοία για να ενισχύσουν την απόγνωση των αγωνιστών και να τους κάνουν να πολεμήσουν πιο γενναία. Αυτή η γνώμη υπερίσχυσε και οδήγησε στην απώλεια των Ψαρών.

Στις 19 Ιουνίου έφτασε ο Οθωμανικός στρατός απέναντι των Ψαρών και μετά από δύο ημέρες έκανε απόβαση πίσω από την πόλη, στο πιο δύσβατο μέρος του νησιού. Μετά από αυτό, ο στόλος τέθηκε μπροστά στην πόλη. Οι Οθωμανοί σκορπίστηκαν ανενόχλητοι σε όλο το νησί και ήρθαν σε πόλεμο με τους κατοίκους, σφάζονταν ανηλεώς. Οι κάτοικοι του νησιού πολέμησαν όντως με μεγάλη καρτερία και απελπισία. Η πάλη ήταν τόσο φοβερή, που τα πτώματα των πεσόντων κάλυψαν το έδαφος. Οι Τούρκοι, ως πιο πολυάριθμοι υπερίσχυσαν, και κυρίευσαν την πόλη εκτός του φρουρίου, το οποίο αντιστεκόταν με μεγάλη φρουρά, εκ των οποίων 600 ήταν Θεσσαλομακεδόνες υπό των Γούλα Κασάνδριο και Σκλαβούνο Ράδο. Η φρουρά αυτή αντιστάθηκε γενναία για δύο ημέρες, μέχρι που έπεσε βόμβα στη δεξαμενή νερού και την διέρρηξε. Όταν ο εχθρός όρμησε στο φρούριο, οι πολιορκημένοι έβαλαν φωτιά στην πυριτιδαποθήκη και ανατίναξαν στον αέρα τα οχυρώματα, τους εαυτούς τους και όσους Τούρκους βρίσκονταν στο φρούριο. Μετά την πτώση του φρουρίου και την ολοκληρωτική ήττα των νησιωτών ακολούθησαν σφαγές τραγικότατες, αιχμαλωσία, αρπαγές, πυρπόληση και γενική καταστροφή του νησιού. Όσοι μπόρεσαν να διασχίσουν τον εχθρό μπήκαν στα πλοία, από τα οποία λόγω της απόφασης που είχε παρθεί από την αρχή, πολλά δεν είχαν πηδάλιο, και μέσα από τα πλοία του εχθρού έφυγαν στα νησιά του Αιγαίου.

Το χρονικό της καταστροφής των Ψαρών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τούρκος ναύαρχος Χοσρέφ πασσάς που ήταν επιφορτισμένος με την ευθύνη της εκστρατείας είχε πετύχει να πληροφορηθεί λεπτομέρειες για την οχύρωση των Ψαρών από κατασκόπους του που είχαν εγκατασταθεί από καιρού στο νησί και του είχαν στείλει αναλυτικούς χάρτες. Τα πλοία του τουρκικού στόλου, υπερέβαιναν (μαζί με τα βοηθητικά πλοιάρια κλπ) τον αριθμό των 200 καραβιών. Επιπλέον, ήταν στελεχωμένα με ευρωπαίους κυβερνήτες, οι οποίοι είχαν έρθει από τη Σμύρνη μέσω του εκεί εδρεύοντος γαλλοτουρκικού κομιτάτου. Το απόγευμα της 20ης Ιουνίου ο τουρκικός στόλος κατέπλευσε στα ανοικτά των Ψαρών. Ενεργήθηκαν δυο αποβατικές προσπάθειες από βορρά στην περιοχή της Κάναλου μέχρι και αργά τη νύχτα της ίδιας μέρας, αλλά αποκρούστηκαν με επιτυχία από τη φρουρά του νησιού. Εν τω μεταξύ, προτάσεις γάλλου αξιωματούχου που επέβαινε σε γαλλικό πολεμικό σκάφος, με το οποίο θα δινόταν η ευκαιρία φυγάδευσης για τουλάχιστον τα μέλη της εντόπιας Βουλής δεν έγιναν αποδεκτές και οι Ψαριανοί βουλευτές δήλωσαν αποφασισμένοι να μην εγκαταλείψουν τους συμπατριώτες τους.

Οι Τούρκοι επέμειναν στις προσπάθειές τους να δημιουργήσουν ένα προγεφύρωμα στο νησί και την τρίτη φορά το πέτυχαν. Με πολλή οργάνωση και μεθοδικότητα, προσέγγισαν τον ελάχιστα φυλασσόμενο από τους νησιώτες όρμο του Ερινού, στα βορειοανατολικά και αποβίβασαν με επιτυχία ένα ισχυρότατο σώμα από 3.000 έμπειρους Τουρκαλβανούς υπό τους Ισμαήλ Πιάσσα και Πασόμπεη, οι οποίοι και τελικά έκαμψαν την αντίσταση των υπερασπιστών Θεσσαλομακεδόνων. Σύντομα οι ελληνικές μάχιμες δυνάμεις (1.300 ντόπιοι, 700 πάροικοι και 1.000 περίπου μισθωτοί άνδρες από Β. Σποράδες, Εύβοια και Μακεδονία, σύνολο 3.000 στρατιώτες) βρέθηκαν μεταξύ δυο πυρών και αναγκάσθηκαν να υποχωρήσουν προς το εσωτερικό, καταδιωκόμενοι από υπερτριπλάσιο αριθμό αντιπάλων. Στα πυροβολεία της περιοχής Φτελί δόθηκαν σκληρές μάχες, έως ότου και οι ελάχιστοι διασωθέντες έβαλαν φωτιά στην πυριτιδαποθήκη και ανατινάχθηκαν μαζί με πολλούς εισβολείς που τους είχαν περικυκλώσει.

Οι άμαχοι (ντόπιοι και πρόσφυγες από Χίο, Κυδωνίες και Μοσχονήσια) εγκατέλειψαν πανικόβλητοι την πρωτεύουσα σπεύδοντας προς τα παράλια για να σωθούν βρίσκοντας καταφύγιο στα παροπλισμένα λόγω της αφαίρεσης των πηδαλιών τους, ελληνικά καράβια. Περισσότερα από τα γυναικόπαιδα σφαγιάσθηκαν καθ’ οδόν από τους διώκτες τους Οθωμανούς. Ωστόσο, αρκετά ελληνικά σκάφη κατόρθωσαν να ξεφύγουν και να διασωθούν, έμφορτα από ναύτες και αμάχους.

Το τελευταίο αμυντικό προπύργιο των Ψαρών ήταν το λιμάνι του Παλαιοκάστρου. Εκεί βρίσκονταν 150 Έλληνες μαχητές, ενισχυμένοι από κανόνια και πυροβόλα τα οποία είχαν τοποθετηθεί σε ισχυρή οχυρωματική θέση, η οποία περιελάμβανε τους αυλόγυρους των εκκλησιών του Αγίου Ιωάννη και της Αγίας Άννας. Ύστερα από ολονύκτια (21ης προς 22α Ιουνίου) πολιορκία, οι Τούρκοι μπόρεσαν να αναρριχηθούν επί των τειχών μόλις το απόγευμα της δεύτερης ημέρας, για να ακολουθήσουν συμπλοκές εκ του συστάδην. Και εδώ η τελική απόφαση των αμυνομένων ήταν ο θάνατος παρά η αιχμαλωσία, έτσι ανατίναξαν τις δυο αποθήκες με πυρομαχικά που υπήρχαν και τινάχθηκαν στον αέρα μαζί με πολλούς εισβολείς.

Απώλειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τους περίπου 7.000 γηγενείς που αποτελούσαν τον ντόπιο πληθυσμό των Ψαρών σφαγιάσθηκαν περισσότεροι απ’ τους μισούς ενώ 3.500 διέφυγαν. Όσον αφορά στην τύχη των προσφύγων (συνολικά 25.000 άνθρωποι) οι απώλειες (νεκροί και αιχμαλωτισθέντες) έφτασε στους 15.000 Ο Χοσρέφ πασσάς, θέλοντας να προσφέρει αδιαφιλονίκητα διαπιστευτήρια της νίκης του κατά των Ψαρών, έστειλε στην Κπόλη 500 κεφάλια Ψαριανών και 1.200 αυτιά, όπως και τις δυο σημαίες του νησιού που έπεσαν στα χέρια των ανδρών του. Οι νεκροί τούρκοι στρατιώτες υπολογίστηκαν σε 2.000.


Η Ελληνική κυβέρνηση όταν έμαθε το δυστύχημα των Ψαριανών έσπευσε να δώσει στους διασωθέντες κάποια περίθαλψη, και προσωρινά τους παραχώρησε την Μονεμβασία για να κατοικήσουν. Οι πρόσφυγες αργότερα πήγαν στην Αίγινα και εξακολούθησαν τον αγώνα κατά του εχθρού και υπέρ της απελευθέρωσης της Ελλάδας.

Μετά την καταστροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την καταστροφή των Ψαρών, ο Οθωμανικός στόλος έπλευσε στη Μυτιλήνη. Στις 3 Ιουλίου η Ελληνική Μοίρα με αρχηγό τον Μιαούλη ξημέρωσε έξω από τα Ψαρά και αποβίβασε 300 ναύτες. Οι Οθωμανοί που είχαν παραμείνει στο νησί όταν είδαν τους Έλληνες διακόσιοι κλείστηκαν σε μερικά σπίτια, οι υπόλοιποι τρέξαν στα πλοία, έκοψαν τις άγκυρες και, αποπλέοντας βρέθηκαν ανάμεσα στον Ελληνικό στόλο. Τότε άλλαξαν πορεία και έριξαν τα πλοία στην στεριά και τα έκαψαν. Στις 7 Ιουλίου εμφανίστηκε όλος ο εχθρικός στόλος. Οι Έλληνες απέπλευσαν στην Σάμο στις 14 Ιουλίου και μετά απέπλευσαν διότι τους τελείωσαν οι τροφές. Οι δε Οθωμανοί παρέλαβαν τους Τούρκους που είχαν απομείνει στα Ψαρά και έφυγαν για την Μυτιλήνη.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]