Ξεσηκωμός της Πάτρας (1821)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το Κάστρο της Πάτρας περί το 1829

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 βρήκε την Πάτρα, (Παλαιαί Πάτραι, την εποχή εκείνη), πρωτεύουσα της Αχαΐας, με ιδιαίτερη μητρόπολη, να είναι μια αναπτυγμένη πόλη με αξιόλογο εμπορικό λιμένα με κατ΄εξοχή ελληνικό πληθυσμό, Επτανήσιους, λιγότερο Τούρκους και ελάχιστους Αλβανούς, αποτελώντας και έδρα προξενείων του Μωριά όπως της Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας.

Ιστορικό της εξέγερσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αμέσως μετά το ξέσπασμα της επανάστασης στα Καλάβρυτα που γενικεύτηκε στις 21 Μαρτίου του 1821 με την κατάληψη της πόλης, άρχισε να εκδηλώνεται ένας έντονος αναβρασμός στην πόλη της Πάτρας με απειλές κατά των Ελλήνων. Στις 22 Μαρτίου, κατ΄ άλλους 23, Τούρκοι εξαγριωμένοι αφού μετέφεραν την προηγουμένη τις οικογένειές τους στο κάστρο της πόλης και ενισχυόμενοι από 150 ομοεθνείς τους από το φρούριο του Ρίου, που προηγουμένως οι τελευταίοι είχαν μεταβεί σε κάποιο ρακοπωλείο και σκότωσαν τον ρακοπώλη[1] ξεχύθηκαν στην πόλη και πυρπόλησαν την οικία του προεστού Ι. Παπαδιαμαντοπούλου βάζοντας φωτιά και στα γύρω οικήματα, τρομοκρατώντας τον ελληνικό πληθυσμό. Ταυτόχρονα τα κανόνια του κάστρου άρχισαν να βάλουν κατά της μητρόπολης και άλλων σημείων της Άνω πόλης με αποτέλεσμα ν΄ ακολουθήσει ένα χάος.[2]
Τότε βρίσκονταν στην Πάτρα πολλοί Επτανήσιοι, μεταξύ των οποίων και Φιλικοί. Αυτοί βλέποντες τις φλόγες και τους πυροβολισμούς οπλίστηκαν και οχυρώθηκαν σε διάφορα μέρη. Μερικοί, μαζί με Πατρινούς, προχώρησαν προς την περιοχή Τάσι όπου συνήθως μαζεύονταν Τουρκοι. Εκεί συγκρούστηκαν για πρώτη φορά και σκοτώθηκε ο Κεφαλλονίτης Βασίλης Ορκουλάτος. Από εκεί αποσύρθηκαν προς την ενορία του Αγ. Γεωργίου. Από το βράδυ της ίδιας μέρας άρχισαν να αποσύρονται προς τα πλοία οι πρόξενοι ευρωπαϊκών κρατών για να σωθούν από την οργή των Τούρκων. Την ίδια μέρα εμφανίστηκε στο προσκήνιο ένοπλος ο ηρωικός τσαγκάρης Παναγιώτης Καρατζάς ο οποίος είχε αποκτήσει φήμη λόγω της ανδρείας και του πατριωτισμού του. Αυτός, θέλοντας να δώσει χρόνο στους Πατρινούς να απομακρύνουν τις οικογένειες και τα πράγματά τους, συνεννοήθηκε με τους Επτανήσιους Βαγγέλη Λιβαδά, (έμπορο), Νικόλαο Γερακάρη (φαρμακοποιό) και άλλους, και το βράδυ βγήκαν στους δρόμους φωνάζοντας "γρηγορείτε", ώστε οι Τούρκοι να νομίσουν ότι οι Έλληνες είναι πολλοί και σε επαγρύπνηση και να μήν τολμήσουν νυχτερινή έφοδο. Ο άμαχος πληθυσμός κυρίως γυναικόπαιδα, έτρεχε στη "Ντογάνα" (=Τελωνείο) μπαίνοντας στη θάλασσα μέχρι το λαιμό ζητώντας να σωθεί από τα ελλιμενισμένα εκεί πλοία. Την επομένη (22 Μαρτίου) οι Τούρκοι βρέθηκαν όλοι συγκεντρωμένοι στο κάστρο της Πάτρας απ' όπου κανονιοβολούσαν την πόλη. Σύντομα, οι σημαντικοί Αχαιοί της γύρω περιοχής άρχισαν να εισέρχονται στην πόλη με όσους οπλοφόρους μπόρεσε να συγκεντρώσει ο καθένας. Πρώτος εισήλθε περί το μεσημέρι ο Παπαδιαμαντόπουλος και μετά από αυτόν ο Λόντος με κόκκινη σημαία με μαύρο σταυρό. Κατά τον Τρικούπη την ίδια ημέρα εισήλθαν στην Πάτρα και ο Π. Πατρών Γερμανός, ο επίσκοπος Κερνίτσης, ο Ζαΐμης και ο Ρούφος, ακολουθούμενοι από πλήθος οπλοφόρων και ροπαλοφόρων. Με την είσοδό τους οι Πατρινοί και άλλοι Έλληνες ζητωκραύγαζαν με ενθουσιασμό "Ζήτω η ελευθερία, ζήτωσαν οι αρχηγοί, και εις την Πόλιν να δώση ο Θεός".[3]

Με ιδιαίτερη ζωντάνια και υποβλητικότητα των δραματικών εκείνων εξελίξεων που συνέβαιναν στην Πάτρα περιγράφει στο ημερολόγιό του ο εκεί τότε πρόξενος της Γαλλίας Ούγος Πουκεβίλ (αδελφός του Φρανσουά Πουκεβίλ). Μόνο ως προς την ημερομηνία έναρξης των γεγονότων έχει υπάρξει διαφωνία με τους ιστορικούς. Γράφει λοιπόν ο Πουκεβίλ[4]:

«Πάτρα 4 Απριλίου, (δηλαδή 23 Μαρτίου 1821), το βράδυ στις 6. Η φωνή της ελευθερίας ακούεται, φωτιά έχει αρχίσει μέσα στην πόλη... Ο αέρας που σπρώχνει τις φλόγες, μας απειλεί με γενική πυρκαϊά! Ο ήλιος έχει δύσει μέσα από ένα πέπλο κοκκινωπών καπνών... Ο πάταγος των σπιτιών, που γκρεμίζονται, οι αλλεπάλληλες κανονιές από το κάστρο, το σφύριγμα και η έκρηξη μερικών βομβών, οι φωνές των γυναικών και παιδιών, πάνω από 500, που έχουν προσφύγει στο γαλλικό προξενείο, σκορπίζουν παντού την σύγχυση και τον τρόμο. Ο ουρανός, σαν πύρινος θόλος μας φωτίζει με ένα φως μαυροκίτρινο. Η ταραγμένη θάλασσα μοιάζει να κυλά κύματα από αίμα, και το μεγαλύτερο μέρος από τα πλούτη της Πάτρας συσσωρεύονται στα δωμάτιά μου».

Στο μεταξύ ο Νικόλαος Λόντος κάλεσε τον Παλαιών Πατρών Γερμανό Γ΄ που ήταν στα Καλάβρυτα[5], καθώς και όλους τους οπλαρχηγούς της περιοχής, να σπεύσουν με τις ομάδες τους προς βοήθεια των Πατρινών. Έτσι τις ημέρες που ακολούθησαν άρχισαν να συρρέουν στην Πάτρα οπλισμένοι χωρικοί με τους αρχηγούς τους και να παίρνουν μέρος στον Αγώνα της πολιορκίας του Κάστρου.

Ορκωμοσία αγωνιστών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την επομένη των παραπάνω γεγονότων (στις 23 Μαρτίου, κατ΄ άλλους στις 24 Μαρτίου) κατέφθασαν στην Πάτρα οι πρόκριτοι με τις ομάδες τους Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, ο Ανδρέας Λόντος, ο Μπενιζέλος Ρούφος, ο Ανδρέας Ζαΐμης, ο Σωτήριος Θεοχαρόπουλος, ο Επίσκοπος Κερνίτσης και Καλαβρύτων Προκόπιος και ο μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός Γ΄ επικεφαλής πολυάριθμων επαναστατών, περίπου 1000, όπου και ο τελευταίος, στήνοντας έναν σταυρό στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου, όρκισε τους παραπάνω αγωνιστές. Στο τέλος της τελετής εκείνης ακούσθηκαν οι ζητωκραυγές "Ελευθερία ή Θάνατος" καθώς "Και στην Πόλη να δώσει ο Θεός".
Την είσοδο του Γερμανού στην Πάτρα την 25 Μαρτίου επικεφαλής χιλιάδων ενόπλων αναφέρουν προς τους προϊσταμένους τους και οι πρόξενοι της Σουηδίας-Νορβηγίας και της Ολλανδίας στην Πάτρα. Ο πρώτος αναφέρει ότι ο Γερμανός και άλλοι προύχοντες "ενεφανίσθησαν και πάλιν" (την 25/3) χωρίς να εξηγείται εκεί τί εννοεί. Ο πρόξενος της Ολλανδίας αναφέρει ότι την ίδια μέρα οι επαναστάτες εχάραξαν σταυρό στην πλατεία του Αγ. Γεωργίου με τις λέξεις “Νίκη ή θάνατος”.[6]

Ο πίνακας του Βρυζάκη: Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί την σημαία της επανάστασης.

Κατ' άλλες πηγές της εποχής η εν λόγω ορκωμοσία έγινε την 25η Μαρτίου του 1821 (όπως είχε οριστεί από την Φιλική Εταιρεία) στην Μονή της Αγίας Λαύρας. Ιστορικοί του 20ου αιώνα αμφισβητούν αυτό το γεγονός (βλέπε λεπτομέρειες στο άρθρο Δοξολογία στην Αγία Λαύρα). Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι η ορκωμοσία στην Αγία Λαύρα ναι μεν είναι πραγματικό γεγονός, αλλά πραγματοποιήθηκε όχι την 25 Μαρτίου αλλά την 17 Μαρτίου 1821, και ασφαλώς είναι το γεγονός που ενέπνευσε το 1851 τον εθνικό ζωγράφο Θ. Βρυζάκη να φιλοτεχνήσει τον περίφημο πίνακά του με θέμα την ορκωμοσία των αγωνιστών. Άλλωστε στον πίνακα αυτό ο Π. Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης μπροστά στην Ωραία Πύλη μικρού ναού, και όχι στην ύπαιθρο όπως έγινε στην περίπτωση της Πάτρας. Όσοι απορρίπτουν την άποψη αυτή τείνουν να ταυτίζουν ακόμα και τα πρόσωπα που απεικονίζονται στο συγκεκριμένο πίνακα με κάποιους από τους πρωταγωνιστές του ξεσηκωμού της Πάτρας. Έτσι λοιπόν σύμφωνα με ανώνυμο παρατηρητή στον πίνακα διακρίνονται από αριστερά προς τα δεξιά, πρώτος ο Μπ. Ρούφος να ορκίζεται υψώνοντας το χέρι, δίπλα του ο Λόντος φέροντας τη σημαία, (που είχε υψώσει στο Αίγιο), πίσω τους διάφοροι άλλοι Πατρινοί αγωνιστές, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός Γ΄ ευλογώντας τη σημαία, δεξιότερα ο τότε διάκος και μετέπειτα επίσκοπος Πατρών Θεόφιλος, ο επίσκοπος Κερνίτσης και Καλαβρύτων Προκόπιος (μη συλλειτουργών), προ αυτών πιθανώς οι αδελφοί Καλαμογδάρτες και δεξιότερα όλων ο Ανδρέας Ζαΐμης.

Αχαϊκόν Διευθυντήριον - Διακήρυξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αμέσως μετά συγκροτήθηκε η πρώτη επαναστατική Αρχή της Αχαΐας, το λεγόμενο "Αχαϊκόν Διευθυντήριον", με σκοπό την φροντίδα του επαναστατικού αγώνα στη ΒΔ. Πελοπόννησο, η οποία και επέδωσε "Προς τους εν Πάτραις προξένους των ξένων επικρατειών" προκήρυξη (μανιφέστο) με ημερομηνία 26 Μαρτίου δια της οποίας τονίζονταν η απόφαση των Ελλήνων "ν΄ απελευθερωθούν ή ν΄ αποθάνουν" και στη συνέχεια ακολουθούσε διεθνής έκκληση για συνδρομή στον ελληνικό Αγώνα. Την διακήρυξη υπογράφουν κατά σειρά οι: Αρχιεπίσκοπος Πατρών Γερμανός, Επίσκοπος Καλαβρύτων Προκόπιος, Ανδρέας Ζαΐμης, Ανδρέας Λόντος, Μπενεζέλος Ρούφος, Παπαδιαμαντόπουλος και Σωτηράκης (Σωτήριος Θεοχαρόπουλος).
Μετά άρχισε η στενή πολιορκία του κάστρου της Πάτρας στην οποία και διακρίθηκαν εκτός των παραπάνω αγωνιστών οι Πατρινοί Π. Καρατζάς, οι αδελφοί Κουμανιώτες, ο Ν. Λόντος, οι Καλαμογδάρτες κ.ά.
Την διακήρυξη αυτή αναφέρει στους ανωτέρους του και ο Άγγλος πρόξενος Φ. Γκρην και μεταγράφει στο ιστορικό δοκίμιο που έγραψε επί των γεγονότων αυτών[7]. Σημειώνεται ότι και οι Τούρκοι ζήτησαν από τους προξένους της Πάτρας την επέμβασή τους προκειμένου να συνετίσουν τους Έλληνες και να παραδώσουν τα όπλα, μάταια όμως, εκτός του Άγγλου προξένου Φίλιπ Γκρήν, που διευκόλυνε τα μέγιστα στην έλευση τουρκικών δυνάμεων για την αποκατάσταση της τάξης.

Εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μνημείο για την ελληνική επανάσταση (1821-1830).

Λίγες μέρες αργότερα στις 3 Απριλίου (Κυριακή των Βαΐων) και με υπόδειξη του Άγγλου προξένου, κατέφθασε στην Πάτρα ο Τούρκος στρατηγός Γιουσούφ Σέρεζλης ο οποίος και έλυσε την πολιορκία που επιχειρούσαν οι Έλληνες στο κάστρο ενώ ακολούθησε αυτόν στη συνέχεια ο Μουσταφά μπέης που κατευθύνθηκε προς το Αίγιο και την Τριπολιτσά. Επαναλήφθηκαν κάποιες περιορισμένες χρονικά πολιορκίες του κάστρου μέχρι τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Στη συνέχεια ακολούθησαν τον επόμενο χρόνο εντονότερα γεγονότα από τον Θ. Κολοκοτρώνη που αφορούσαν ευρύτερη περιοχή και όχι το κάστρο. Κατόπιν αυτών η Πάτρα, αν και επαναστάτησε σχεδόν πρώτη, παρέμεινε υπό την κυριαρχία των Οθωμανών σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης, μέχρι τις 7 Οκτωβρίου 1828 που παραδόθηκε από τους Τούρκους τελευταία, στο γαλλικό στράτευμα του Ν.Μαιζών.

Γεγονός είναι ότι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης επιθυμούσε μετά την απελευθέρωση της Τριπολιτσάς την απελευθέρωση ολόκληρης της Πελοποννήσου και βέβαια της Πάτρας. Η κυβέρνηση ήθελε να τον ορίσει αρχηγό της πολιορκίας, αλλά οι τοπικοί άρχοντες δεν το δέχονταν. Όμως, τον χρειάστηκαν τον Φεβρουάριο του 1822, όταν ο τουρκικός στόλος αποβίβασε χιλιάδες στρατό στην πόλη της Πάτρας. Γρήγορα, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης συγκέντρωσε 6.000 στρατό και κατάφερε να περιορίσει όλους τους Τούρκους στο κάστρο, στην περίφημη μάχη του Γηροκομείου.

Το οριστικό τέλος της πολιορκίας έφερε η ήττα του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου στο Πέτα και η εκστρατεία του Δράμαλη στην Πελοπόννησο.

Παρατηρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μετά από τις παραπάνω δυναμικές κινητοποιήσεις στην Πάτρα δεν ακολούθησε καμία άλλη τοπική δραστηριότητα ή οργάνωση του Αγώνα στην περιοχή τόσο της πόλης όσο και ευρύτερα, στην Αιγιαλεία και τα Καλάβρυτα (περιοχές που ήταν ήδη ελεύθερες). Το δε Αχαϊκόν Διευθυντήριον, ειδικά μετά τη μάχη του Λάλα επισκιάσθηκε από την Πελοποννησιακή Γερουσία. Εικάζεται ότι αμέσως μετά τα παραπάνω συμβάντα θα έφθασε στο Ρωσικό Προξενείο της Πάτρας είδηση περί της αποκήρυξης του Α.Υψηλάντη από τον Τσάρο καθώς και ο αφορισμός του από τον Πατριάρχη, από την οποία να προκλήθηκε απογοήτευση και ανησυχία, που όμως, όπως αποδείχθηκε, γρήγορα ξεπεράστηκαν από την ορμή που είχαν πάρει ήδη οι επαναστατικές κινητοποιήσεις.
  • Προς τιμή του Παλαιών Πατρών Γερμανού Γ΄ έχει ανεγερθεί σπουδαίος ανδριάντας του επί μαρμάρινου βάθρου στην πλατεία Ψηλά Αλώνια της Πάτρας.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου τομ.15ος, σελ.612
  2. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britanica τομ.48ος, σελ.252.
  3. Τρικούπης Σπ., Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, έκδ. 1853, σ. 79 κ.ε.
  4. Α. Βακαλόπουλου "Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης" (Αθήναι 1971) σελ.63
  5. Γ. Βαλέτας (εκδότης) (1962) "Δημητρίου Ανιάνος Άπαντα Απομνημονεύματα Καραϊσκάκη και άλλων αγωνιστών", Εκδόσεις "Ο.Ε.Ε. Άτλας", Αθήνα, 1962, σελ. 370, 371.
    "Οι κατά τας Πάτρας κατοικούντες Οθωμανοί βλέποντες επιβαρυνόμενον πανταχόθεν τον πολιτικόν ορίζοντα και θέλοντες να ασφαλισθώσιν απέναντι της επαπειλουένης καταιγίδος, μετέφερον τας οικογενείας αυτών εις το φρούριον .... Το βίαιον τούτο μέτρον των Τούρκων (δηλ. πυρπόληση οικιών) έδωκεν εις όλους τους χριστιανούς κατοίκους να εννοήσωσιν εις όν ευρίσκονται κίνδυνον, και ... επεκαλέσθησαν δια του εκεί έτι διαμένοντος ιεράρχου αυτών (εννοεί τον Π.Π.Γ.) την σύμπραξιν των Καλαβρυτινών, δια να διασώσωσι τας οικογενείας των ... Ο Γερμανός ... έσπευσε να δράμη εις βοήθειαν, επικαλεσθείς την συνδρομήν των Καλαβρυτινών, οίτινες συνηκολούθησαν προθύμως αυτόν ... και συγκαλέσας εις πολιορκίαν της πόλεως (δηλ. της Πάτρας)..."
  6. Ζώρας Θ. Γεώργιος, Αι κατά πληροφορίας του Ολλανδικού Προξενείου πρώται επαναστατικαί εκδηλώσεις εν Πάτραις το 1821. Πρακτικά του Α' εν Πάτραις Τοπικού Συνεδρίου Αχαϊκών Σπουδών, περιοδικό “Πελοποννησιακά”, Παράρτημα 1, 1974 σελ. 194- 215.
    Σελ. 200: Επιστολή Λουδοβίκου Στράνη, προξένου του Βασιλέως της Σουηδίας και Νορβηγίας στην Πάτρα, προς τον Ιππότην, πρεσβευτή αυτού του Βσιλέως στην Κωνσταντινούπολη. 8 Απριλίου 1821 (νέο ημ.): “Ο αρχιεπίσκοπος της επαρχίας ταύτης (εννοεί τον Γερμανό), εκείνος των Καλαβρύτων ως και τρεις προύχοντες, οίτινες είχον αρνηθή να μεταβούν εις την Τρίπολιν, όπου είχον κληθή υπό της κυβερνήσεως, ενεφανίσθησαν και πάλιν προχθές, τώρα δε ευρίσκονται εις την πόλιν και διευθύνουν τα πράγματα."
    Σελ. 212. Επιστολή του Jean Solair, αναπληρωτή του Ολλανδού προξένου στην Πάτρα προς τον εν Κωνσταντινουπόλει Ολλανδό επιτετραμένο G. Testa, 5 Μαΐου (23 Απρ. π.ημ.). “Την 6η (Απριλίου / 25 Μαρτίου π.ημ.) ο αρχιεπίσκοπος Πατρών, ονόματι σεβασμιώτατος Γερμανός εισήλθεν επίσης εις αυτήν με 4.000 Έλληνας. Ούτος ενήργει ως αρχηγός των επαναστατών και ως κυβερνήτης της πόλεως. Βοηθοί και συνεργάται του ήσαν οι Ανδρέας Ζαΐμης εκ Καλαβρύτων, ο Ανδρέας Λόντος εκ Βοστίτσας, και ο Νικόλαος Λόντος εκ Πατρών. ... Οι επαναστάται εχάραξαν σταυρόν εν τω μέσω της πλατείας του Αγίου Γεωργίου με τας λέξεις “Νίκη ή θάνατος”.
  7. Sketches of the War in Greece: In a Series of Extracts, by Philip James Green, R. L. Green. Published 1827. T. Hurst and Co. London.) σελίδες 9, 10 κ.ε. Η Διακήρυξη της Επανάστασης στη σελ. 271.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου" τομ.15ος, σελ.612
  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica" τομ.48ος, σελ.252
  • Απ. Βακαλόπουλος "Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821" Αθήναι 1971, σελ.63-65.
  • Γεώργιος Ζώρας, Αι κατά πληροφορίας του Ολλανδικού Προξενείου πρώται επαναστατικαί εκδηλώσεις εν Πάτραις το 1821. Πρακτικά του Α' εν Πάτραις Τοπικού Συνεδρίου Αχαϊκών Σπουδών, περιοδικό “Πελοποννησιακά”, Παράρτημα 1, 1974 σελ. 194- 215
  • Κυριάκος Σιμόπουλος,Πως είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του 21,1ος τόμος 1821-1822, εκδ,Στάχυ, Αθήνα, 1999,σελ.183-220