Πρωτόκολλο του Λονδίνου (1829)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, το οποίο υπογράφηκε στις 22 Μαρτίου 1829, ήταν μια συμφωνία μεταξύ των τριών Μεγάλων Δυνάμεων (Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία), με την οποία τροποποιήθηκε το πρώτο Πρωτόκολλο του Λονδίνου για τη δημιουργία ενός εσωτερικά αυτόνομου, αλλά υποτελούς ελληνικού κράτους υπό Οθωμανική επικυριαρχία. [1]

Συνέπεια της Ελληνικής Επανάστασης, που είχε αρχίσει το 1821, και της παρέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων στη σύγκρουση που πραγματοποιήθηκε στη ναυμαχία του Ναβαρίνου (1827) ήταν η δημιουργία μιας υποτυπώδους μορφής ελληνικού κράτους στη νότια Ελλάδα. Το 1827, η Γ' Εθνοσυνέλευση ανέθεσε τη διακυβέρνηση του νεοσύστατου κράτους στον Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος έφτασε στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1828. Παράλληλα με τις προσπάθειές του να θεμελιώσει ένα σύγχρονο κράτος, ο Καποδίστριας άρχισε διαπραγματεύσεις με τις Μεγάλες Δυνάμεις που αφορούσαν την έκταση και το συνταγματικό καθεστώς του νέου ελληνικού κράτους, ιδιαίτερα κατά τη Διάσκεψη των Πρεσβευτών των Μεγάλων Δυνάμεων στον Πόρο τον Σεπτέμβριο του 1828. Τον Νοέμβριο του 1828, οι Μεγάλες Δυνάμεις αφού αγνόησαν τις συστάσεις των Πρεσβευτών συμφώνησαν να υπογράψουν το πρώτο Πρωτόκολλο του Λονδίνου, με το οποίο δημιουργούνταν ένα αυτόνομο ελληνικό κράτος που περιελάμβανε μόνο την Πελοπόννησο (Μοριά) και τα νησιά των Κυκλάδων.

Στις 22 Μαρτίου 1829, ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών, Τζωρτζ Χάμιλτον - Γκόρντον, 4ος λόρδος του Άμπερντην, και οι απεσταλμένοι της Γαλλίας και της Ρωσίας, Ζυλ ντε Πολινιάκ και Χριστόφ φον Λίβεν, υπέγραψαν το δεύτερο Πρωτόκολλο του Λονδίνου, το οποίο αποδέχτηκε σε μεγάλο βαθμό τις συστάσεις των Πρεσβευτών των Μεγάλων Δυνάμεων στον Πόρο. Σύμφωνα με το πρωτόκολλο, η Ελλάδα θα γινόταν ξεχωριστό κράτος που θα απολάμβανε πλήρη αυτονομία υπό την κυριαρχία ενός χριστιανού κληρονομικού ηγεμόνα που θα επιλεγόταν από τις Δυνάμεις, αλλά θα αναγνώριζε την επικυριαρχία του Οθωμανού Σουλτάνου και θα πλήρωνε ετήσιο φόρο 1,5 εκατομμυρίου Τουρκικών πιάστρων. Τα σύνορα του νέου κράτους θα εκτείνονταν κατά μήκος της συνοριακής γραμμής του Αμβρακικού στα δυτικά έως του Παγασητικού κόλπου στα ανατολικά, περιλαμβάνοντας με αυτόν τον τρόπο την Πελοπόννησο και την Ηπειρωτική Ελλάδα, καθώς και τις Κυκλάδες. Όμως δεν συμπεριελαμβάνονταν η Κρήτη και τα άλλα νησιά του Αιγαίου όπως η Σάμος, που είχαν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης και βρίσκονταν ακόμη υπό τον ελληνικό έλεγχο.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγκάστηκε να αναγνωρίσει το πρωτόκολλο με τη Συνθήκη της Αδριανούπολης, σύμφωνα με την οποία ολοκληρώθηκε ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1828-29. Αμέσως μετά οι Δυνάμεις άρχισαν να αλλάζουν πολιτική και να στρέφονται προς την πλήρη ανεξαρτησία της Ελλάδας, η οποία αναγνωρίστηκε με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου στις 3 Φεβρουαρίου 1830.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. William Wrigley, "The Ionian Islands & the Restoration of Anglo-Ottoman Diplomacy, 1827-29" Südost-Forschunge (2010/2011), Vol. 69/70, p51-89.

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Anderson, MS The Eastern Question, 1774-1923: A Study in International Relations (1966) διαδικτυακά