Εκστρατεία του Ιμπραήμ στη Μάνη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η εκστρατεία του Ιμπραήμ στη Μάνη[1] ήταν πολεμική σύγκρουση που έλαβε χώρα το καλοκαίρι 1826 στο πλαίσιο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Ο Ιμπραήμ ως επικεφαλής των τουρκοαιγυπτιακών δυνάμεων της Πελοποννήσου επιχείρησε να καταλάβει τη Μάνη, η οποία αποτελούσε βασικό προπύργιο της Επανάστασης. Οι Έλληνες απέκρουσαν με μεγάλη επιτυχία όλες τις επιθέσεις του Ιμπραήμ και υπερασπίστηκαν αποτελεσματικά τη Μάνη, σημειώνοντας μεγάλες νίκες στις μάχες της Βέργας, του Διρού και του Πολυαράβου. Η επιτυχία αυτή των Ελλήνων συνεισέφερε καθοριστικά στην επιβίωση της Επανάστασης, καθώς κερδήθηκε πολύτιμος χρόνος εν όψει της πολιτικής επίλυσης του Ελληνικού Ζητήματος με την αναγνώριση της Ελλάδας ως ανεξάρτητου κράτους.

Αίτια - η κατάσταση της Επανάστασης μετά την άλωση του Μεσολογγίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την άλωση του Μεσολογγίου τον Aπρίλιο του 1826 από τις ενωμένες δυνάμεις του Ιμπραήμ και του Κιουταχή, η Ελληνική Επανάσταση απέμεινε να στηρίζεται σε λίγες εστίες [2]:219. Στη Στερεά Ελλάδα οι Έλληνες διατηρούσαν την Aκρόπολη των Aθηνών, ενώ στο Αιγαίο κρατούσαν η Ύδρα και οι Σπέτσες. Τα επαναστατικά προπύργια της Πελοποννήσου ήταν η περιοχή του Ναυπλίου, η Μονεμβασιά, η μονή του Μεγάλου Σπηλαίου και η Μάνη. Αν η Μάνη υποτασσόταν στον Ιμπραήμ, ο οποίος ήδη είχε επανακάμψει στην Πελοπόννησο τον Μάιο, η Επανάσταση πιθανότατα θα έσβηνε, καθώς τα λίγα υπόλοιπα προπύργιά της θα έπεφταν πολύ ευκολότερα. Aπό την άλλη πλευρά, αν η Μάνη κρατούσε, θα τροφοδοτούσε συνεχώς με το ισχυρό στρατιωτικό της δυναμικό τις δυνάμεις του Κολοκοτρώνη, θα αποτελούσε καταφύγιο για τα κυνηγημένα γυναικόπαιδα του Μοριά και θα γινόταν αγκάθι στα νώτα του Ιμπραήμ στην προσπάθειά του να καταλάβει τις υπόλοιπες ελεύθερες περιοχές της Πελοποννήσου. Συνεπώς, ο στρατηγικότατος Ιμπραήμ έθεσε τη Μάνη ως πρωταρχικό του αντικειμενικό στόχο με την επάνοδό του στην Πελοπόννησο.

Διπλωματικές προπαρασκευές - η άρνηση των Μανιατών να προσκυνήσουν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιμπραήμ αρχικά απέστειλε στις 29 Μαΐου 1826 επιστολή στον Γεωργάκη Μαυρομιχάλη, γιό του Πετρόμπεη, τον οποίο είχε πιάσει αιχμάλωτο και αφήσει ελεύθερο μετά την κατάληψη του Νεοκάστρου, με την οποία του υπενθύμισε τον όρο πού ο Μαυρομιχάλης είχε αποδεχθεί για να ελευθερωθεί, ήτοι τη συνέργειά του στο προσκύνημα των Μανιατών. Στην επιστολή, ο Ιμπραήμ δίνει διορία δέκα ημερών στον Μαυρομιχάλη να συσκεφθεί με τους υπόλοιπους αρχηγούς των Μανιατών και να προσέλθουν στην Καλαμάτα για να συνθηκολογήσουν, ειδάλλως «δεν θέλει αφήσωμεν μήτε ίχνος οσπητίου». Κατά τον Σπυρίδωνα Τρικούπη[3]:17, οι Μανιάτες αρχηγοί απάντησαν στον Ιμπραήμ ότι «ημείς σε περιμένομεν μέ όσας δυνάμεις θελήσης».

Οι δύο στρατοί – σύνθεση, οργάνωση και σημαίνοντες αρχηγοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Μανιάτες μετά την άρνησή τους να συνθηκολογήσουν άρχισαν τις στρατιωτικές προπαρασκευές. Η Μάνη είχε κρατηθεί εκτός του προηγηθέντος εμφυλίου σπαραγμού και διατήρησε έτσι αλώβητες τις δυνάμεις της εν όψει της επίθεσης του Ιμπραήμ. Ο Δικαίος Βαγιακάκος υπολογίζει τη συγκεντρωμένη δύναμη των Ελλήνων στη Μάνη σε 5.000. Στρατιωτικοί αρχηγοί των Μανιατών ήταν ο Γεωργάκης Μαυρομιχάλης, ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης (αδελφός του Πετρόμπεη), ο γιός του τελευταίου Ηλίας Μαυρομιχάλης, ο Διονύσιος Μούρτζινος, ο Τζανετάκης Γρηγοράκης, ο Aθανασούλης, ο Κουμουντουράκης, ο Πανάγος Κυβέλος και ο Νικόλαος Χρηστέας. Στη Μάνη είχαν καταφύγει και πολλοί Μεσσήνιοι πολεμιστές με αρχηγούς τον Μητροπέτροβα, τον Παπατσώνη, τον Γκρίτζαλη, τον Καμαριώτη, τον Δαρειώτη και τον Πουλόπουλο, Ήλειοι με αρχηγούς τούς Ναθαναήλ και Σπυρίδωνα Aνδρικόπουλο και 60 Κρήτες.

Ο στρατός του Ιμπραήμ αποτελούνταν από 8.000 πεζούς και ιππείς. Αν και ο στρατός αυτός ήταν τυπικά τακτικός, ωστόσο κατά τον Ε. Πρεβελάκη [4] οι Αιγύπτιοι τακτικοί του Ιμπραήμ είχαν διδαχθεί από Ευρωπαίους αξιωματικούς την πεπαλαιωμένη τότε τακτική θεωρία του 1791 και μάλιστα εσπευσμένα και χωρίς μέθοδο. Δεν υπήρχε επιτελικό γραφείο ούτε οργανωμένη επιμελητεία. Το πεζικό ήταν οργανωμένο σε συντάγματα. Τα όπλα των τακτικών ήταν μουσκέτα και καραμπίνες. Η πειθαρχία επιβαλλόταν με τον ραβδισμό. Εκτός των τακτικών, στον στρατό του Ιμπραήμ συμμετείχαν και ομάδες ατάκτων, κυρίως Aλβανών. Πέραν του πεζικού, υπήρχαν και ιππικό, πυροβολικό και μηχανικό. Το ιππικό βέβαια, πού ήταν το πιό αξιόλογο όπλο του Ιμπραήμ [2]:224, δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στην επιχείρηση εναντίον της Μάνης λόγω του εδάφους. Την γενική αρχηγία του πεζικού είχε απευθείας ο Ιμπραήμ, χωρίς να υπάρχει συντονισμός με τους ξένους αξιωματικούς.

Οι Έλληνες υπερείχαν των Αιγυπτίων σε πολεμική πείρα και σε φρόνημα, καθώς οι πρώτοι μάχονταν για την ελευθερία τους, ενώ οι δεύτεροι για τα χρήματα. Επιπλέον, οι Μανιάτες είχαν άριστη γνώση του εδάφους της περιοχής τους. Aπό την άλλη πλευρά, υστερούσαν σε πυρομαχικά, αφού τούς έλειπαν μέχρι και οι τάπες για να γεμίζουν με μπαρουτόβολα τα όπλα τους [5]:541, ενώ στερούνταν και ενιαίας ηγεσίας.

Μάχη της Βέργας (22-24 Ιουνίου 1826)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Μανιάτες, προκειμένου να δυσχεράνουν την προέλαση του Ιμπραήμ, ύψωσαν στο στενό πέρασμα του Aλμυρού, πού ελέγχει την είσοδο πρός τη Δυτική Μάνη, ένα τείχισμα που ονομάστηκε Βέργα. Το «τείχος» είχε ύψος 1,5 έως 2 μ. και μήκος περί τα 1.800 μ. και εκτεινόταν από την ακτή του Μεσσηνιακού κόλπου μέχρι τις πλαγιές του βουνού της Σελίτσας. Το κύριο σώμα του στρατού του Ιμπραήμ κινήθηκε υπό τον Κεχαγιά την αυγή της 22ας Ιουνίου 1826 πρός τη Βέργα, ενώ ο ο Ιμπραήμ ηγήθηκε ταυτόχρονης αντιπερισπαστικής ενέργειας με 1.500-2.000 άνδρες μέσω θαλάσσης. Η ενέργεια αυτή είχε στόχο να υπερκεράσει τη γραμμή άμυνας των Ελλήνων και οδήγησε στη μάχη του Διρού πού ιστορείται παρακάτω, όπου σύμφωνα με πολλές πηγές συμμετείχε και ο ίδιος ο Ιμπραήμ. Ο αντιπερισπασμός του Ιμπραήμ δεν έπιασε, διότι οι κύριες δυνάμεις των Ελλήνων παρέμειναν οχυρωμένες στην Βέργα, και έτσι η μάχη της Βέργας ξέσπασε σφοδρά.

Σύμφωνα με τον Σπυρίδωνα Τρικούπη [3]:18, οι επτά χιλιάδες Αιγύπτιοι υπό τον Κεχαγιά εφόρμησαν αρχικά τρεις φορές κατά μέτωπον, αλλά υποχώρησαν ισάριθμες φορές εξαιτίας των πυκνών και εύστοχων πυρών των Ελλήνων. Ο ίδιος ιστορικός αφηγείται ότι στη συνέχεια οι Αιγύπτιοι επιχείρησαν ελιγμό ώστε να επιπέσουν στα νώτα των Ελλήνων, αλλά απέτυχαν και πάλι, αφήνοντας 100 νεκρούς μετά από δεκάωρη μάχη, έναντι μόλις 4 νεκρών των Ελλήνων. Ο Δικαίος Βαγιακάκος [6]:29 ανεβάζει τις κατά κύματα επιθέσεις των Αιγυπτίων την 22α Ιουνίου σε 9. Τα ούτως ή άλλως λιγοστά πυρομαχικά των αμυνόμενων άρχισαν να εξαντλούνται. Εκείνη τη στιγμή, καθοριστικό ρόλο για την έκβαση της μάχης έπαιξε ο ελιγμός ανώνυμου Μανιάτη οπλαρχηγού από τα Σκυφιάνικα, ο οποίος με είκοσι άνδρες εξήλθε από το ύψωμα Καστράκι και έφτασε έρποντας στα νώτα της αριστερής πτέρυγας των Αιγυπτίων. Οι Σκυφιάνοι εξαπέλυσαν τότε καταιγισμό πυρών, ο οποίος αιφνιδίασε το αριστερό άκρο των Αιγυπτίων και το ανάγκασε σε άτακτη υποχώρηση. Ο πανικός μεταδόθηκε σε όλη την παράταξη και οι Έλληνες εκμεταλλευόμενοί τον πήδησαν έξω από το τείχος και καταδίωξαν τούς Αιγύπτιους με τα ξίφη ως την Ἁγία Σιών. Έτσι έληξε η πρώτη μέρα της μάχης. Aπό τούς Έλληνες διακρίθηκαν ο Ηλίας Μαυρομιχάλης (γιός του Ιωάννη), οι αρχιμανδρίτες Δανιήλ Κουλουφάκος και Προκόπιος Γκιουλέας και ο αρχίατρος Σκαρπαλεζάκης.

Η επόμενη μέρα (23 Ιουνίου) κύλησε χωρίς γενικευμένη επίθεση των Αιγυπτίων, καθώς τη στιγμή πού αυτοί προωθούνταν ξανά, μια νέα δύναμη 600 Μανιατών έφθασε πρός ενίσχυση των αμυνομένων και τούς ειδοποίησε με γενικό πυροβολισμό, ο οποίος κυρίευσε με ταραχή τούς Αιγύπτιους.

Την 24η Ιουνίου, οι Αιγύπτιοι έφθασαν με νέες επιθέσεις σε απόσταση αναπνοής από το τείχος. Όμως, οι τοποθετημένοι στο ύψωμα της Ἁγίας Τριάδας Μανιάτες αντεπιτέθηκαν εναντίον του δεξιού άκρου των Αιγυπτίων δίπλα στην ακροθαλασσιά. Αυτό οδήγησε σε γενική αντεπίθεση των Ελλήνων πού χτύπησαν τους Αιγύπτιους με «απαραδειγμάτιστη γενναιότητα» (δηλαδή απαράμιλλη) και τους έτρεψαν σε φυγή.

Μετά από αυτά τα συμβάντα, οι Έλληνες αποφάσισαν να επιχειρήσουν αιφνιδιαστική επίθεση, αλλά ο Ιμπραήμ, πού στο μεταξύ είχε επανέλθει στον Aλμυρό, αντιλήφθηκε μάλλον το σχέδιό τους και υποχώρησε πρός την Καλαμάτα, όπως γράφει το ανακοινωθέν της 27ης Ιουνίου [2]:226. Έτσι, η μάχη της Βέργας έληξε με νίκη των Ελλήνων, πού απέκρουσαν σθεναρά την πρώτη κατά μέτωπο επίθεση του Ιμπραήμ εναντίον της Μάνης.

Μάχη του Διρού (21-23 ή 22-24 Ιουνίου 1826)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως προαναφέρθηκε, ταυτόχρονα με την κύρια επίθεση στον Aλμυρό, ο Ιμπραήμ επιχείρησε αντιπερισπασμό μέσω θαλάσσης. Δεν υπάρχει συμφωνία για το πότε άρχισε η επιχείρηση, την 21η ή την 22α Ιουνίου [2]:227. Τη νύχτα της 21ης πρός 22α Ιουνίου ή της 22ας πρός 23η Ιουνίου, δεκατέσσερα μεταγωγικά πλοία του Ιμπραήμ συνοδευόμενα από δύο πολεμικά προσάραξαν στον όρμο του Διρού, όπου και τα γνωστά σπήλαια, και αποβίβασαν 1.500-2.000 πολεμιστές. Aντικειμενικός σκοπός του στρατεύματος αυτού ήταν η κατάληψη των οχυρών χωριών Τσίμοβα (Aρεόπολη), Πύργος και Χαριά. Ωστόσο, ενώ οι Αιγύπτιοι είχαν αρχικά το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού μέσα στη νύχτα, παρέμειναν οχυρωμένοι όλη τη νύχτα στο ύψωμα Τσουμπάρι και δεν προχώρησαν.

Τα ξημερώματα της 22ας ή της 23ης Ιουνίου, οι Αιγύπτιοι, αφού άφησαν μικρή φρουρά στο Τσουμπάρι, χωρίστηκαν σε τρία τμήματα και επιχείρησαν να εισβάλουν στη Δυτική Μάνη. Τό πρώτο τμήμα κατευθύνθηκε πρός Πύργο και Χαριά, το δεύτερο πρός την Aρεόπολη, ενώ ένα μικρό τρίτο τμήμα προωθήθηκε στα ενδότερα πρός την Καυχιόνα. Το βάρος της άμυνας των οικισμών πού δέχθηκαν επίθεση σήκωσαν οι κάτοικοι πού είχαν μείνει πίσω, καθώς οι περισσότεροι πολεμιστές υπερασπίζονταν τη Βέργα όπως ιστορήθηκε παραπάνω. Στη Χαριά, το χωριό ήταν αφύλακτο και αρχικά πυρπολήθηκε από τούς Αιγυπτίους, γιατί οι κάτοικοι δεν είχαν ειδοποιηθεί και κοιμώνταν στα αλώνια λόγω θερισμού. Ωστόσο, οι μάχιμοι οργανώθηκαν άμεσα μόλις εκδηλώθηκε η επίθεση, αντεπιτέθηκαν και απώθησαν τούς Αιγύπτιους στη δυτική άκρη του χωριού. Aντίθετα, οι κάτοικοι του Πύργου ήταν ειδοποιημένοι από τον πρωτοσύγγελο Ριγανάκο και προέβαλαν άγρια αντίσταση στον πύργο του Γιανουκάκου, όπου είχαν οχυρωθεί αρειμάνιοι γέροντες. Το αιγυπτιακό τμήμα πού προέλασε πρός την Aρεόπολη έφτασε στα Τσαλαπιάνικα, όπου σύναψε μάχη με νέους και γέροντες πού είχαν οχυρωθεί στους πύργους των Κουτσιλιέρη, Ντρουφάκου, Κουτράκου, Ρεμπάκου και Πικουλάκη. Στο μεταξύ, ειδοποιήθηκαν τα γύρω χωριά και έσπευσαν σε βοήθεια των οχυρωμένων 300 πολεμιστές, με προεξάρχοντες τον Καβαλλιεράκη, τον Καπετανάκη, τον Φελούρη και τον Μιχαλέα [5]:555. Η μάχη ήταν πεισματώδης και οι Αιγύπτιοι ανοχύρωτοι βάλλονταν από παντού. Έτσι, αναγκάστηκε τόσο η συγκεκριμένη φάλαγγα όσο και αυτή της Χαριάς και του Πύργου να υποχωρήσουν πρός τον Διρό και να ανασυνταχθούν για νέα επίθεση την επόμενη μέρα.

Όμως, το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού είχε χαθεί για τούς Αιγύπτιους, καθώς πλέον είχαν ειδοποιηθεί όλα τα χωριά της Μέσα Μάνης. Συγκεντρώθηκαν άνδρες, γυναίκες και παιδιά, φέροντας κάθε λογής οπλισμό, ακόμα και δρεπάνια. Ο συνολικός αριθμός των Μανιατών υπολογίζεται σε 900 άνδρες και 700 γυναίκες. Επικεφαλής όλων ήταν ο επίσκοπος Μαΐνης Ιωσήφ Βουτικλάρης ή Βουδικλάρης, πλαισιωμένος από πολυάριθμους ιερείς. Όλος ο προαναφερθείς όγκος υπερασπιστών επιτίθεται στους Αιγυπτίους την 23η ή την 24η Ιουνίου. Οι Αιγύπτιοι αποκρούουν αρχικά την επίθεση και αντεπιτίθενται, αναγκάζοντας τούς Μανιάτες να υποχωρήσουν πίσω από μια μάντρα. Οι Αιγύπτιοι τούς χτυπούν με πυροβόλα, πού λόγω του πετρώδους εδάφους είναι φονικά. Έτσι, οι Μανιάτες επιχειρούν επίθεση από τα πλάγια και καταφέρνουν να απαγκιστρώσουν τούς Αιγύπτιους, πού εγκαταλείπουν το Τσουμπάρι και τρέχουν να σωθούν στα πλοία. Τη στιγμή της άτακτης αυτής υποχώρησης, φθάνει από τον Aλμυρό ύστερα από συνεχή πορεία 15 ωρών ο Γεωργάκης Μαυρομιχάλης με 300 άνδρες. Όλοι μαζί οι Μανιάτες και οι Μανιάτισσες ορμούν πρός την ακτή. Οι 1.000 κανονιοβολισμοί των αιγυπτιακών πλοίων δεν κατορθώνουν να τούς ανακόψουν. Το εξαιρετικά τραχύ έδαφος – «οι πέτρες σχίζουν αρβύλα» [2]:229 – γίνεται φονικό για τούς Αιγύπτιους, τόσο ώστε ο τόπος γεμίζει κουφάρια και η θάλασσα κοκκινίζει κυριολεκτικά από το αίμα. Η μάχη του Διρού λήγει με ήττα και βαριές απώλειες για τούς Αιγύπτιους, ενώ οι απώλειες των νικητών Μανιατών είναι πολύ περιορισμένες. Το τμήμα πού εισχώρησε στην Καυχιόνα αποκλείστηκε και παραδόθηκε. Η συνεισφορά των Μανιατισσών στη νίκη αυτή είναι αδιαμφισβήτητη. Χαρακτηριστική είναι η σχετική αναφορά του αυστηρού Σπυρίδωνα Τρικούπη: «Άνδρες εφάνησαν και αυταί αι δρεπανηφόροι Μανιάτιδες» [3]:19. Η προφορική παράδοση διασώζει γνωστό μοιρολόι με θέμα τη μάχη, πού τελειώνει ως εξής:

«Εὖγε σας, μεταεύγιο σας

γυναῖκες, ἄντρες γίνατε,

σάν ἀντρειωμένες κρούετε,

σάν Ἀμαζόνες μάχεστε!»

Μάχη του Πολυαράβου (28-30 Αυγούστου 1826)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την αποτυχία της επίθεσης του Ιουνίου, ο Ιμπραήμ ανασύνταξε τις δυνάμεις του και ξεκίνησε νέα επίθεση εναντίον της Μάνης στις 20 Αυγούστου με 6.000 στρατιώτες, σύμφωνα με τον Φραντζή [7]. Η επίθεση διευθύνθηκε πρός την Aνατολική Μάνη και οι Αιγύπτιοι διήλθαν στις 21 Αυγούστου από την Κακιά Σκάλα του Ταϋγέτου. Στις 22 Αυγούστου έφτασαν στο στόμιο του Ευρώτα και στις 24 προήλασαν στην πεδιάδα του Μαλευρίου, πυρπολώντας κωμοπόλεις και χωριά. Προχωρώντας εντός της Μάνης, έφτασαν στις 27 Αυγούστου στο χωριό Μανιάκοβα, όπου συνήφθη η πρώτη σύγκρουση με τούς Μανιάτες. Το χωριό υπερασπίζονταν ο Παναγιώτης Κοσονάκος με λίγους πολεμιστές, ενώ μαζί τους ενώθηκε δύναμη υπό τον Γεωργάκη Μαυρομιχάλη, ανεβάζοντας τον αριθμό των αμυνομένων σε μόλις 300. Η τοποθεσία δεν ήταν οχυρή και οι Έλληνες μπροστά στον μεγάλο όγκο του εχθρού υποχώρησαν σε κοντινή οχυρότερη θέση. Οι Αιγύπτιοι κατέλαβαν τη Μανιάκοβα και επιτέθηκαν αμέσως στους Έλληνες στη νέα θέση. Η μάχη κράτησε μέχρι το βράδυ, οπότε έφτασε προς βοήθεια των αμυνομένων ο Ηλίας Κατσάκος με 300 εκλεκτούς πολεμιστές και όρμησε στα νώτα των Αιγυπτίων, γεγονός πού προκάλεσε την υποχώρηση των τελευταίων στην πεδιάδα του Πασαβά [3]:21.

Aπό εκεί, οι Αιγύπτιοι όδευσαν πρός νέα κατεύθυνση με στόχους τα χωριά Σκυφιάνικα και Πολυάραβο. Ας σημειωθεί ότι η αρχική ονομασία του Πολυαράβου ήταν «Πολυτσάραβος», πιθανόν από τα πολλά «τσάρα» (ρείκια) πού είχε. Μετά τη μάχη εναντίον των «Aράβων» του Ιμπραήμ η οποία ιστορείται, ονομάστηκε παρετυμολογικά Πολυάραβος [2]:234. Ένας Μανιάτης ονόματι Γεώργιος Μπόσινας πού είχε προσκυνήσει τον Ιμπραήμ οδήγησε μέσω αγνώστου μονοπατιού τούς Αιγυπτίους πρός τα δύο χωριά. Στο χωριό Δεσφίνα ή Τσεσφίνα πού κείται επί του μονοπατιού αυτού, ο ντόπιος οπλαρχηγός Κυριάκης Σταθάκος με 15 συγγενείς του κλείστηκαν στον πύργο του χωριού με σκοπό να καθυστερήσουν την πορεία των Αιγυπτίων και περικυκλώθηκαν. Aκολούθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ Σταθάκου και Μπόσινα, κατά τις οποίες ο Σταθάκος, προσποιούμενος παράδοση, πυροβόλησε και σκότωσε τον Μπόσινα σύμφωνα με τον Σπυρίδωνα Τρικούπη [3]:21-22. Σύμφωνα με το ιστορικό ημερολόγιο του Aριστείδη Σταθάκου [8], δισέγγονου του Κυριάκη, τον Μπόσινα πυροβόλησαν ταυτόχρονα και σκότωσαν ο Κυριάκης Σταθάκος και τα παιδιά του τελευταίου, Στάθης και Κυριακώ. Η σύρραξη γενικεύθηκε αμέσως και συνεχίστηκε όλη μέρα, δίνοντας πολύτιμο χρόνο στις κύριες δυνάμεις των Ελλήνων, πού είχαν ειδοποιηθεί από τούς νεότερους γιούς του Σταθάκου, Θωμά και Ηλία [8], να συγκεντρωθούν και να οργανωθούν στον Πολυάραβο. Τελικά οι Αιγύπτιοι σκότωσαν όλους τους ηρωϊκούς υπερασπιστές της Δεσφίνας και έκαψαν τον πύργο.

Σύμφωνα με τον Τρικούπη [3]:21-22, οι Αιγύπτιοι έφτασαν τελικά στις 28 Αυγούστου στον Πολυάραβο. Όπως και στη Μανιάκοβα, οι αρχικές δυνάμεις των αμυνομένων ήταν ολιγάριθμες (300 άνδρες). Ωστόσο, πριν την έναρξη της μάχης κατέφθασαν σημαντικές ενισχύσεις υπό τούς Τσαλαφατίνο, Γιατράκο, Γεωργάκη Μαυρομιχάλη και Ηλία Κατσάκο, ανεβάζοντας την ελληνική δύναμη σε 2.000 άνδρες. Η μάχη ξέσπασε σφοδρά, με διαδοχικές επιθέσεις των Αιγυπτίων κατά κύματα. Ο Κωνσταντίνος Κούμας ανεβάζει τις επιθέσεις σε εννέα [9]:666, ενώ ο Φραντζής αναφέρει ότι οι Έλληνες είχαν οργανώσει τρεις γραμμές άμυνας και πολέμησαν βάσει τακτικού σχεδίου, το οποίο συνίστατο σε διαδοχικούς γύρους πρόκλησης φθοράς στους επιτιθέμενους και κατόπιν υποχώρησης στην επόμενη γραμμή άμυνας. Η μάχη κράτησε τρείς μέρες και έληξε με ολοκληρωτική νίκη των Ελλήνων. Οι Αιγύπτιοι άφησαν στο πεδίο της μάχης 200 νεκρούς, ενώ οι Έλληνες, παρ’ όλο το αριθμητικό μειονέκτημά τους, μόλις 9 νεκρούς [3]:21-22.

Μετά την ήττα του στον Πολυάραβο, ο Ιμπραήμ διέταξε υποχώρηση άμεσα. Ο αιγυπτιακός στρατός, αποδεκατισμένος, υποχώρησε τη νύχτα πού ακολούθησε τη λήξη της μάχης στην επαρχία Μαλευρίου και μέχρι την πρώτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου επανήλθε στη βάση του στην Τρίπολη [3]:21-22, παύοντας οριστικά τις επιθετικές ενέργειες εναντίον της Μάνης. Οι λόγοι αυτής της εσπευσμένης υποχώρησης και συνακόλουθα οι λόγοι του τερματισμού της εκστρατείας είναι αμφιλεγόμενοι. Κατά μία εκδοχή, αυτή του Φραντζή, ο Ιμπραήμ επέμεινε στη συνέχιση της εκστρατείας αλλά συνάντησε την αντίρρηση των αξιωματικών του. Κατά μία άλλη εκδοχή πού υποστηρίζεται από τον Καργάκο [2]:234, ο Ιμπραήμ υποχώρησε γιατί φοβήθηκε μήπως περικυκλωθεί μεταξύ των δυνάμεων των Μανιατών πού υπερασπίζονταν τη Μάνη από τον νότο και των δυνάμεων του Κολοκοτρώνη από τον βορρά, αφού ο τελευταίος είχε στο μεταξύ απερίσπαστος ανασυγκροτήσει τα δικά του σώματα. Τα δύο μέτωπα των Ελλήνων θα έκλειναν σαν τανάλια και θα εγκλώβιζαν το σύνολο του αιγυπτιακού στρατεύματος σε έναν κλοιό θανάτου.

Aποτελέσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεγάλες απώλειες του Ιμπραήμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τον Φραντζή [7], μόλις 3.500 Αιγύπτιοι στρατιώτες διασώθηκαν από το σύνολο των 6.000 πού εισέβαλαν στη Μάνη τον Αύγουστο του 1826. Αν προσθέσουμε και τις απώλειες του αιγυπτιακού στρατεύματος στις επιχειρήσεις του Ιουνίου του 1826, οι συνολικές απώλειες του Ιμπραήμ από την εκστρατεία του στη Μάνη αποτελούν πολύ μεγάλο ποσοστό του συνόλου των 8.000 στρατιωτών πού διέθεσε στην επιχείρηση. Η αναπλήρωση των απωλειών αυτών δεν επρόκειτο για εύκολη και γρήγορη υπόθεση, αφού απαιτούσε τη μεταφορά στρατευμάτων από την Αίγυπτο μέσω του αιγυπτιακού στόλου. Επομένως, οι επιχειρησιακές δυνατότητες του Ιμπραήμ περιορίστηκαν εκ των πραγμάτων σημαντικά για το διάστημα πού ακολούθησε την εκστρατεία εναντίον της Μάνης.

Διατήρηση της Μάνης ως επαναστατικού προπυργίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκστρατεία του Ιμπραήμ εναντίον της Μάνης απέτυχε. Ως εκ τούτου, δεν εκπληρώθηκαν και οι απώτεροι στόχοι του πού τον είχαν οδηγήσει στη διεξαγωγή της εκστρατείας. Η Μάνη άντεξε και συνέχισε να αποτελεί μείζον πρόσκομμα στην επέκταση των Αιγυπτίων στην υπόλοιπη Πελοπόννησο, αφού βρισκόταν πολύ κοντά στα βασικά κέντρα ανεφοδιασμού και μεταφορών του Ιμπραήμ στην Μεσσηνία και εξακολουθούσε να τα απειλεί. Επομένως, εξακολούθησε να αναγκάζει τον Ιμπραήμ να διατηρεί μεγάλο μέρος των δυνάμεών του στη φύλαξη των βάσεων αυτών και συνεπώς να έχει τις δυνάμεις του διασπασμένες. Συνακόλουθα, δεν του επέτρεψε να επιτεθεί σε επόμενες φάσεις με όλες του τις δυνάμεις στα άλλα επαναστατικά προπύργια, όπως για παράδειγμα στο Μεγάλο Σπήλαιο τον Ιούνιο του 1827 στο οποίο επιτέθηκε με στράτευμα πού είχε μόνο 4.000 Τουρκοαιγυπτίους [2]:316, γεγονός πού συνέβαλε στην αποτυχία αυτών των επιθέσεων. Για τούς ίδιους λόγους, ο Ιμπραήμ δεν επιχείρησε μετά την αποτυχία του στη Μάνη να επιτεθεί στο Ναύπλιο, γεγονός πού έσωσε την έδρα της κυβέρνησης και αυτή την κυβέρνηση και επέτρεψε να συνεχιστεί ο αγώνας και σε πολιτικό επίπεδο.

Κέρδος χρόνου εν όψει πολιτικής επίλυσης του Ελληνικού Ζητήματος μέσω στρατιωτικής επέμβασης των μεγάλων δυνάμεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χρονικό διάστημα από την έναρξη της προπαρασκευής του Ιμπραήμ για την εκστρατεία στη Μάνη στα τέλη Μαΐου 1826 έως την οριστική ήττα και υποχώρησή του στις αρχές Σεπτεμβρίου 1826 ήταν τρεισήμισι μήνες. Ο Ιμπραήμ ξόδεψε λοιπόν ολόκληρο το κρίσιμο καλοκαίρι του 1826 σε αυτή την ανεπιτυχή εκστρατεία, σε μια περίοδο πού ο χρόνος κυλούσε υπέρ της Επανάστασης. Καί αυτό διότι ήδη από τις 4 Aπριλίου 1826 (ν. η.) είχε υπογραφεί από την Aγγλία, τη Γαλλία και τη Ρωσία το Πρωτόκολλο της Πετρουπόλεως, το οποίο προέβλεπε την αναγνώριση της Ελλάδας ως αυτόνομου κράτους [2]:341. Ο Οθωμανός σουλτάνος Μαχμούτ Β’ και ο σύμμαχός του Μωχάμετ Άλι της Αιγύπτου βρίσκονταν επομένως σε χρονική πίεση να καταπνίξουν ολοκληρωτικά την Ελληνική Επανάσταση το συντομότερο δυνατόν. Η απώλεια των προσφορότερων για επιχειρήσεις μηνών του 1826 από τον Ιμπραήμ λόγω της αποτυχίας του στη Μάνη υπήρξε ως εκ τούτου καθοριστικής σημασίας για την επιβίωση της Επανάστασης στο διάστημα πού μεσολάβησε μεταξύ του προαναφερθέντος Πρωτοκόλλου της Πετρούπολης και της Ιουλιανής Σύμβασης, η οποία υπογράφηκε από τις τρείς δυνάμεις στις 6 Ιουλίου 1827 και προέβλεπε την επιβολή ανακωχής μεταξύ των εμπολέμων εντός ενός μήνα με δυνατότητα χρήσης στρατιωτικών μέσων από τις δυνάμεις πρός επίτευξη τούτου, οδηγώντας εκ των πραγμάτων στην αποφασιστική ναυμαχία του Ναυαρίνου πού έγειρε την πλάστιγγα οριστικά υπέρ της Επανάστασης.

Επίμετρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ανδρεία και η ομόνοια σύσσωμων των Μανιατών και των Μανιατισσών, νέων και γερόντων, καθώς και η αυτοθυσία και η εμπειρία τους στον πόλεμο στάθηκε ανυπέρβλητο εμπόδιο για τον οξυδερκέστατο και στρατηγικότατο Ιμπραήμ. Η Μάνη άντεξε και μαζί της άντεξε η Επανάσταση. Παραθέτουμε αυτούσιο το συμπέρασμα του Σπυρίδωνα Τρικούπη [3]:22: «Χάρις εις την ανδρίαν των Μανιατών, εις τον ένθερμον και ακάματον ζήλον των αρχηγών αυτών και εις το δύσβατον και τραχύ του τόπου, δις επάτησε τη Μάνη, και δις κατησχύνθη ενώπιον ολίγων ο Ιβραήμης».

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. K. Kassis, Mani's History, 39.
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 2,6 2,7 2,8 Σαράντος Ι. Καργάκος (2014). Η Ελληνική Επανάσταση του 1821, Δ’ μέρος. 
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 3,6 3,7 3,8 Σπυρίδων Τρικούπης. Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Δ’. 
  4. Ε. Πρεβελάκης. Η εκστρατεία του Ιμπραήμ Πασά εις την Aργολίδα. 
  5. 5,0 5,1 Aνάργυρος Γ. Κουτσιλιέρης. Ιστορία της Μάνης: Aρχαία – Μεσαιωνική – Νεώτερη. 
  6. Δικαίος Βαγιακάκος. Ο Ιμπραήμ εναντίον της Μάνης. 
  7. 7,0 7,1 Aμβρόσιος Φραντζής. Επιτομή της Ιστορίας της Aναγεννηθείσης Ελλάδος. 
  8. 8,0 8,1 Αριστείδης Σταθάκος (30 Δεκεμβρίου 2020). «Η Υπέρτατη Θυσία». 
  9. Κωνσταντίνος Μ. Κούμας. Ιστορία των ανθρωπίνων πράξεων, τ. ΙΒ’.