Εκλογικό σύστημα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Εκλογικό σύστημα είναι ο τρόπος κατανομής των βουλευτικών εδρών και εκλογής των υποψηφίων στις εκλογές. Ορίζεται με ειδικό νόμο ή κανονισμό, ο οποίος ονομάζεται εκλογικός. Με βάση τις διατάξεις του για την εκπροσώπηση των πολιτικών συνδυασμών, διακρίνεται σε τρεις βασικές κατηγορίες: πλειοψηφικό, αναλογικό, και σύνθετο ή μικτό.


Πλειοψηφικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Πλειοψηφικό σύστημα η επικράτεια δε θεωρείται ενιαίος εκλογικός χώρος, αλλά χωρίζεται σε εκλογικές περιφέρειες. Ο συνδυασμός που έρχεται πρώτος στην περιφέρεια κερδίζει όλες τις έδρες, ενώ οι επόμενοι καμμία (γι' αυτό στην αγγλοσαξονική παράδοση συναντάται ως The winner takes it all). Αντικειμενικό ελλάττωμα του συγκεκριμένου συστήματος είναι η έλλειψη αναλογικότητας, αφού υποθετικά ένας συνδυασμός μπορεί να κερδίσει τις εκλογές κερδίζοντας με διαφορά μιας ψήφου τις μισές περιφέρειες, έστω και εάν δε λάβει ούτε μία στις υπόλοιπες!

Χαρακτηριστικό παράδειγμα εφαρμογής του πλειοψηφικού, καθώς και της μη αναλογικότητάς του, είναι η εκλογή εκλεκτόρων στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ του 2000. Αν και το ψηφοδέλτιο του Τζωρτζ Μπους συγκέντρωσε σε παναμερικανικό επίπεδο μισό εκατομμύριο λιγότερες ψήφους από αυτό του Αλ Γκορ, ο πρώτος συγκέντρωσε μεγαλύτερο αριθμό εκλεκτόρων και εξελέγη πρόεδρος.

Πλειοψηφικό με μονοεδρικές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια λίγο αναλογικότερη μορφή του Πλειοψηφικού είναι το λεγόμενο Πλειοψηφικό με μονοεδρικές περιφέρειες. Σε αυτό το σύστημα η επικράτεια χωρίζεται σε πολύ μικρές περιφέρειες και κάθε μία εκλέγει μόνο ένα βουλευτή. Βάσει της απαιτούμενης πλειοψηφίας, διακρίνεται σε:

  • Ενός γύρου, όπου εκλέγεται ο συνδυασμός που θα βγει πρώτος.
  • Δύο γύρων, όπου απαιτείται απόλυτη πλειοψηφία, δηλ. 50% συν μία ψήφο. Εάν αυτή δεν επιτευχθεί με την πρώτη, επαναλαμβάνεται η ψηφοφορία (β' γύρος) ανάμεσα στους δύο πρώτους συνδυασμούς.

Χαρακτηριστική περίπτωση Πλειοψηφικού με μονοεδρικές - ενός γύρου είναι το εκλογικό σύστημα για τη βρετανική Βουλή των Κοινοτήτων, ενώ δύο γύρων αυτό για τη Γαλλική Εθνοσυνέλευση.

Απλή αναλογική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο σύστημα της Απλής αναλογικής ο αριθμός εδρών που λαμβάνουν οι συνδυασμοί εξαρτάται μόνο από το εθνικό ποσοστό τους, ανεξαρτήτως του αποτελέσματός τους ανά εκλογική περιφέρεια. Είναι το μοναδικό δίκαιο εκλογικό σύστημα, διότι αποτυπώνει ακριβώς τη λαϊκή βούληση. Δέχεται όμως την κριτική ότι δεν παράγει ισχυρές πλειοψηφίες, αφού η εμπειρία στις δυτικές κοινωνίες δείχνει πως σπάνια κάποιος συνδυασμός λαμβάνει το απαραίτητο 50% για να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Γι' αυτό το λόγο χρησιμοποιείται σε πολύ λίγα κράτη για εθνικές εκλογές, ενώ αντίθετα είναι σύνηθες σε εκλογές τοπικού ή συνδικαλιστικού χαρακτήρα.

Στην καθαρή μορφή της απλής αναλογικής, οι έδρες κάθε συνδυασμού προκύπτουν από το γινόμενο «Εθνικό ποσοστό X συνολικός αριθμός εδρών» (στρογγυλοποιημένο στον προηγούμενο ακέραιο). Για παράδειγμα ένας συνδυασμός στην Ελλάδα που θα λάμβανε 15%, θα είχε 15/100x300=45 βουλευτές. Όσες έδρες στο τέλος της κατανομής παραμείνουν αδιάθετες λόγω της στρογγυλοποίησης, πηγαίνουν στους συνδυασμούς με τα μεγαλύτερα υπόλοιπα.

Απλή αναλογική με όριο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία παραλλαγή της απλής αναλογικής είναι αυτή που ορίζει ελάχιστο όριο για τη συμμετοχή στην κατανομή των εδρών. Σε αυτήν την περίπτωση, όσοι συνδυασμοί δεν ξεπεράσουν το όριο δε μπορούν να λάβουν έδρες, ακόμη και εάν δικαιούνται με βάση το παραπάνω γινόμενο.

Παράδειγμα απλής αναλογικής με όριο είναι το σύστημα εκλογής ευρωβουλευτών στην Ελλάδα, το οποίο κατανέμει απολύτως αναλογικά τις έδρες αλλά μόνο σε όσους συνδυασμούς ξεπεράσουν το 3%.

Απλή αναλογική ανά περιφέρεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άλλη μια παραλλαγή είναι η Απλή αναλογική ανά περιφέρεια, κατά την οποία οι έδρες διανέμονται πρωτογενώς αναλογικά βάσει της δύναμης κάθε συνδυασμού ανά εκλογική περιφέρεια. Επιφανειακά αυτό μπορεί να ακούγεται ίδιο με την καθαρή απλή αναλογική, αλλά λειτουργεί εις βάρος των μικρών συνδυασμών. Συνήθως οι εκλογικές περιφέρειες έχουν μικρό αριθμό εδρών (άρα μεγάλο εκλογικό μέτρο), συνεπώς ενδέχεται ένας συνδυασμός με ομοιόμορφα κατανεμημένο εθνικό ποσοστό 4% ή 5% να μην πιάνει σε καμμία περιφέρεια το απαιτούμενο μέτρο! Για τον παραπάνω λόγο η παραλλαγή αυτή θεωρείται πως ακροβατεί ανάμεσα στην απλή και την ενισχυμένη αναλογική. Ένα τέτοιο σύστημα εφαρμόσθηκε στις ελληνικές εθνικές εκλογές του 1989 και του 1990.

Ενισχυμένη αναλογική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενισχυμένα αναλογικά συστήματα ονομάζονται αυτά που δεν ανήκουν σε καμμία από τις παραπάνω κατηγορίες. Υπάρχουν άπειρα είδη, τα οποία είτε είναι συνδυασμοί πλειοψηφικού και απλής (μικτά) είτε πρωτότυπα. Αποτέλεσμα της ενισχυμένης αναλογικής είναι η δυσανάλογα μεγάλη εκπροσώπηση του πρώτου συνδυασμού στη βουλή εις βάρος των υπολοίπων (και κυρίως των μικρών), αλλοιώνοντας τη βασική δημοκρατική αρχή ότι κάθε ψήφος μετράει το ίδιο. Ως επιχείρημα προβάλλεται πάντα ότι η ενισχυμένη αναλογική εξασφαλίζει ευκολότερες αυτοδυναμίες, οδηγώντας σε σταθερές κυβερνήσεις. Ο όρος της ενισχυμένης αναλογικής είναι ψευδεπίγραφος, αφού στην πραγματικότητα αυτό το σύστημα είναι αποδυναμωμένη αναλογική. Ονομάζεται, όμως, έτσι επειδή ενισχύει το πρώτο σε ψήφους κόμμα.

Παραδείγματα ενισχυμένης αναλογικής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Το ισχύον στην Ελλάδα (Ν. 3231/2004 όπως τροποποιήθηκε από το νόμο 3636/2008 - το σύστημα αυτό εφαρμόσθηκε στις εκλογές της 6ης Μαΐου 2012), το οποίο ανήκει στα μικτά. Χωρίζει τις τριακόσιες βουλευτικές έδρες σε δύο ομάδες - 260 250 που κατανέμονται απολύτως αναλογικά σε όσους συνδυασμούς ξεπεράσουν το 3% (στοιχείο απλής με όριο) και 40 50 που χαρίζονται στον πρώτο συνδυασμό (στοιχείο πλειοψηφικού). Με αυτόν τον τρόπο αρκεί στον πρώτο συνδυασμό το 42.69% 40.5% των ψήφων για να έχει αυτοδυναμία 151 εδρών στη Βουλή. Όσες δε περισσότερες είναι οι ψήφοι των συνδυασμών που δεν ξεπερνούν το 3%, τόσο χαμηλώνει το ποσοστό που απαιτείται για αυτοδύναμη πλειοψηφία.
  • Το σύστημα των εθνικών εκλογών του 1985. Με βάση αυτό το σύστημα, γίνονταν τρεις κατανομές εδρών. Στην πρώτη τα κόμματα λάμβαναν έδρες ανά εκλογική περιφέρεια με βάση την εκεί δύναμή τους, αρκεί να υπερέβαιναν το εκλογικό μέτρο της περιφέρειας [ποσοστό:(αριθμός εδρών+1)]. Πολλές έδρες έμεναν αδιάθετες και μοιράζονταν στη δεύτερη κατανομή, όμως μόνο ανάμεσα στα κόμματα που είχαν υπερβεί το 17% σε εθνικό επίπεδο! Όσες έμεναν αδιάθετες και στη δεύτερη κατανομή κατακυρώνονταν στον πρώτο συνδυασμό.

Ιστορία του εκλογικού συστήματος της Ελλάδας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη πλειονότητα των χωρών του κόσμου το εκλογικό σύστημα προβλέπεται από το ίδιο το ισχύον σύνταγμά τους, παραμένοντας έτσι ενιαίο για όλες τις πολιτικές αναμετρήσεις. Αντίθετα στην Ελλάδα πολύ σπάνια ακολουθήθηκε το ίδιο εκλογικό σύστημα έστω και σε δύο συνεχόμενες εκλογές, εκτός τις επαναληπτικές, και τούτο διότι ο καθορισμός του εκλογικού συστήματος επαφίεται κάθε φορά στο κυβερνητικό έργο της κυβέρνησης που θα κηρύξει τις εκλογές, εκδίδοντας σχετικό νομοθέτημα, χωρίς προς τούτο και να παρέχεται η ευχέρεια στον "κυρίαρχο" ελληνικό λαό, ή απ' ευθείας, έγκριση ή απόρριψή του πριν οδηγηθεί στις κάλπες, με καταφανή την εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων.

Έτσι, από το 1844, χρονιά που καθιερώθηκε συνταγματικά η ψηφοφορία στην Ελλάδα, μέχρι το 1923, οι βουλευτικές εκλογές γίνονταν με πλειοψηφικό σύστημα. Από το 1926 υπήρξε εναλλαγή πλειοψηφικού και αναλογικού, έως το 1956, οπότε καθιερώθηκε το αναλογικό[1]. Οι εκλογές του 1956 ακολούθησαν ένα περίεργο μικτό σύστημα με διαφοροποίηση των εκλογικών περιφερειών με απίθανες ονομασίες δεκάτων και κλασμάτων επιλαχόντων συνδυασμών και μη. Στις επόμενες εκλογές ενεπλάκη και η "βία και νοθεία" σύμφωνα με καταγγελία της αντιπολίτευσης. Μετά την μεταπολίτευση ακολουθήθηκαν επίσης τα ίδια αλλάζοντας κάθε φορά τον εκλογικό νόμο. Στις δε τελευταίες εκλογές θεσπίστηκε και ο θεσμός του "εκλογικού μπόνους".

Παράδειγμα εφαρμογής εκλογικών συστημάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το παρόν παράδειγμα δείχνει πώς θα κατανέμονταν οι έδρες του Ελληνικού Κοινοβουλίου με τέσσερα διαφορετικά εκλογικά συστήματα, χρησιμοποιώντας τα αποτελέσματα των εθνικών εκλογών του 2007. Στην πρώτη στήλη η κατανομή γίνεται βάσει πλειοψηφικού ενός γύρου, στη δεύτερη βάσει καθαρής απλής αναλογικής, στην τρίτη βάσει της απλής αναλογικής με όριο 3% όπως ισχύει στις Ευρωεκλογές, στην τέταρτη βάσει του συστήματος που εφαρμόσθηκε στην πραγματικότητα.

Συνδυασμός Ποσοστό Πλειοψηφικό Απλή Απλή
με όριο 3%
Ενισχυμένη
Ν. 3231/04 όπως τροπ. 3636/2008
Νέα Δημοκρατία 41,83 236 126 129 158
ΠΑΣΟΚ 38,10 64 114 118 98
ΚΚΕ 8,15 0 25 25 21
ΣΥΡΙΖΑ 5,04 0 15 16 13
ΛΑΟΣ 3,80 0 11 12 10
Οικ. Πράσινοι 1,05 0 3 0 0
ΔΗΜΑΝ 0,80 0 2 0 0
Έν. Κεντρώων 0,29 0 1 0 0
ΚΚΕ (μ-λ) 0,25 0 1 0 0
ΜΕΡΑ 0,17 0 1 0 0
ΕΝΑΝΤΙΑ 0,15 0 1 0 0
Λοιπά 0,37 0 0 0 0
ΣΥΝΟΛΟ 100,00 300 300 300 300

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]