Βλάντο Τσερνοζέμσκι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Βλάντο Τσερνοζέμσκι
Chernozemski.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 19  Οκτωβρίου 1897
Βέλινγκραντ
Θάνατος 9  Οκτωβρίου 1934
Μασσαλία
Αιτία θανάτου μη διεισδυτικός τραυματισμός
Συνθήκες θανάτου αυτοκτονία
Υπηκοότητα Βουλγαρία
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα οδηγός
Πολιτική τοποθέτηση
Πολιτικό κόμμα/Κίνημα Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση
Ποινική κατάσταση
Κατηγορίες εγκλήματος δολοφονία
βασιλοκτονία
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Πόλεμοι/μάχες Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος
Commons page Σχετικά πολυμέσα
Η πρώτη σελίδα της Winnipeg Free Press στις 15 Οκτωβρίου 1934 αναφέρει τη δολοφονία του βασιλιά Αλεξάνδρου Α΄ της Γιουγκοσλαβίας από Βούλγαρο τρομοκράτη

Ο Βλάντο Τσερνοζέμσκι ( βουλγαρικά: Владо Черноземски ) (19 Οκτωβρίου 1897 - 9 Οκτωβρίου 1934), γεννήθηκε ως Βέλιτσκο Δημήτρωφ Κερίν ( Величко Димитров Керин ), ήταν Βούλγαρος[1] τρομοκράτης. Ήταν επίσης γνωστός και ως «Βλάντο ο Σωφέρ». Ο Τσερνοζέμσκι σήμερα θεωρείται ήρωας στη Βουλγαρία[2], και στην εποχή του ήταν ήρωας στους κροατικούς κύκλους και στην Βουλγαρομακεδονική διασπορά.

Ο Τσερνοζέμσκι ξεκίνησε την επαναστατική του δραστηριότητα το 1922, όταν εντάχθηκε στην Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ). Σύντομα, έγινε εκτελεστής της ΕΜΕΟ. Σκότωσε δύο σημαίνοντες Βούλγαρους πολιτικούς, τον κομμουνιστή Δήμο Χατζηδήμωφ, και το μέλος της ΕΜΕΟ Ναούμ Τομαλέφσκι. Και στις δύο περιπτώσεις καταδικάστηκε σε θάνατο, την πρώτη φορά δραπέτευσε από τη φυλακή και τη δεύτερη απελευθερώθηκε. Μετά την απελευθέρωσή του το 1932, έγινε εκπαιδευτής της κροατικής φασιστικής οργάνωσης των Ουστάσι. Εκπαίδευσε μια ομάδα των Ουστάσι για να δολοφονήσουν τον βασιλιά Αλέξανδρο Α΄ της Γιουγκοσλαβίας, τελικά όμως σκότωσε ο ίδιος τον Αλέξανδρο Α΄ στις 9 Οκτωβρίου 1934 στη Μασσαλία. Τότε χτυπήθηκε από τη γαλλική αστυνομία και το παρευρισκόμενο πλήθος και πέθανε την ίδια μέρα. Επίσης, στο ίδιο περιστατικό σκότωσε και τον Γάλλο υπουργό Λουί Μπαρτού.

Η ζωή του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βέλιτσκο Δημήτρωφ Κερίν γεννήθηκε στο χωριό Καμενίτσα, τώρα τμήμα της πόλης του Βέλινγκραντ. Ο πατέρας του, ο Δήμηταρ Κέριν καθώς και η μητέρα του, η Ρίσα Μπαλατζήτζιβα, ήταν από την Καμενίτσα. Ως νεαρός, ήταν επιρρεπής στην κατανάλωση αλκοόλ, αλλά αργότερα αναμορφώθηκε και έγινε χορτοφάγος. Κατατάχθηκε στο Βουλγαρικό στρατό στην Φιλιππούπολη. Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου ο Τσερνοζέμσκι υπηρέτησε στο Μηχανικό. Παντρεύτηκε το 1919. Μετά τον πόλεμο εργάστηκε ως οδηγός και ωρολογοποιός. Το 1923 γεννήθηκε η κόρη του Λάτκα. Το 1925, χώρισε και ξαναπαντρεύτηκε. Έζησε στη Σόφια μέχρι το 1932. Δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία γι 'αυτόν μετά από αυτό το σημείο έως το θάνατό του το 1934.

Η επαναστατική του δραστηριότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πληροφορίες αναφέρουν τον Τσερνοζέμσκι και με το προσωνύμιο Βλάντο ο Σωφέρ (Владо Шофьора), δεδομένου ότι εργάστηκε, για μικρό χρονικό διάστημα, ως οδηγός σε κάποια εταιρεία στην Ντούπνιτσα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, μετακόμισε στο Μπάνσκο την εποχή που ιδρύθηκε η ΕΜΕΟ από τον Τόντορ Αλεξάντρωφ. Ο Τσερνοζέμσκι εντάχθηκε στην ΕΜΕΟ το 1922 στη μονάδα του Βοϊβόδα Ιβάν Μπάρλιο. Από το 1923 έως το 1924, ήταν μέλος της τσέτας του Τραϊανού Λακαβίτσκι. Ο Τσερνοζέμσκι εισήλθε επίσης στην περιοχή του Βαρδάρη στα Σκόπια, της τότε Γιουγκοσλαβίας, με μια ομάδα της ΕΜΕΟ και συμμετείχε σε περισσότερες από 15 συγκρούσεις με τη γιουγκοσλαβική αστυνομία. Σύντομα έγινε ένας από τους καλύτερους σκοπευτές της οργάνωσης, γνωστός για το θάρρος και την πειθαρχία του.

Δολοφόνος της ΕΜΕΟ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1925 ο Ιβάν Μιχαήλωφ έγινε ο νέος ηγέτης της ΕΜΕΟ. Την περίοδο αυτή η ΕΜΕΟ έλαβε μέτρα εναντίον των πρώην αριστερών ακτιβιστών, δολοφονώντας αρκετούς από αυτούς. Ο Μιχαήλωφ ανέθεσε στον Τσερνοζέμσκι να δολοφονήσει τον βουλευτή Δήμο Χατζηδήμωφ , μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βουλγαρίας και πρώην μέλους της ΕΜΕΟ. Ο Τσερνοζέμσκι συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο με απαγχονισμό για τη δολοφονία του Χατζηδήμωφ, αλλά η εκτέλεση του δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Το 1925, ο Τσερνοζέμσκι δραπέτευσε από την αστυνομική συνοδεία του.

Το 1927, ο Τσερνοζέμσκι πρότεινε στην Κεντρική Επιτροπή της ΕΜΕΟ να εισχωρήσει στο κεντρικό κτίριο συνεδριάσεων της Κοινωνίας των Εθνών στο Παρίσι και να ρίξει χειροβομβίδες, προκειμένου να προσελκύσει την προσοχή του κόσμου και να δημιουργήσει δημοσιότητα για το θέμα των Βουλγάρων στο γιουγκοσλαβικό τμήμα της περιοχής του Βαρδάρη αλλά η πρότασή του απορρίφθηκε. Το 1929, η ηγεσία της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ) κάλεσε τον κροάτη εθνικοσοσιαλιστή/φασίστα Άντε Πάβελιτς και τους φασίστες Ουστάσι σε συνεργασία.

Το 1930, ο Τσερνοζέμσκι, κατόπιν εντολής του Μιχαήλωφ, δολοφόνησε άλλο ένα μέλος της ΕΜΕΟ, τον Ναούμ Τομαλέφσκι. Ο Τομαλέβσκι υπήρξε εξέχον μέλος της ΕΜΕΟ. Για δεύτερη φορά, ο Τσερνοζέμσκι καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά αυτή τη φορά του απονεμήθηκε χάρη το 1932.

Η δολοφονία του βασιλιά Αλέξανδρου Α΄ της Γιουγκοσλαβίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την απελευθέρωσή του από τη φυλακή, ο Τσερνοζέμσκι εξαφανίστηκε. Μετακόμισε στην Ιταλία, όπου έγινε εκπαιδευτής των Ουστάσι σε ένα στρατόπεδο στο Μποργκοτάρο (Borgo Val di Taro - Borgotaro).

Στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε ένα άλλο στρατόπεδο των Ουστάσι, στην Ουγγαρία. Ο κύριος σκοπός αυτού του στρατοπέδου ήταν ο σχεδιασμός της δολοφονίας του βασιλιά Αλεξάνδρου Α΄. Ο Τσερνοζέμσκι ήταν ο εκπαιδευτής της ομάδας που προετοιμαζόταν να δολοφονήσει τον βασιλιά. Κατέληξε όμως στο συμπέρασμα ότι τα μέλη της ομάδας ήταν απροετοίμαστα ψυχολογικά και αποφάσισε να πραγματοποιήσει μόνος του τη δολοφονία. Στις 9 Οκτωβρίου 1934, ολοκλήρωσε την δολοφονία. Καθώς η αυτοκινητοπομπή του βασιλιά Αλέξανδρου κινούνταν με λίγα χιλιόμετρα την ώρα σε έναν δρόμο της Μασσαλίας και ένα μεγάλο πλήθος να θέλει να τον δει και να τον επευφημεί, ο Τσερνοζέμσκι που ήταν ανάμεσα στο πλήθος, πλησιάσε το αυτοκίνητο του βασιλιά και κατάφερε να πηδήσει πάνω στο αυτοκίνητο, έχοντας κρυμμένο ένα αυτόματο πιστόλι Mauser C96 μέσα σε ένα μπουκέτο λουλουδιών, φωνάζοντας "Vive le roi" ("Ζήτω ο βασιλιάς"). Πυροβόλησε επανειλημμένα τον Αλέξανδρο, χτυπώντας τον δύο φορές, μία φορά στην κοιλιά και μία στην καρδιά. Ο βασιλιάς Αλέξανδρος πέθανε μέσα σε λίγα λεπτά. Ο οδηγός, ο οποίος προσπάθησε να πετάξει έξω από το αυτοκίνητο τον Τσερνοζέμσκι και ο συνεπιβαίνων του Αλεξάνδρου στο αυτοκίνητο, ο Γάλλος Υπουργός Εξωτερικών Λουί Μπαρτού, πυροβολήθηκαν επίσης, ο Μπαρτού προφανώς ακούσια. Ο οδηγός πέθανε σχεδόν αμέσως, με το πόδι του να πιέζει το φρένο του αυτοκινήτου, παρέχοντας έτσι την ευκαιρία σε έναν φωτογράφο που ήταν έξω από το αυτοκίνητο να φωτογραφίσει το μεγαλύτερο μέρος της τρομακτικής σκηνής. Ο Μπαρτού δεν επέζησε λόγω ανεπαρκούς ιατρικής φροντίδας.

Στη συνέχεια αφού πυροβόλησε έναν αστυνομικό που προσπάθησε να τον συλλάβει και σκόπιμα σκότωσε δυο παρευρισκόμενους, ο Τσερνοζέμσκι προσπάθησε μάταια να εγκαταλείψει τον τόπο του συμβάντος, χτυπήθηκε από το σπαθί ενός από τη συνοδεία του ιππικού. Στη συνέχεια δέχθηκε ένα θανατηφόρο τραύμα στο κεφάλι από έναν αστυνομικό και τελικά έπεσε στα χέρια του εξοργισμένου πλήθος, ενώ η αστυνομία σταμάτησε και παρακολούθησε. Ο Τσερνοζέμσκι στη συνέχεια προσήχθει για ανάκριση. Δεδομένου ότι ο δολοφόνος ήταν σε κρίσιμη κατάσταση, δεν μπόρεσε να πει τίποτα και υπέκυψε στα τραύματά του αργότερα εκείνο το βράδυ, μόλις 10 ημέρες πριν από τα 37α γενέθλιά του. Η γαλλική αστυνομία δεν μπόρεσε να τον αναγνωρίσει. Μπόρεσαν μόνο να αναγνωρίσουν το τατουάζ του, ένα κρανίο με σταυρό και ένα σύμβολο που έγραφε "ΒΜΡΟ" (βουλγαρικά αρχικά που ήταν για την Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση). Θάφτηκε σε έναν ανώνυμο τάφο στα νεκροταφεία της Μασσαλίας με παρόντες μόνο δύο μυστικούς αστυνομικούς στην κηδεία.

Για τη δολοφονία του βασιλιά Αλεξάνδρου Α΄, ο Τσερνοζέμσκι κηρύχθηκε μετά θάνατον ο πιο επικίνδυνος τρομοκράτης στην Ευρώπη.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Request by the Yugoslav Government Under Article 11, Paragraph 2, of the Covenant: Communication from the Yugoslav Government. League of Nations, 1934
  2. Izvestia na Natsionalnia istoricheski muzeĭ, Tomove 16–19, Natsionalen istoricheski muzeĭ, Izdatelstvo Nauka i izkustvo, 2006, str. 129.