Τράπεζα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Τράπεζα ονομάζεται μία επιχείρηση, η οποία ασχολείται με χρηματικές και πιστωτικές συναλλαγές. Ανάλογα με το είδος της μπορεί να δέχεται καταθέσεις, να χορηγεί δάνεια, να φυλάσσει και να διαχειρίζεται αξιόγραφα, να αναλαμβάνει την πληρωμή για λογαριασμό του πελάτη.

Η κερδοφορία της τράπεζας βασίζεται στην λεγόμενη "ψαλίδα", δηλαδή τη διαφορά ανάμεσα στο επιτόκιο δανεισμού και στο επιτόκιο καταθέσεων. Έτσι αν για παράδειγμα μία τράπεζα χορηγεί ένα δάνειο με επιτόκιο 9% και δέχεται κατάθεση με ετήσιο επιτόκιο 2% η διαφορά αυτή (7%) αποτελεί την ψαλίδα που οδηγεί στα κέρδη της τράπεζας. Βέβαια οι τράπεζες αποκομίζουν και από αλλού χρήματα όπως από προμήθειες ή από συμμετοχές και επενδύσεις. Ωστόσο η κύρια λειτουργία της έγκειται στον δανεισμό (χορηγήσεις και καταθέσεις).

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεσοποταμία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλές από τις τραπεζικές πράξεις έχουν την καταγωγή τους σε πανάρχαιες εποχές όπως στην αρχαία Βαβυλώνα: ήδη από το 3400 π.Χ. ο Ερυθρός Ναός στην Ουρούκ της Χαλδαίας της Μεσοποταμίας, λειτουργούσε ως τράπεζα, οι ιερείς εμπορεύονταν εν ονόματι του Θεού. Παραχωρούσαν δάνεια με τόκο στους καλλιεργητές και δέχονταν αγαθά προς φύλαξη, δίνοντας στον καταθέτη αντί αποδείξεως ένα πήλινο πλακίδιο. Ελλέιψει νομισμάτων βάση των συναλλαγών ήταν σάκκοι με κριθάρι.[1] Και στην αρχαία Ελλάδα οι ναοί εκτελούσαν χρέη τραπεζών,όπως ο ναός της Αθηνάς στην Ακρόπολη των Αθηνών και του Απόλλωνος στους Δελφούς.

Αρχαία Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώτες πραγματικές τραπεζικές εργασίες μπορούν να εντοπιστούν στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό με τους «τραπεζίτες». Τέτοιες απλές τράπεζες υπήρχαν ήδη στην αρχαία Αθήνα, προσφέροντας κυρίως υπηρεσίες ανταλλαγής διαφόρων νομισμάτων αλλά και πιστώσεις για τη χρηματοδότηση του τότε «διεθνούς εμπορίου». Επρόκειτο για τους αργυραμοιβούς. Γνωστοί τραπεζίτες της αρχαιότητας ήταν οι Φιλοστέφανος από την Κόρινθο με πελάτη τον Θεμιστοκλή, ο απελεύθερος δούλος Πασίων, ο φιλόσοφος Διογένης που διηύθυνε την τράπεζα της Σινώπης[2]

Ρωμαϊκή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ρώμη η παλιά τάξη των Ιππέων ασχολείται με τέτοιες δοσοληψίες και πλουτίζει. Οι ιππείς προμηθεύουν τον στρατό, ενοικιάζουν τις δημόσιες προσόδους και εισπράττουν τους φόρους. Εισπράττουν τα έσοδα του κράτους και ονομάζονται τελώνες. Συγκεντρώνοντας τεράστια κεφάλαια συγκροτούν συνεταιρισμούς με επικεφαλής τον μάγιστρο και δραστηριοποιούνται στις ρωμαϊκές βασιλικές. Πολλοί απ'αυτούς πλουτίζουν με υπέρογκους τόκους: 30 ή 50% ενώ ο επίσημος είναι 8-12%. Ο Κικέρων στηλιτεύει τον Βέρρη για τον αθέμιτο πλουτισμό του. Οι αργυραμοιβοί έχουν μικρότερο κύκλο εργασιών και ελέγχονται από τον έπαρχο της πόλης: ανταλλάσσουν νομίσματα, δέχονται καταθέσεις, παραχωρούν δάνεια ή πιστώσεις, λαμβάνουν μέρος στις αγοραπωλησίες. Υπάρχουν και οι δημόσιες, οι κρατικές τράπεζες,οι mensae που ασχολούνται με τη συγκέντρωση φόρων. και την προώθησή τους προς το κεντρικό θησαυροφυλάκιο.[3]

Μεσαιωνική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας οι πείρα των τραπεζικών χάθηκε μαζί με τους τραπεζίτες. Οι επόμενες μορφές τραπεζικών συναλλαγών εμφανίζονται στο Μεσαίωνα όπου οι αργυραμοιβοί, οι χρυσοχόοι και οι έμποροι δέχονταν καταθέσεις για τις οποίες εξέδιδαν πιστοποιητικά – βεβαιώσεις.

Νεώτεροι χρόνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 18ο αιώνα στην Αγγλία οι αποδείξεις κατάθεσης για σταθερά ποσά αποτέλεσαν τα πρώτα τραπεζογραμμάτια. Έτσι σιγά - σιγά με την ανταλλαγή των τραπεζογραμματίων, οι τράπεζες άρχισαν να αποκτούν τον ρόλο που κατέχουν σήμερα στην σύγχρονη οικονομία. Ειδικότερα στην περίοδο της Αναγέννησης εμφανίστηκαν οι πρώτες οργανωμένες τράπεζες(στην Ιταλία και στη Φλάνδρα), καλύπτοντας ένα ευρύτερο φάσμα εργασιών, προετοιμάζοντας τη σύγχρονη έννοια της τράπεζας ως πιστωτικό ίδρυμα που απευθύνεται (και εξυπηρετεί) καταθέτες και επιχειρήσεις.

Είδη τραπεζών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν διάφορα είδη τραπεζών:

  • Κεντρική Τράπεζα: Είναι υπεύθυνη για τη νομισματική πολιτική και μπορεί να είναι ο δανειστής της τελευταίας λύσης σε περίπτωση κρίσης. Χρεώνεται συχνά με τον έλεγχο του διάθεσης χρήματος, συμπεριλαμβανομένης της έκδοσης νομίσματος. Παραδείγματα κεντρικών τραπεζών είναι η Τράπεζα της Ελλάδος και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
  • Εμπορική τράπεζα: Είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για μια κανονική τράπεζα για να τη διακρίνει από μια τράπεζα επενδύσεων. Μιας και αυτές οι δύο δεν είναι πλέον υποχρεωτικό να λειτουργούν κάτω από χωριστή ιδιοκτησία, ορισμένοι χρησιμοποιούν τον όρο "εμπορική τράπεζα" για να αναφερθούν σε μια τράπεζα ή ένα τμήμα τράπεζας που ασχολείται κυρίως με εταιρίες ή μεγάλες επιχειρήσεις.
  • Επενδυτική τράπεζα: Δίνει εγγυητικές επιστολές για πώληση μετοχών και χρεογράφων και συμβουλεύουν για συγχωνεύσεις και εξαγορές εταιρειών.

. Παραδείγματα τραπεζών επενδύσεων είναι οι Goldman Sachs, η J.P. Morgan των ΗΠΑ, η Nomura Securities της Ιαπωνίας.

  • Τράπεζα Κοινοτικής Ανάπτυξης: Είναι οι τράπεζες που παρέχουν οικονομικές υπηρεσίες και πίστωση σε μη ανεπτυγμένες αγορές ή πληθυσμούς.
  • Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο: Είναι ταμιευτήρια που συνδέονται με τα εθνικά ταχυδρομικά συστήματα. Η Ιαπωνία και η Γερμανία είναι παραδείγματα των χωρών με τα προεξέχοντα ταχυδρομικά ταμιευτήρια.
  • Ιδιωτική Τράπεζα: Ασχολείται με λογαριασμούς μεγάλων πελατών με μεγάλη οικονομική επιφάνεια.
  • Corporate Banking: Το Corporate Banking έχει ως αντικείμενο τα τραπεζικά προϊόντα που αφορούν κυρίως επιχειρήσεις και εταιρίες.
  • Συνεταιριστικές: Οι συνεταιριστικές τράπεζες αποτελούν πρωτοβουλίες τοπικού κυρίως χαρακτήρα με σκοπό την ενίσχυση π.χ. των τοπικών παραγωγών γεωργικών προϊόντων.

Τραπεζικό δίκαιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Τραπεζικό δίκαιο

Το Τραπεζικό Δίκαιο που αποτελεί κλάδο του Εμπορικού Δικαίου ορίζει ως απαραίτητο κεφάλαιο για την σύσταση μίας τράπεζας τα 5.000.000 ευρώ. Επίσης η νομική μορφή της τράπεζας είναι η Ανώνυμη Εταιρία κατά αναγκαστικό δίκαιο εκτός από τις πιο σπάνιες περιπτώσεις των συνεταιριστικών τραπεζών. Όλες οι τράπεζες είναι υποχρεωμένες από το νόμο να διατηρούν ένα αποθεματικό δηλαδή ένα ποσοστό των χρημάτων που δέχονται ως καταθέσεις δεν δύνανται να το χορηγήσουν ως δάνεια για λόγους ασφαλείας (για την κάλυψη υπέρμετρων αναλήψεων των πελατών της και την αποφυγή έκτακτων περιπτώσεων έλλειψης ρευστότητας).

Οι τράπεζες όμως δεν είναι ανεξέλεγκτες στον καθορισμό των επιτοκίων και της πολιτικής των χορηγήσεων και καταθέσεων τους. Λόγω της πολύ μεγάλης ισχύος τους, οι γενικές κατευθύνσεις δίνονται από διατάξεις και νόμους καθώς και από την Κεντρική Τράπεζα της χώρας.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Beranard Boringe, «Πότε εμφανίστηκαν οι πρώτες τράπεζες»,Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ.61 (Ιούλιος 1973), σελ.62
  2. Beranard Boringe, «Πότε εμφανίστηκαν οι πρώτες τράπεζες»,Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ.61 (Ιούλιος 1973), σελ.63-64
  3. Beranard Boringe, «Πότε εμφανίστηκαν οι πρώτες τράπεζες»,Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ.61 (Ιούλιος 1973), σελ.64

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Beranard Boringe, «Πότε εμφανίστηκαν οι πρώτες τράπεζες»,Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ.61 (Ιούλιος 1973), σελ.62-70
  • Οι τράπεζες στο πρώιμο Βυζάντιο-Δημοσιονομία-συναλλαγές: [1]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]