Ιστορία της Κύπρου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Γεωγραφικά η Κύπρος ανήκει στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου. [1]Γεωλογικά το νησί βγήκε από την θάλασσα[2] Η Κύπρος λόγω της γεωγραφικής της θέσης θα γίνει τόπος συγκερασμού ανατολικών και δυτικών στοιχείων από την όψιμη Προϊστορία.[3]

Πίνακας περιεχομένων

Παλαιολιθική εποχή (10.000- 8200 π.Χ)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην περίοδο του Ολοκαίνου η στάθμη της θάλασσας στην περιοχή είναι χαμηλή κατά 35 μέτρα και μια ζώνη στεριάς εκτείνεται κατά μήκος της νότιας ακτογραμμής. Λόγω του ρήγματος των Αδάνων η απόσταση ανάμεσα στην Κύπρο και τις απέναντι ακτές παραμένει μεγάλη στην εποχή του Πλειστόκαινου . Κατά το πρώιμο Ολόκαινο το νησί καλύπτεται από αειθαλή δάση κωνοφόρων ενώ η πανίδα του νησιού αποτελείται από ενδημικά είδη πυγμαίων ιπποποτάμων και νάνων ελεφάντων. Αμφίβολα πρέπει να θεωρηθούν τα ίχνη παλαιότερης-μεσοπαλαιολιθικής- κατοίκησης στις θέσεις ποταμού Μορόνου και ποταμού Χρυσοχού, αλλά και-ανώτερης παλαιολιθικής- Αγία Άννα-Περιβόλια (κοιλάδα Τρεμίθου-Λάρνακα)[4] Τα πρώτα ασφαλή δεδομένα για την πρωϊμότατη κατοίκηση της Κύπρου τα έδωσε η έρευνα στη θέση Ακρωτήρι-Αετόκρεμνος, τα ευρήματα της οποίας χρονολογήθηκαν στην αρχή ή στα μέσα της 11ης χιλιετίας π.Χ (10.000-9.500 π.Χ). Πρόκειται για βραχοσκεπή που χρησιμοποιούσε ομάδα η οποία ασκούσε τη θηρευτική οικονομία.[5]

Νεολιθική εποχή (8200 - 3900/3700 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Κύπριοι εμφανίζονται στον ιστορικό στίβο κατά τη Νεολιθική εποχή. Είναι οργανωμένοι σε αγροτικές κοινότητες.[6] Ο αρχαιότερος νεολιθικός πολιτισμός, ονομαζόμενος Πολιτισμός της Χοιροκοιτιάς (6.020-5.850 ή 5800 π.Χ.) ήταν ένας οικισμός 5.000 κατοίκων της ακεραμικής περιόδου με τα λίθινα αγγεία να παραμένουν το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα του και κατ' επέκταση γνώρισμα και του παλιότερου νεολιθικού πολιτισμού της Κύπρου.[7] Το τέλος της ακεραμεικής και η η κυρίως αρχή της είναι άγνωστα ως προς την προέλευση και τις ρίζες τους: στο συνοικισμό Τρουλλί στη Β.Κύπρο, έχουμε την χρήση πηλού με κόκκινα αγγεία. Χίλια έτη μετά από τον Πολιτισμό της Χοιροκοιτιάς ανήκει ο κεραμεικός πολιτισμός της Σωτήρας με ερυθρά στιλβωμένα αγγεία και οικήματα από πηλό. [8]

Η Κύπρος την περίοδο αυτή αρχίζει να δικτυώνεται με τους λαούς της Μέσης Ανατολής.[9]Ταυτόχρονα σχετίζεται και με τον Αιγαιακό χώρο. Η επαφή κυρίως με τους Κρήτες συμβάλει στην διαμόρφωση της Κυπρο-Μινωϊκής γραφής.[10] Στα τέλη της 4ης χιλιετίας εμφανίζεται ο Πολιτισμός της Ερήμης (συνοικισμός της Επικοπής δίπλα στη Σωτήρα): εδώ έχουμε επικράτηση της μονόχρωμης κεραμεικής και πρώτη φορά του χαλκού.[11]

Χαλκολιθική περίοδος (3800-2400 π.Χ)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην περίοδο αυτή η οικονομία στηρίζεται στους ίδιους πόρους με τη Νεολιθική ΙΙ. Η εκτροφή αιγοπροβάτων και χήρων συνεχίζεται όπως και το κηνύγι ελαφιών. Στην αρχιτεκτονική επανέρχεται η κυκλική κατοικία με λιθόκτιστο θεμέλιο και πασσάλους που στηρίζουν την οροφή. Χαρακτηριστικοί οικισμόι της περιόδου ήταν της Ερήμης στη νότιο Κύπρο και στα δυτικά στα Κισόνεργα, όπου πληθυσμός έφτανε τους 1000 κατοίκους. [12] Οι ταφές γίνονται μέσα ή ενδιάμεσα από τα σπίτια , οι τάφοι είναι κυψελοειδείς λάκκοι με έναν ή περισσότερους νεκρούς σε συνεσταλμένη θέση. Η κεραμική ειναι χτενιστή και γραπτή με ερυθρό πάνω σε λευκό, παράλληλα νέα σχήματα εμφανίζονται ενώ στη φυσιοκρατική ειδωλοπλαστική κυριαρχεί η γυναικεία μορφή.[13]

Εποχή του Χαλκού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώιμη εποχή του χαλκού (2300 - 1900 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εμφάνιση νέων οικισμών στην περίοδο αυτή μαρτυρεί την αύξηση του πληθυσμού του νησιού εξ' αιτίας και της οικονομικής ευημερίας που διέρχεται λόγω της εκμετάλλευσης των μεγάλων κοιτασμάτων χαλκού. Η εξαγωγή του σε Μ.Ασία, Συρία, Παλαιστίνη φέρνει σε επαφή την Κύπρο με άλλους παραμεσόγειους Πολιτισμούς.[14],όπως και στην Κρήτη, η οποία υπερέχει ως προς τις εισαγωγές από την Κύπρο.[15] Οι οικίες της περιόδου είναι ορθογώνιες με λίθινες κρηπίδες και ανωδομίες από πλίνθους, (Αλάμπρα, Αμπελικού). Τα νεκροταφεία είναι λαξευμένα σε πλαγιές και σπηλιές (Αγ.Παρασκευή, Βουνούς). Η αγγειοπλαστική της περιόδου είναι πιο σύνθετη με χαρακτά διακοσμητικά μοτίβα, ζωγραφιστά κύπελλα με ζωικές και ανθρώπινες μορφές. Οι θρησκευτικές αντιλήψεις εξελίσσονται κι αυτές:ομοιώματα ιερών (Κοτσιάτης, Καλοψίδα), λατρεία ταύρου.[16]

Μέση εποχή του χαλκού (1900 - 1650/1600 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περίοδος έχει χαρακτήρα μεταβατικό:αντικείμενα από την Κρήτη εντοπίζονται λόγω του ό,τι είναι ενδιάμεσος σταθμός τους για τη Συρία.Ορθογώνιες οικίες εξακολουθούν να κτίζονται (Καλοψίδα) ενώ οχυρώσεις πρωτοεμφανίζονται λόγω εξωτερικών απειλών: (Κρηνί, Νικολήδες, Νιτοβίκλα).Η ταφική αρχιτεκτονική της περιόδου γίνεται πιο σύνθετη (θάλαμοι γύρω από διάδρομο) και δέχεται επιδράσεις από την Αίγυπτο των Υκσώς (η πρώτη επιτύμβια στήλη του νησιού ανήκει σε αυτήν την περίοδο (Παλαιοσκούτελλα)[17] Οι επαφή και η επίδραση με την Κιλικία και την συροπαλαιστινιακή περιοχή είναι αμφίδρομη.[18] Μετά την εκδίωξη των Υκσώς από την Αίγυπτο στα τέλη της περιόδου, οι βόρειες περιοχές του νησιού και οι οικισμοί που κτίστηκαν εκεί για να προστατεύονται από την οροσειρά χάνουν τη σημασία τους και νέα κέντρα στις ανατολικές και νότιες ακτές δημιουργούνται (Έγκωμη, Κίτιο, Παλαίπαφος).[19]

Ύστερη εποχή του χαλκού (1650/1600 - 1100/1050 π.Χ)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την περίοδο αυτή εγκαθίστανται ειρηνικά οι Έλληνες σε τρεις διαδοχικές φάσεις στο νησί: τους ΙΔ' και ΙΓ΄ ως έμποροι και τεχνίτες, στα τέλη του ΙΓ ως άποικοι και στα μέσα του ΙΒ΄. Οι επιδράσεις εντοπίζονται σε θρησκευτικό και γλωσσικό επίπεδο, [20]αλλά και από τα ταφικά έθιμα και τον κεραμεικό ρυθμό που έφεραν οι Αχαιοί.[21]Αρκάδες από την Τριφυλία και την Πισάτιδα εγκαθίσταται στο Μαρόνι και στην Εγκώμη κομίζοντας το τοπωνύμιο Αλασία που έγινε δηλωτικό όλου του νησιού.[22] Οι σχέσεις μεταξύ των γηγενών Ετεοκυπρίων και Ελλήνων μεταναστών είναι ομαλές.[23] Ύστερα από το 1230 π.Χ. στα τέλη του ΙΓ' αι. ακολουθεί μια περίοδος αναταραχής και καταστροφών (Έγκωμη και Κίτιο) λόγω των εισβολών των Λαών της Θάλασσας.[24] Γύρω στα 1500 π.Χ εμφανίζεται ένα σύστημα γραφής, η συλλαβική κυπριακή γραφή.[25]

Κυπρογεωμετρική εποχή (1050 - 725 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον 9ο αι. Φοίνικες εγκαθίστανται στην νότια Κύπρο (Κίτιο) και το νησί καθίσταται χωνευτήρι ανάμεσα στον Ελληνικό και Ανατολικό πολιτισμό. Στο Κίτιο έκτισαν τον επιβλητικώτερο ναό του φοινικικού κόσμου αφιερωμένο στη θεά Αστάρτη.[26]

Κυπροαρχαϊκή εποχή (725 - 475 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές του 7ου αι. και έως το 650 π.Χ κατακτούν το νησί οι Ασσύριοι [27] Οι Κύπριοι αφού εξασφαλίζουν ανεξαρτησία από το 650 π.Χ και μετά περιορίζονται στην καταβολή φόρου υποτέλειας στους Ασσυρίους. Την περίοδο αυτή το νησί διέρχεται περίοδο ακμής: σημαντικό κέντρο, ήδη από παλαιότερες περιόδους, αποτελεί η Σαλαμίνα που είναι κέντρο επικοινωνίας ανάμεσα στον Αιγαιακό χώρο και την ηπειρωτική Ελλάδα από την μια και την Κύπρο και δια μέσου αυτής με την Ανατολή[28]. Στα 560 οι Αιγύπτιοι καταλαμβάνουν το νησί και αν και το εξουσιάζουν συντομώτερο χρονικό διάστημα (560-545) είναι πιο πιεστικοί από τους προκατόχους τους Ασσύριους. Η Αμαθούς και η Ναυκρατίδα είναι σημαντικά λιμάνια του νησιού. Το 545 ακολουθεί η Περσία και πλέον οι Κύπριοι εκτός του φόρου υποτέλειας υποχρεώνονται να παρέχουν και στρατιωτικές υπηρεσίες σε αυτήν. Οι βασιλείς του νησιού ήταν διχασμένοι ως προς τη στάση τους απέναντι στον κατακτητή: άλλοι τηρούν στάση φιλοπερσική και άλλοι,όπως ο Ευέλθων της Σαλαμίνος έχουν μια σχετική αυτονομία: ο Ευέλθων κόβει δικό του νόμισμα και χαράσσει δική του εξωτερική πολιτική.[29] Ο Σαλαμίνιος βασιλίας Ονήσιλος ηγείται αντιπερσικής επανάστασης (499/8 π.Χ.) και συμμαχεί με τους Ίωνες. Η αποφασιστική μάχη δόθηκε στην πεδιάδα της Σαλαμίνας αλλά κρίθηκε από τη προδοτική στάση μερίδας Κυπρίων και του βασιλιά του Κουρίου Στησήνωρα. Οι Πέρσες κατίσχυσαν των αντιπάλων τους, αντικατέστησαν με φιλοπερσικά στοιχεία όλους τους βασιλείς και σαν επιστέγασμα υποχρέωσαν να βοηθήσουν τον Ξέρξη στην κατά της Ελλάδος εκστρατεία του το 480 με 150 πλοία.[30]

Κυπροκλασσική εποχή (475 - 325 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Αθηναίοι μετά τα Μηδικά συνέχισαν με τους συμμάχους τους τον αγώνα κατά των Περσών και το 458 π.Χ. διέλυσαν τις Περσικές και Φοινικικές βάσεις στο νησί. Τέσσερα χρόνια μετά (454 π.Χ) το νησί επανήλθε στην Περσική κατοχή μετά την ήττα των Αθηναίων στην εκστρατεία τους στην Αίγυπτο. Καθώς όμως ήταν για τους Αθηναίους ζωτικής σημασίας ο έλεγχος της Ανατολικής Μεσογείου επιχειρήθηκε νέα εκστρατεία με αρχηγό τον Κίμωνα και πρώτο στόχο την απελευθέρωση της Κύπρου. Μετά από αποτυχημένη πολιορκία του Κίτιον , νίκησαν στη Σαλαμίνα (450 π.Χ). Με τη συνθήκη του Καλλία (448 π.Χ.) η Κύπρος έμεινε εκτός της σφαίρας της Αθηναϊκής κυριαρχίας.[31] Το 411 π.Χ. ο Ευαγόρας Α΄ τερματίζει την ανθελληνική πολιτική των Φοινίκων σφετεριστών και ανέρχεται στο θρόνο της Σαλαμίνος. Συμμάχησε με τους Αθηναίους και τους ευεργέτησε (ναυμαχία Κνίδου κατά Σπαρτιατών-394 π.Χ) ενώ επιχείρησε να ενώσει τις Κυπριακές πόλεις σε ένα κοινό πόλεμο, για την πραγματοποίηση του πολιτικού του οράματος που ήταν η δημιουργία ενός ενιαίου κυπριακού κράτους, ανεξάρτητου από την Περσική κηδεμονία. Τελικά απέτυχε.[32]Ο διάδοχός του Νικοκλής ο Σαλαμίνιος αποδείχθηκε κατώτερος του προκατόχου ως προς την εκπλήρωση του αντιπερσικού αγώνα ενώ ο Ευαγόρας Β΄ θέλησε να προσεταιρισθεί από υπολογισμό τον Μέγα Βασιλέα . Οι εξέγερση των Κυπρίων βασιλέων κατά των Περσών που ακολούθησε ήταν επίτευγμα του Πνυταγόρα .[33] Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της πολιτικής ζωής της Κύπρου εκείνης της περιόδου ήταν ο πολικεντρισμός : ή 7 ή 9 ή 10 πόλεις αναφέρονται στις πηγές με γνώρισμα την αυτονομία λόγω του συντηρητισμού τους. Κυβερνιούνται από βασιλιά αλλά μετά τα Μηδικά διεισδύουν δημοκρατικές αντιλήψεις εξ Αθηνών που παύουν μετά την Ειρήνη του Καλλία.[34] Όταν ο Μέγας Αλέξανδρος συγκρούεται με την Περσική Αυτοκρατορία τα πληρώματα του Περσικού στόλου αποτελούν και Κύπριοι.[35]

Ελληνιστική περίοδος (325 - 59 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το νησί είναι μήλον της έριδος για Αντιγονίδες και Πτολεμαίους: τελικά υπερίσχυσε ο Πτολεμαίος όταν τοποθέτησε δικό του βασιλιά τον Νικοκρέοντα στην Σαλαμίνα,ο οποίος μετά το 311 αποστάτησε κατά του Πτολεμαίου, αλλά τελικά το 311-310 περιήλθε στην κυριαρχία του Πτολεμαίου.[36] Μετά από ναυμαχία που πραγματοποιήθηκε μεταξύ του στόλου του Αντίγονου και του στόλου του Πτολεμαίου του Αντίγονου στη Σαλαμίνα και τελική κατίσχυση του δεύτερου, το νησί περιήλθε στους Πτολεμαίους.[37]

Ρωμαϊκή περίοδος (59 π.Χ. - 325 μ.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 58 π.Χ το νησί περιέρχεται στην κατοχή των Ρωμαίων μετά από μια ασήμαντη αφορμή: ο υπασπιστής του Καίσαρα αιχμαλωτίζεται από πειρατές αλλά ο Πτολεμαίος αρνείται να καταβάλει λίτρα. Η πραγματική αιτία όμως είναι η κατάληψη του νησιού και η αξιοποίηση του εύφορου εδάφους και πλούσιου υπεδάφους του νησιού. [38] Προσαρτημένη αρχικά στην επαρχία της Κιλικίας λόγω των εμφυλίων πολέμων θα επανέλθει στο πτολεμαϊκό κράτος (47 π.Χ). Το 43 π.Χ πέρασε στα χέρια των Ρωμαίων και το 36 και 34 παραχωρήθηκε σε Πτολεμαίους για να περάσει οριστικά στη Ρώμη το 30 π.Χ. To 27 π.Χ η Κύπρος αποσυνδέθηκε από την Κιλικία και αποτέλεσε ανεξάρτητη αυτοκρατορική επαρχία, αλλά το 22 π.Χ. αποτέλεσε δημόσια (συγκλητική) επαρχία. Επί Διοκλητιανού έγινε επαρχία της διοικήσεως της Ανατολής. Φορολογικές καταχρήσεις σε βάρος του πληθυσμού συνέβησαν από τους Ρωμαίους διοικητές ενώ οι κάτοικοί της εξαναγκάσθηκαν σε υποχρεωτικό δανεισμό (53-51 π.Χ). Στους αυτοκρατορικούς χρόνους δεν παρατηρούνται σημαντικές κρίσεις, όμως στα 116/117 μ.Χ. ξεσηκώνονται οι Ιουδαίοι της Κύπρου και εξοντώνουν τον μη ιουδαϊκό πληθυσμό της Σαλαμίνας. Το 269 μ. Χ. επιτίθενται οι Γότθοι στο νησί. Φυσικές καταστροφές και σεισμοί που σημειώθηκαν στο νησί στα 18, 17, 15, π.Χ και στα 76/77 μ.Χ. αλλά και ανομβρία και λιμός στις αρχές του 4ου αι. μ.Χ. Υπήρχαν τέσσερις δικαστικές διοικήσεις στο νησί. Η μόνη ιδιοκτησία των Ρωμαίων ήταν τα μεταλλεία του νησιού.[39] Σημαντικός σταθμός της περιόδου είναι και η διάδοση του Χριστιανισμού: ο Απόστολος Παύλος με τον Σαλαμίνιο Βαρνάβα, τον ιδρυτή της αυτοκέφαλης εκκλησίας της Κύπρου, περιέρχονται τις Κυπριακές πόλεις και κηρύττουν τη νέα θρησκεία. Στην Πάφο ασπάζεται τη νέα πίστη ο ανθύπατος Σέργιος Παύλος,παρά την αντίδραση του εβραίου μάγου Ελίμα.[40] Ο πληθυσμός του νησιού στη Ρωμαϊκή περίοδο ήταν αρκετά μεγαλύτερος από οποιαδήποτε προηγούμενη ή και μεταγενέστερη περίοδο. Το Φοινικικό στοιχείο υποχώρησε και λόγω του εξελληνισμού του. Το Ιουδαϊκό στοιχείο ενισχύει την παρουσία του μετά την καταστροφή των Ιεροσολύμων και οι σχέσεις του με τους γηγενείς δεν ήταν πάντα αρμονικές. Οι Ρωμαίοι είναι ολιγαριθμώτεροι όλων.[41] Η Κύπρος ήταν και τότε διαμετακομιστικός σταθμός για την άσκηση του εμπορίου. Το κοινό των Κυπρίων -θεσμός που πρωτοσυστάθηκε στα χρόνια των Πτολεμαίων εξακολουθεί να υφίσταται με έδρα του την Πάφο με περιορισμένη όμως την πολιτική δραστηριότητά του. Η Κύπρος υπό την Ρωμαϊκή κατοχή διατήρησε τους πολιτειακούς θεσμούς της με μεγαλύτερο βαθμό αυτονομίας σε σχέση με την προηγούμενη Πτολεμαϊκή περίοδο-την πιο συγκεντρωτική.[42]

Βυζαντινή εποχή (325 - 1191 μ.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρωτοβυζαντινή περίοδος (325-642 μ.Χ)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές του 4ου αι. η Κύπρος ευημερεί αλλά οι σεισμοί του 332 μ.Χ. και του 342 μ.Χ. ισοπεδώνουν μεγάλα αστικά κέντρα (Σαλαμίνα,Πάφος) και κατ'εξοχήν νήσος γεωργική λόγω της παρατεταμένης ανομβρίας επλήγη από λιμό.[43]. Ο Κωνστάντιος ανοικοδομεί την Σαλαμίνα όχι όμως και την Πάφο-μέχρι τότε πρωτεύουσα του νησιού- επειδή η δεύτερη ήταν πόλη ειδωλολατρική. Στο β μισό του 4ου αι.η Κύπρος ξαναβρίσκει την ευημερία της όπως φαίνεται από την ανέγερση μεγαλόπρεπων βασιλικών (Πάφος,Κούριο, Σαλαμίνα, Σόλους), αλλά και από τα πλήρη δραστηριότητας ναυπηγεία του νησιού.[44] Το πέρασμα της Αγίας Ελένης από το νησί τόνωσε τον Χριστιανισμό στο νησί αλλά και τον πληθυσμό του:[45]Η Σαλαμίς-Κωνσταντία έγινε η νέα πρωτεύουσα του νησιού και έδρα του αρχιεπισκόπου.[46]. Η μετάβαση από την ειδωλολατρεία στον Χριστιανισμό είναι ομαλή και παρουσιάζεται οργανωμένος τον 4ο αι.: αντιπροσωπεύεται η τοπική Εκκλησία στην Πρώτη Σύνοδος της Νίκαιας,[47]και στη Σύνοδο της Σερδικής.[48] Όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος έστειλε κυβερνήτη του νησιού τον Καλόκαιρο για να βοηθήσει στην ανοικοδόμηση του νησιού μετά τον σεισμό του 332, εκείνος στασίασε και αυτοανακηρύχθηκε ανεξάρτητος κυβερνήτης της Κύπρου αλλά η εξέγερσή του κατεστάλη.[49]. Κατά την αναδιοργάνωση των επαρχιών από τον Ιουστιανό το 535 η Κύπρος αποσπάται από τη δικαιοδοσία του κόμητος της Ανατολής και περιήλθε με άλλες επαρχίες στη διοικητική αρμοδιότητα του quaestoris iustiniani exercitus , που είχε έδρα την Οδυσσό.[50] Η Κύπρος απέκτησε εκκλησιαστική αυτοκεφαλία, όταν η Γ Οικουμενική Σύνοδος απέρριψε την αξίωση του Πατριαρχείου Αντιοχείας να υποτάξει την Εκκλησία της Κύπρου. [51]- και δικαστικά υπήχθη απευθείας στην Βυζαντινή πρωτεύουσα. Πλήρωνε στρατιωτικούς φόρους ίσους με άλλες μεγάλες περιοχές της αυτοκρατορίας κάτι που μαρτυρεί την οικονομική ακμή του νησιού.[52]

Μεσοβυζαντινή περίοδος (642-1071 μ.Χ)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον 7ο αι.σημειώνονται Αραβικές επιδρομές, με πρώτη εκείνη του 649 μ.Χ., οπότε λεηλατήθηκε η πρωτεύουσα του νησιού αλλά οι Άραβες αποσύρθηκαν μετά την άφιξη των Βυζαντινών. Ακολούθησε εκείνη του 654 με εγκατάσταση 12.000 ανδρών στο νησί.Η πολύ περιορισμένη εγκατάσταση Αράβων εποίκων δεν μετέβαλε τον εθνολογικό χαρακτήρα του νησιού.[53] Το 659 αποσύρονται για να επανέλθουν το 670-680. Το 688 συνθήκη ανάμεσα στους Βυζαντινούς και τους Άραβες μεταβάλει το νησί σε αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη και οι δύο πλευρές μοιράζονται τα έσοδα του νησιού. Τρία χρόνια μετά ο Ιουστινιανός Β' αιχμαλώτισε τους Άραβες του νησιού. Έτσι το νησί δεχόταν περιοδικά επιδρομές από τους Άραβες κάθε φορά που υπήρχε η υποψία της παραβίασης της ουδετερότητας των Κυπρίων απέναντι σε Βυζαντινούς και Άραβες,όπως το 743μ.Χ. [54] Ο Βασίλειος Α΄ έκανε την Κύπρο θέμα. Η προθυμία των Κυπρίων να δεχθούν τη βυζαντινή κυριαρχία εξαρτιόταν στην περίοδο 726 -843 περισσότερο από τη στάση των εκάστοτε αυτοκρατόρων απέναντι στις εικόνες αν κρίνουμε τη αδιάπτωτη εικονολατρία τους. Το 911 πραγματοποιείται νέα Αραβική επιδρομή.[55] Οι εκάστοτε βυζαντινοί αυτοκράτορες της περιόδου αυτής επιχειρούν να μειώσουν την εξουσία του αρχιεπισκόπου Κύπρου διά της Προχειρήσεως ,όμως στις φάσεις της ουδετεροποίησης που διέρχεται το νησί ασκούν κοσμική εξουσία δυνάμει και των προνομίων του αυτοκράτορα Ζήνωνα (488 μ.Χ).[56] Η γεωργία και η κτηνοτροφία συνιστούν βασικό κορμό της τοπικής οικονομίας, μαζί με ναυτιλία και εμπόριο αλλά και ορυχεία χαλκού και αργύρου. [57]

Υστεροβυζαντινή περίοδος (1071-1192 μ.Χ)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1092 ο διοικητής της Κύπρου Ραψομάτης συνεννοούμενος με το διοικητή της Κρήτης Καρύκη, επαναστατεί ταυτόχρονα και ανακηρύσσεται ανεξάρτητος δεσπότης του νησιού. Ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός έστειλε τον Ιωάννη Δούκα και κατέπνιξε την εξέγερση.[58]

Μεσαιωνική εποχή, Φραγκοκρατία (1192 - 1489 μ.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλιάς της Αγγλίας Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος κατακτά την Κύπρο το 1191 αλλά μεταβίβασε τον πολιτικό της έλεγχο στους Ναΐτες οι οποίοι φορολόγησαν δυσβάστακτα τους κατοίκους της και προκάλεσαν το 1192 την εξέγερση των Κυπρίων εναντίον τους η οποία καταπνίγηκε. Οι Ναΐτες αποχωρούν και το νησί παραχωρείται στον Γκυ των Λουζινιάν ο οποίος ενδυνάμωσε το λατινογενές-καθολικό στοιχείο και θεμελίωσε τους νέους οικονομικούς και κοινωνικούς θεσμούς του νέου καθεστώτος (παραχώρηση γης και αστικών και στρατιωτικών προνομίων).[59] Ο διάδοχός του Αμάλριχος κατοχύρωσε τη νομική υπόσταση του βασιλείου της Κύπρου στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεων της εποχής του. Δεν έλειψαν και οι αντιδράσεις κατά των κατακτητών στην περίοδο της βασιλείας του (ανταρσία Κανάκη).[60] Στα χρόνια του Ερρίκου Α΄ της Κύπρου εσωτερικά θέματα του βασιλείου έδωσαν την ευκαιρία στον Φρειδερίκο Β΄ να καταλάβει την Κύπρο για σύντομο διάστημα.[61] Η θέση του βασιλείου της Κύπρου τα επόμενα χρόνια κατέστη επισφαλέστερη λόγω της απώλειας κτήσεων των Σταυροφόρων: ήταν το μοναδικό προγεφύρωμα του δυτικού κόσμου στην Ανατολή. Επί Ούγου Δ΄ και Πέτρου Α΄ το βασίλειο διανύει την πιο ένδειξη φάση του από άποψη πολιτική και οικονομική: και οι δύο ηγεμόνες παρέμειναν πιστοί στην Σταυροφορική ιδεολογία των προκατόχων τους.[62] Ακολουθεί περίοδος εσωτερικών δυναστικών ερίδων που οξύνεται από την διαμάχη μεταξύ Γενουατών και Βενετών. Πράγματι οι Γενουάτες κατέλαβαν σημαντικά κέντρα του νησιού με σκοπό τη μονοπώληση του κυπριακού εμπορίου και προχώρησαν σε συμμαχία με το σουλτάνο της Αιγύπτου (1426) που την κατέλαβε.[63] Η επόμενη περίοδος σημαδεύεται από τη σύγκρουση ανάμεσα στον Ιάκωβο Β' της Κύπρου και την Καρλόττα.Τελικά ο πρώτος κατίσχυσε και αποδείχθηκε ο πιο δυναμικός βασιλιάς από την εποχή του Πέτρου Α΄ της Κύπρου[64] Μετά τον θάνατο του Ιάκωβου Β' της Κύπρου η Βενετή σύζυγός του Αικατερίνη Κορνάρο της Κύπρου υπό την πίεση της βενετικής εξουσίας παραχώρησε το Βασίλειο στη Βενετία στις 26 Φεβρουαρίου 1489.[65] Η συνύπαρξη των δύο εκκλησιαστικών θεσμών, του λατινικού και του τοπικού ορθοδόξου αποτελούσε μόνιμο και ακανθώδες πρόβλημα σε όλη την περίοδο της Φραγκοκρατίας: ο λατινικός κλήρος επεδίωξε την πλήρη εκκλησιαστική αφομοίωση του ορθόδοξου πληθυσμού και επακόλουθα την επέμβαση της εθνολογικής ταυτότητάς του. Η λατινική Εκκλησία της Κύπρου συστήθηκε σαν αντάλλαγμα στην παπική αναγνώριση του Αμάλριχου . Η τοπική ορθόδοξη Εκκλησία βρέθηκε σε μειονεκτική θέση μετά την μετάθεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Νίκαια: μείωση αριθμού επισκόπων, μεταθέσεις εκκλ. εδρών,επιβολή λατινικών εθίμων, φυλακίσεις, βασανιστήρια). Σε όλα αυτά το ορθόδοξο ποίμνιο δεν έμεινε αργό αλλά αντιδρούσε δυναμικά κατά κάθε μορφής επιβολή.[66] Ως προς την κοινωνικοοικονομική κατάσταση του πληθυσμού, το φράγκικο καθεστώς εκμεταλλευόταν υλικά τον πληθυσμό: η άρχουσα τάξη των γηγενών εξέλιπε και την υποκατέστησε η Υψηλή Αυλή-ασκεί εκτελεστική εξουσία (συνέλευση ευγενών φεουδαρχών με βασιλιά, η εξουσία του οποίου αυξομειωνόταν αναλόγως την συγκυρία). Η Κάτω Αυλή είχε ρόλο εκδικαστικό και δικονομικό. Η όλη δομή της διοίκησης ήταν στρατιωτική καθώς η η φεουδαρχική σχέση συγκροτούσε τη στρατιωτική δύναμη.Ο ελληνικός πληθυσμός διακρινόταν σε δουλοπάροικους, σε απελεύθερους ή Περπυριάριους και τη μικροαστική τάξη.[67]

Βενετοκρατία (1489 - 1571 μ.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Και επί Βενετοκρατίας το νησί διατήρησε τους προηγούμενους φεουδαρχικούς του θεσμούς. Η Κύπρος υπήχθη στην πολιτική και νομοθετική εξουσία της Συγκλήτου και του Μεγάλου Συμβούλιο. Μια τριανδρία αποτελούμενη από τον τοποτηρητή και δύο συμβούλους με έδρα τη Λευκωσία, ήταν αυτή που αποτελούσε την ανώτατη αρχή, η οποία ασκούσε και δικαστικά καθήκοντα. Ο καπιτάνος της Αμμοχώστου ήταν ο ανώτατος στρατιωτικός διοικητής του νησιού, αλλά και με διοικητικά και δικαστικά καθήκοντα για την ίδια πόλη. Επίσης υπήρχε και το Μεγάλο Συμβούλιο αποτελούμενο από ευγενείς. Ο γενικός προβλέπτης είχε έκτακτα στρατιωτικά καθήκοντα. Ο στρατός δεν πρέπει να ξεπερνούσε τους 350-400 κι έφτασε τους 800 άνδρες και με 2000 μισθοφόρους. Στο τέλος της περιόδου είχαν στρατολογηθεί και 5000 ντόπιοι.[68] Όσον αφορά τον πληθυσμό του νησιού στο τέλος της Βενετοκρατίας διπλασιάστηκε σε σχέση με την αρχή της: από 106.000 ανήλθε σε 200.000.[69] Την οικονομία του νησιού ενίσχυαν το μονοπώλιο των αλυκών, και τα αγροτικά προϊόντα: γενικά δεν είχε την ακμή που είχε σε προηγούμενη περίοδο επειδή η Κύπρος δεν συνιστούσε οικονομικό αυτοσκοπό για τους Βενετούς.[70] Η Βενετική εξουσία επιθυμούσε από την αρχή την αντικατάσταση της γαλλικής φεουδαρχικής τάξεως προκειμένου να αποκτήσει κοινωνικό έρεισμα. Στην πλειοψηφία του τη δημογραφική βάση του ελληνικού πληθυσμού αποτελούσε το αγροτικό στοιχείο (πάροικοι και ελεύθεροι γεωργοί) που ενταγμένο στο φεουδαρχικό σύστημα οδηγούνταν στην οικονομική του εξαθλίωση.[71] Οι συνθήκες κατοχής εκκόλαψαν το εθνικό και κοινωνικοπολιτικό κίνημα του Διασσωρίνου, στα 1560 , οποίος μετά την μυστική επικοινωνία του με τους Οθωμανούς συνελήφθη και θανατώθηκε.[72] Οι σχέσεις της Βενετοκρατούμενης Κύπρου με τους Αιγύπτιους Μαμελούκους από τους οποίους ήθελαν να χειραφετηθούν γνωρίζουν διακυμάνσεις χωρίς όμως να κατακτηθούν από τους δεύτερους. Η άνοδος της Οθωμανικής δύναμης στην Ανατολική Μεσόγειο αποτέλεσε τον νέο υπολογίσιμο παράγοντα για την Κύπρο η οποία εκτός των διπλωματικών μεθόδων μετήλθε και στρατιωτικών όταν διαπίστωσε πως οι Οθωμανοί γίνονταν ιδιαιτέρως απειλητικοί (επιδρομή Λεμεσού 1539).[73] Η αρχική ανισότητα μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων εξελίχθηκε σε ειρηνική συνύπαρξη για τις δυο κοινότητες.[74]

Οθωμανική αυτοκρατορία, Τουρκοκρατία (1571 - 1878 μ.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν το νησί ο πληθυσμός του ανερχόταν σε 200.000 ενώ ο Τουρκικός δεν ξεπερνούσε τις 2500. Ο ελληνικός πληθυσμός αραίωσε και η Πύλη εξέδωσε φιρμάνι (1572) για μετοίκηση μικρασιατικού πληθυσμού στο νησί, κάτι που δεν είχε απήχηση. Στα 1738 έφτανε τους 100.000 κι από αυτούς οι 3000 Τούρκοι.[75]

Η Κύπρος από το 1821-1830[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κύπρος απομακρυσμένη από τις εστίες των πολεμικών επιχειρήσεων ήταν δύσκολο να αναλάβει ένοπλο αγώνα κατά την Επάνασταση του 1821, μπορούσε όμως να ενισχύσει οικονομικά τον Αγώνα δια της Φιλικής Εταιρείας. Για την αποτροπή πιθανής εξέγερσης οι Τουρκικές αρχές του νησιού προέβησαν σε προλυπτικό αφοπλισμό των κατοίκων, σε ενίσχυση των στρατιωτικών δυνάμεων του νησιού και στη σφαγή κληρικών και προκρίτων[76], προκαλώντας τη φυγή πολλών Κυπρίων στην επαναστατημένη Ελλάδα και τη συμμετοχή τους σε πολλά μέτωπα εκεί:δυτική Στερεά, β πολιορκία Μεσολογγίου, Πελοππόνησος).Ο Καποδίστριας το 1827 διατυπώνει την άποψη πως τα σύνορα του μελλοντικού κράτους θα μπορούσε να περιλαμβάνουν και την Κύπρο[77].

Η Κύπρος από το 1830-1878[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κὐπρος θα αποτελέσει αντικείμενο διεθνούς ενδιαφέροντος στα πλαίσια του Ανατολικού Ζητήματος:οι Αιγύπτιοι του Μεχμέτ Αλή, οι Γερμανοί, οι Γάλλοι και οι Άγγλοι εκδηλώνουν ενδιαφέρον στα μέσα του 19ου αι, για το νησί, ενώ ανάλογες τάσεις διαμορφώνονται και στα πλαίσια του νεοελληνικού εθνικισμού. Το 1833 λόγω του δυσβάστακτου φορολογικού συστήματος εκδηλώνονται εξεγέρσεις κοινωνικού χαρακτήρα στην Λάρνακα και τη Λευκωσία, στην Χρυσοχού Πάφου και στην Καρπασία.[78] Στα χρόνια της Επανάστασης το 1/3 του πληθυσμού του νησιού εγκαταλλείπει την Κύπρο, αλλά μετά τα μέσα του 19ου αι. σημειωνεται ανάκαμψη με το Ελληνικό στοιχείο να πλειοψηφεί έναντι των μουσουλμάνων. Το μεγαλύτερο μέρος του ήταν αγροτικό και οι πιο πολλοί μωαμεθανοί ζούσαν σε αστικά κέντρα.[79] Διοικητικά το 1849 βγήκε από την αρμοδιότητα του καπουδάν πασά και εντάχθηκε ως σαντζάκι του πασαλικίου Ρόδου στην επαρχία Νήσων του Αρχιπελάγους. Το 1861 αναγνωρίστηκε ως ανεξάρτητο μουτεσαριφλίκι και από το 1868 αποτέλεσε λιβά του βιλαετίου του Αρχιπελάγους. Εσωτερικά διαιρείτο σε 15 καζάδες. Δεν έλλειψαν απόπειρες διοικητικής εκπρόσωπησης των χριστιανών υπηκόων στα 1830 και 1838 που δεν υπερέβαιναν το επίπεδο διαχείρισης πρακτικών διοικητικών θεμάτων.[80] Οι δομές της αγροτικής οικονομίας της περιόδου παραμένουν παραδοσιακές από την εποχή της Φραγκοκρατίας. Η Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Κύπρου διοικούσε (νομιμοφροσύνη έναντι Οθωμανών, είσπραξη φόρων) τους χριστιανούς βάσει οθωμανικών βερατίων. Οι εκλογές των ιεραρχών γίνονταν με τη συμμετοχή του λαϊκού στοιχείου αλλά δεν έλειψαν και οι οθωμανικές παρεμβάσεις. Οι εκπαιδευτικές προσπάθειες της Κυπριακής Εκκλησίας συνίστανται στην ίδρυση Ελληνικών Σχολών και αλληλοδιδακτικών σχολείων στοιχειώδους εκπαίδευσης.[81]

Αγγλοκρατία (1878 - 1960 μ.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1878-1914[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H Αγγλία επιδιώκοντας να ενισχύσει τη στρατηγική της παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο ενσωμάτωσε την Κύπρο: με μυστική Σύμβαση ανάμεσα σε Αγγλία και Υψηλή Πύλη τον Ιούνιο του 1878 η Κύπρος δινόταν ως εκμίσθωση για τη βοήθεια των Άγγλων στους Οθωμανούς σε περίπτωση ρωσικής καθόδου. De jure ανήκε στον Σουλτάνο το νησί μέχρι το 1914 οπότε και προσαρτήθηκε στην Βρετανική Αυτοκρατορία. Ανώτατος διοικητής του νησιού ήταν ο Ύπατος Αρμοστής υπαγόμενος στο Υπουργείο Αποικιών. Οι κάτοικοι, Οθωμανοί υπήκοοι, είχαν μια πρώτη εμπειρία αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης δια του Νομοθετικού Συμβουλίου στο οποίο συμμετείχαν και αιρετοί αντιπρόσωποι του λαού. Η αγγλοκρατία έθεσε τέρμα στις αυθαιρεσίες της Οθωμανικής δικαιοσύνης. Η Κύπρος αν και υπό αγγλική διοίκηση πλήρωνε φόρο υποτέλειας στην Πύλη κάτι που απομυζούσε το πενιχρό ήδη κυπριακό δημόσιο εισόδημα και εκκόλαπτε κάθε πολιτική διεκδίκησή των ντόπιων έναντι των κυριάρχων τους.[82] Ο πληθυσμός του νησιού αυξάνει κατά 47,66 % και το ελληνικό στοιχείο αποτελεί τα 4/5 του συνολικού πληθυσμού ενώ αυξάνει σταδιακά και ο αστικός πληθυσμός.[83] Στην περίοδο της αγγλοκρατίας τίθενται οι βάσεις των κοινωνικοοικονομικών μετασχηματισμών της Κυπριακής κοινωνίας: περνώντας αρχικά από μια οικονομική δυσπραγία λόγω και της φορολογίας, δημιουργούσε σταδιακά τις συνθήκες για την τόνωσή της από τη βελτίωση του φυσικού πλαισίου της οικονομίας και την αξιοποίηση φυσικών πόρων. Επικουρικά έρχεται και η αύξηση της εμπορικής δραστηριότητας που δημιούργησε την ανάγκη για νέα πιστωτικά ιδρύματα (Τράπεζα Κύπρου-1912). Μια μικρή τάξη μεγαλοαστικών οικογενειών η οποία επιδίδεται στο εμπόριο μονοπωλεί την πολιτική δραστηριότητα και καλλιεργεί ένα modus vivendi με τους Άγγλους. [84]Το σύστημα διοικήσεως που οι Άγγλοι είχαν επιβάλει δεν ενθάρρυνε την προώθηση των συλλογικών αναγκών και αιτημάτων, τα οποία βρήκαν έκφραση μέσα από υπομνήματα από την Εθναρχούσα Εκκλησία (1879, 1881, 1887-88, 1895,1903,1911). Ο αλυτρωτικός εθνικισμός των Κυπρίων-πολιτική έκφραση του οποίου ήταν το αίτημα της Ένωσης με την Ελλάδα- εκκολάφθηκε από την αδιαφορία των Άγγλων να επιλύσουν τα προβλήματά τους, από την ανεκτικότητά τους και από τις ιδεολογικές επιδράσεις από το ελεύθερο ελληνικό κράτος: Κύπριοι εθελοντές συμμετείχαν στις αλυτρωτικές διεκδικήσεις του Ελλαδικού κράτους κατά το β μισό του 19ου αι. και στις αρχές του 20ου, ενώ ενωτικά διαβήματα διατυπώθηκαν στα 1904, 1907, 1911-1912. Η αγγλοκρατία ενθάρρυνε τους διαχωρισμούς μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων για να υπονομεύσει κάθε Ενωτική προσπάθεια.[85] Με την αντικατάσταση της οθωμανικής διοικήσεως από την αγγλική έλλειψε το ιδεολογικό και οργανωτικό πλαίσιο που προσδιόριζε τις εθναρχικές αρμοδιότητες της Εκκλησίας, όμως παρέμεινε δραστήρια στη πολιτική ζωή συμμετέχοντας στην προώθηση του αιτήματος της Ένωσης (διάβημα Σωφρόνιου σε Λονδίνο 1889). Το Αρχιεπισκοπικό ζήτημα κατέδειξε την διαπλοκή του προβλήματος της απουσίας θεσπισμένου τρόπου διαδοχής και του Ενωτικού Ζητήματος.[86]

1914-1941[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επίσημη προσάρτηση της Κύπρου στις Βρετανικές κτήσεις ήταν αποτέλεσμα της καταγγελίας των διπλωματικών συμβάσεων ανάμεσα σε Μεγάλη Βρετανία και Οθωμανική Αυτοκρατορία συνεπεία της μεταξύ τους κήρυξης του πολέμου. Η αναγνώριση του νέου καθεστώτος έγινε με τη Συνθήκη της Λωζάννης(1923) και επίσημα τον Μάιο του 1925. Η συμμετοχή των Κυπρίων στα μέτωπα του Α Παγκοσμίου πολέμου συνδεόταν με τις Ενωτικές προσδοκίες που τις ενθάρρυνε έστω και στιγμιαία η Αγγλία όταν πρότεινε ως δέλεαρ-αντάλλαγμα προς την Ελλάδα για να εγκαταλείψει την ουδετερότητά της, την παραχώρηση της Κύπρου., αν και η Ελλάδα την απέρριψε. Ο Κυπριακός λαός δεν έπαψε να εκδηλώνει την επιθυμία του για ένωση με την Ελλάδα: το 1915 από τους ενωτικούς βουλευτές του Νομοθετικού Συμβουλίου ή την εκλογή Ενωτικών στα 1917, ή αξιοποιώντας την επίσκεψη Βενιζέλου στο Λονδίνο. Η Κυπριακή αποστολή (1918-1920) στην Σύνοδο της Ειρήνης του Παρισιού και στο Λονδίνο για την προώθηση του αιτήματος δεν υπήρξε καρποφόρα.[87] Άοκνη ήταν η Ενωτική προσπάθεια και στη διάρκεια του μεσοπολέμου (αποστολή το 1929 στο Λονδίνο) ,και έλαβε κι άλλες μορφές: ίδρυση Εθνικής Οργάνωσης Κύπρου(1930), καταψήφιση αύξησης τελωνειακών δασμών που εξυπηρετούσαν την αποπληρωμή τόκων οθωμανικού δανείου. Η απόρριψη του ενωτικού αιτήματος και η άδικη δημοσιονομική πολιτική που ασκούσε το αποικιοκρατικό καθεστώς πυροδότησαν εξελίξεις στα 1931: σύμπηξη Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης Κύπρου,διαδηλώσεις, που γενικεύθηκαν σε πόλεις του νησιού κι έλαβαν βίαιο περιεχόμενο(Οκτωβριανά):. Συνέπεια ήταν το αποικιακό καθεστώς να γίνει πιο δικτατορικό., αλλά και η Ελλαδική κυβέρνηση του Βενιζέλου να αποστασιοποιηθεί.[88]Στις παραμονές του Β' Παγκοσμίου πολέμου προβάλλεται το αίτημα της αυτονομίας από τους Κύπριους οι οποίοι με την έναρξη του πολέμου έσπευσαν να συμμετάσχουν. Η Κύπρος αποτέλεσε μέρος των μεταπολεμικών διεκδικήσεων της Ελλάδος κατά τον πόλεμο, αλλά απορρίφθηκαν.[89] Ως προς την εθνολογική σύστασή της,η Κύπρος (1931) :347.959 συνολικά κάτοικοι εκ των οποίων το 79,5% Ελληνικό στοιχείο, 18,5% Τούρκοι, Αρμένιοι 1%. Για την πλειοψηφία του πληθυσμού του νησιού η απασχόληση είναι η γεωργία με αριθμητική κυριαρχία των μικροιδιοκτητών και ακτημόνων. Τότε πρωτοεμφανίζεται η βιομηχανία.[90]

1941-1954[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη διάρκεια της γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα οι Κύπριοι συμμετέχουν μαζικά (6.000) όπως μαζικά συμμετέχουν και σε όλες τις συμμαχικές δυνάμεις (37.000). Μέσα στις νέες συνθήκες συστήνεται το Ανορθωτικό Κόμμα Εργαζόμενου Λαού(1941)και το Κυπριακό Εθνικό Κόμμα-οργανωμένες εκφράσεις των πολιτικών προσανατολισμών του λαού προϊόντα χαλάρωσης της βρετανικής αποικιακής διοίκησης η οποία δεν επέτρεψε τη διενέργεια Αρχιεπισκοπικών εκλογών. Κατά τον πόλεμο το αίτημα της Ένωσης ετέθη αρκετές φορές από την Ελλαδική πλευρά (Αλέξανδρος Κορυζής, Εμμανουήλ Τσουδερός, αντιβασιλέας Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, Κ.Κ.Ε.) χωρίς αποτέλεσμα. Μετά τον πόλεμο κατατίθενται προτάσεις (σχέδιο Κρητς -Τζόουνς 1946, 1947, 1948) από την Αγγλική πλευρά προς τη σταδιακή δημιουργία μιας ελληνοκυπριακής αυτοκυβέρνησης, με τη συμμετοχή των εκπροσώπων του πληθυσμού σε τμήματα της διοίκησης. Το 1948 πρωτοεκδηλώνεται το τουρκοκυπριακό ενδιαφέρον για το μελλοντικό καθεστώς του νησιού. Το ΑΚΕΛ αρχίζει να αποτελεί υπολογίσιμη πολιτική δύναμη στην Κύπρο (τοπικοαυτοδιοικητικές εκλογές & συνδικαλισμός).Τον Ιανουάριο του 1950 με Δημοψήφισμα ο Κυπριακός λαός στην μεγάλη του πλειοψηφία επιλέγει την Ένωση, ενώ ανατέλλει το πολιτικό άστρο του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακάριου.[91] Ο Μακάριος επιχείρησε να περιορίσει την επιρροή του ΑΚΕΛ στην εσωτερική πολιτική ζωή της χώρας προσπαθώντας να διεθνοποιήσει το ζήτημα της Ένωσης ζητώντας να προσφύγει στον ΟΗΕ η Ελλάδα. Προσέκρουσε στο δισταγμό της Ελλάδας, και την άρνηση της Αγγλίας και των Η.Π.Α. Τελικά τον Δεκέμβριο του 1954 η Ελληνική κυβέρνηση μετά τη συνεχιζόμενη αγνόηση των ελληνοκυπριακών αιτημάτων, προσέφυγε στον ΟΗΕ με αρνητικό αποτέλεσμα.[92]

Αγώνας για Ένωση (1954-1959)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Απρίλιο του 1954 συστήνεται η Εθνική Οργάνωσις Κυπρίων Αγωνιστών και αρχίζει να δρα με σειρά βομβιστικών επιθέσεων, και άλλες ενέργειες. Οι Αγγλικές αρχές την αντιμετωπίζουν ως τρομοκρατική οργάνωση εμπλέκοντας και τους Τουρκοκύπριους στην αντιμετώπισή της. Από το 1955 και μετά εκδηλώνεται έντονη διπλωματική δραστηριότητα: τον Αύγουστο του 1955 πραγματοποιήται η τριμερής Διάσκεψη του Λονδίνου (με τη συμμετοχή δηλαδή Βρετανίας, Ελλάδας και Τουρκίας) πραγματικός στόχος της οποίας ήταν η επιβολή λύσης τριπλής κυριαρχίας στην Κύπρο, με τη Βρετανία να διατηρεί την επικυριαρχία, ενώ Ελλάδα και Τουρκία θα διαδραμάτιζαν ένα ρόλο στη διοίκηση του νησιού. Παρά τις λιγοστές πιθανότητες επιτυχίας, το γεγονός που επισκίασε τη Διάσκεψη και οδήγησε στην αποτυχία της ήταν τα γεγονότα του σχεδιασμένου πογκρόμ εναντίον των ελληνικών πληθυσμών στην Κωνσταντινούπολη.[93] Το 1955-56 σημειώνονται συνομιλίες μεταξύ Μακάριου-Χάρντινγκ, το σχέδιο του τελευταίου προέβλεπε αυτοκυβέρνηση τώρα- αυτοδιάθεση κάποτε στο μέλλον. Η Αγγλία αναγνώριζε ως μόνο εκπρόσωπο του συνόλου του κυπριακού λαού τον Μακάριο, και απέκλειε την Τουρκία και τους Τουρκοκυπρίους και εγκατέλειψε το περίφημο «ποτέ στην αυτοδιάθεση». Επεκράτησαν, όμως, οι αδιάλλακτοι στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Οι συνομιλίες διακόπηκαν και οι Αγγλοι εξόρισαν τον Μακάριο στις Σεϋχέλλες. Μετά την εκτόπιση του Μακαρίου εντάθηκε η στρατιωτική αντιπαράθεση μεταξύ ΕΟΚΑ και βρετανικών δυνάμεων και τα κατασταλτικά μέτρα της αποικιακής κυβέρνησης (απαγχονισμός Καραολή και Δημητρίου-1956)[94]Το καλοκαίρι του 1956 η Αθήνα παρουσίασε σχέδιο για Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα με την ταυτόχρονη εξασφάλιση των δικαιωμάτων της τουρκοκυπριακής μειονότητας αλλά αγνοήθηκε από την αγγλική πλευρά. Επίσης με ελλαδική πρωτοβουλία ο Γρίβας κήρυξε εκεχειρία αλλά χωρίς ανταπόκριση από την αγγλική πλευρά,η οποία προωθούσε την χωριστή τουρκοκυπριακή αυτοδιάθεση. Τη διχοτόμηση του νησιού επιθυμούσε η Τουρκία, αλλά στις αρχές του 1957 νέα προσφυγή στον ΟΗΕ έγινε από την Ελλάδα με την έκδοση τελικά ψηφίσματος για συνέχιση των διαπραγματεύσεων. Την ίδια περίοδο απελευθερώνεται από την εξορία ο Μακάριος και συζητείται εκ νέου το Κυπριακό στον ΟΗΕ μετά από σχετική προσφυγή της Ελλάδας και ψήφισμα που κατέθεσε υπέρ της Κυπριακής ανεξαρτησίας, εξασφαλίζοντας τουλάχιστον την πλειοψηφία. Το 1958 συνεχίστηκαν οι διπλωματικές επαφές μεταξύ των τριών πλευρών: η Αγγλική πλευρά με το σχέδιο Χάρολντ Μακμίλαν(θέρος του 1958) προωθούσε τη διχοτόμηση της Κύπρου, εν μέσω έντονων ταραχών και άσκησης τουρκοκυπριακής βίας υποκινούμενης από την Τουρκική πλευρά. Τελικά το σχέδιο απορρίφθηκε από την Ελληνική πλευρά. Ο Μακάριος προτείνει τη λύση της εγγυημένης ανεξαρτησίας. Οι Τούρκοι ήθελαν μια ελληνοτουρκική συγκυριαρχία, είδος ομοσπονδίας, η άρνηση όμως της Ελλάδος έφερε τις δύο πλευρές στις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου(Φεβρουάριος 1959) και στη δημιουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τον Μάρτιο του ίδιου έτους επιστρέφει ο Μακάριος.[95] Τον Δεκέμβριο του 1959 εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Μακάριος με αντιπρόεδρο τον Φαζίλ Κιουτσούκ [96]

Κυπριακή Δημοκρατία (1960 κ.ε.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Σεπτέμβριο του 1960 η Κύπρος έγινε μέλος του ΟΗΕ , τον Μάρτιο του 1961 μέλος της Βρετανικής Κοινοπολιτείας και τον Μάιο του ίδιου έτους μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης. Τότε (1960) η Κύπρος είχε 573.566 κατοίκους, εκ των οποίων 441.656 Έλληνοκύπριοι (77%) και 104.942 (18,3%) Τουρκοκύπριοι και 26.968 (4,7%) λοιποί (Μαρωνίτες, Αρμένιοι).[97] Τον Νοέμβριο του 1963 ο Μακάριος καταθέτει τα 13 σημεία του για την τροποποίηση του Συντάγματος με σκοπό την άμβλυνση του δικοινοτισμού. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δρούσαν εξτρεμιστές και από τις δύο πλευρές: η Οργάνωσιςτου Πολύκαρπου Γιωρκάτζη και η τουρκοκυπριακή Τ.Μ.Τ. Έτσι τα πράγματα δεν άργησαν να εκτραχυνθούν στα τέλη του 1963 με αιματηρές συγκρούσεις. Το 1964 αποστέλλεται ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ, ενώ είχε προηγηθεί τον Δεκέμβριο του 1963 η χάραξη της πράσινης γραμμής στη Λευκωσία. [98] Ο Γεώργιος Παπανδρέου διατύπωσε τη θεωρία του Εθνικού Κέντρου δηλαδή του πρωτείου που θα είχε η Αθήνα στη λήψη αποφάσεων περί το Κυπριακό αλλά ο Μακάριος ήθελε την πλήρη ανεξαρτησία: τον Φεβρουάριο του 1964 συστήνεται η Εθνική Φρουρά στην Κύπρο, τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς αποστέλλεται μυστικά στρατός στο νησί και το καλοκαίρι κατεβαίνει ο Γρίβας. Την ίδια περίοδο κατατίθεται το σχέδιο Άτσεσον (ένωση Κύπρου και Ελλάδος με ταυτόχρονη μικρή Τουρκική στρατιωτική παρουσία στο νησί) και στο τέλος του καλοκαιριού σημειώνεται ελληνοκυπριακή επίθεση κατά της Τουρκοκυπριακής θέσης των Κοκκίνων. Στις αρχές του φθινοπώρου ο διαμεσολαβητής του ΟΗΕ Γκάλο Πλάζα κατέθεσε τις παρατηρήσεις του για το ζήτημα. Το 1965 το Κυπριακό εμπλέκεται πιο πολύ με αποτέλεσμα ο διπολισμός ανάμεσα σε Αθήνα και Λευκωσία να ενταθεί: ο Γρίβας ασκεί πολεμική κατά του Μακαρίου, η Αθήνα προκρίνει Ατλαντική λύση για το ζήτημα, ενώ η Κύπρος θέλει μα αδέσμευτη ανεξαρτησία. Επί αποστατών η Αθήνα υπάγει στο έλεγχό της την Εθνική Φρουρά[99] Η Δικτατορία των Συνταγματαρχών επιθυμώντας την ένωση κινείτο προς την κατεύθυνση της υπονόμευσης του Μακαριακού καθεστώτος. Τον Νοέμβριο του 1967 ο Γρίβας επιχειρεί κατά του τουρκοκυπριακού χωριού Κοφίνου που προκάλεσε πιέσεις προς την Αθήνα και στην τελική απόσυρση των απεσταλμένων εκεί ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων. Την άνοιξη του 1968 ξεκινούν σειρά διακοινοτικών συνομιλιών με θέμα την εσωτερική δομή της Κυπριακής Δημοκρατίας που πλησίασαν τη συμφωνία.Την ίδια χρονιά επανεκλέγεται στο προεδρικό αξίωμα ο Μακάριος. Το 1970 σημειώνεται απόπειρα δολοφονίας κατά του Μακαρίου, του οποίου η πολιτική επιβραβεύεται στις βουλευτικές εκλογές του ίδιου έτους. Από το προηγούμενο έτος είχε αρχίσει να δρα στο νησί το Εθνικό Μέτωπο. Το 1970 επίσης δολοφονείται ο Πολύκαρπος Γεωρκάτζης ο οποίος συνδέθηκε με την απόπειρα κατά του Μακαρίου.[100] Ο Γρίβας επιστρέφει στην Κύπρο στις αρχές του φθινοπώρου 1971 και δημιουργεί την ΕΟΚΑ Β΄και ο υπό την πίεση της χούντας των Αθηνών ο Σπύρος Κυπριανού, υπουργός Εξωτερικών της Κύπρου παραιτείται. Τρεις Κύπριοι μητροπολίτες απαιτώντας από τον Μακάριο να παραιτηθεί από το κοσμικό του αξίωμα τον καθαίρεσαν από αρχιεπίσκοπο (1972), αλλά τελικά υπερίσχυσε ο Μακάριος καθώς μείζων Σύνοδος τους καθαίρεσε (1973).Τον Οκτώβριο του 1973 γίνεται νέα δολοφονική απόπειρα κατά του Μακαρίου. Μετά το θάνατο του Γρίβα η ΕΟΚΑ Β΄ τελούσα υπό άμεση εξάρτηση από την Ιωαννιδική χούντα των Αθηνών ασκεί δριμεία πολεμική σε βάρος του Μακαρίου. Τον Ιούλιο του 1974 ο Μακάριος ζητάει την απόσυρση των Ελλήνων αξιωματικών της Εθνικής Φρουράς.[101]

Η Τουρκική εισβολή (20 Ιουλίου 1974)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 15 Ιουλίου 1974 εκδηλώθηκε στη Λευκωσία το πραξικόπημα της χούντας της Αθήνας με σκοπό την ανατροπή του Μακαρίου. Τρεις ημέρες αργότερα ο ανατραπείς πρόεδρος καταδίκαζε από το βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. την πολιτική της Χούντας των Αθηνών. Ο τουρκοφάγος Νίκος Σαμψών ήταν ο νέος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στις 20 Ιουλίου εκδηλώθηκε η τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Η στρατιωτική επιχείρηση της Άγκυρας πραγματοποιήθηκε σε δύο φάσεις : 20-22 Ιουλίου 1974 δημιουργία τουρκικού προγεφυρώματος στα βόρεια του νησιού το οποίο διευρύνθηκε παρά την ανακωχή της 22ας Ιουλίου 1974 και 14-16 Αυγούστου 1974 οπότε ολοκλήρωσε την κατοχή του 37% του Κυπριακού εδάφους και προκάλεσε 200.000 πρόσφυγες και 1619 αγνοούμενους.[102]

Σύγχρονη Κύπρος (1974-2015)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την διχοτόμηση στην ένταξη στον Ευρωπαϊκή Ένωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την πτώση του Νίκου Σαμψών, καθήκοντα Προέδρου της Δημοκρατίας άσκησε ο πρόεδρος της Βουλής Γλαύκος Κληρίδης. Οι Τουρκοκύπριοι μετακινήθηκαν στο βόρειο τμήμα του νησιού προκύπτωντας έτσι πλήρης εθνικός διαχωρισμός των δύο κοινοτήτων. Ο Μακάριος κυριαρχεί στην εσωτερική πολιτική ζωή του νησιού μέχρι τον θάνατό του τον Αύγουστο του 1977. Από το 1977 έως το 1988 εξελέγη (1978,1983) ο Σπύρος Κυπριανού Πρόεδρος της Κύπρου, αρχικά πρόεδρος της Βουλής και του ΔΗ.ΚΟ..Το 1988 αρχικά οι εκλογές υπήρξαν άκαρπες,αλλά στις επαναληπτικές εξελέγη ο Γιώργος Βασιλείου με τη στήριξη του ΑΚΕΛ. Το 1993 εξελέγη ο Γλαύκος Κληρίδης, όπως και το 1998. [103]

Από την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση έως την οικονομική κρίση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Πρόεδρος ΚύπρουΤάσσος Παπαδόπουλος υπογράφει , στις 16 Απριλίου 2003, στην Αθήνα, τη Συνθήκη Προσχώρησης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Την 1η Μαΐου 2004 η Κυπριακή Δημοκρατία εντάχθηκε επίσημα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η Κυπριακή Δημοκρατία αναλαμβάνει την Προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης το δεύτερο εξάμηνο του 2012. Οικονομική κρίση ξεσπά το 2012, αποτελώντας τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση που γνώρισε η Κυπριακή Δημοκρατία. Κύρια αιτία της κρίσης υπήρξε η μεγάλη έκθεση των κυπριακών τραπεζών σε ελληνικά ομόλογα, που κουρεύτηκαν την άνοιξη του 2012. Τον Μάρτίο του 2013 οι υπουργοί οικονομικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο κατέληξαν σε ένα σχέδιο, με βάση το οποίο κουρεύονται κατά 40% οι καταθέσεις των κυπριακών τραπεζών.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Βάσος Καραγιώργης, «Ο Κυπριακός πολιτισμός της Μυκηναϊκής περιόδου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Α (1970), σελ.338
  2. Δημήτρης Θεοχάρης, «Νεολιθική εποχή στην Κύπρο», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Α (1970), σελ.74
  3. Δημήτρης Θεοχάρης, «Η Ελλάς στον μεσογειακό χώρο και στην εγγύς Ανατολή», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Α (1970), σελ.21
  4. Αδαμάντιος Σάμψων, Στέλλα Κατσαρού, «Η προϊστορία της Κύπρου», στο: Α. Σάμψων, Προϊστορική αρχαιολογία της Μεσογείου,εκδ.Καρδαμίτσας, Αθήνα, 2007, σελ.318-319
  5. Αδαμάντιος Σάμψων, Στέλλα Κατσαρού, «Η προϊστορία της Κύπρου», στο: Α. Σάμψων, Προϊστορική αρχαιολογία της Μεσογείου,εκδ.Καρδαμίτσας, Αθήνα, 2007, σελ.320-323
  6. Βάσος Καραγιώργης, «Η Κύπρος στην αρχαιότητα», Κύπρος : Ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, (επιμέλεια Γιώργος Τενεκίδης, Γιάννος Κρανιδιώτης), εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2000, σελ.17
  7. Δημήτρης Θεοχάρχης, «Νεολιθική εποχή στην Κύπρο», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Α (1970), σελ.77
  8. Δημήτρης Θεοχάρης, «Νεολιθική εποχή στην Κύπρο», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Α (1970), σελ.78
  9. Συρία, Παλαιστίνη, Αίγυπτος, Μ.Ασία
  10. Βάσος Καραγιώργης, «Η Κύπρος στην αρχαιότητα», Κύπρος : Ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, (επιμέλεια Γιώργος Τενεκίδης, Γιάννος Κρανιδιώτης), εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2000, σελ.18
  11. Δημήτρης Θεοχάρης, «Νεολιθική εποχή στην Κύπρο», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Α (1970), σελ.78
  12. Αδαμάντιος Σάμψων, Στέλλα Κατσαρού, «Η προϊστορία της Κύπρου», στο: Α. Σάμψων, Προϊστορική αρχαιολογία της Μεσογείου,εκδ.Καρδαμίτσας, Αθήνα, 2007, σελ. 335-337
  13. Αδαμάντιος Σάμψων, Στέλλα Κατσαρού, «Η προϊστορία της Κύπρου», στο: Α. Σάμψων, Προϊστορική αρχαιολογία της Μεσογείου,εκδ.Καρδαμίτσας, Αθήνα, 2007, σελ.337
  14. Βάσος Καραγιώργης, «Ο Κυπριακός πολιτισμός της Μυκηναϊκής περιόδου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Α (1970), σελ.338
  15. Παρουσία προανακτορικών μινωικών αγγείων και εγχειριδίων στην Κύπρο δείχνει πως γίνονταν ανταλλαγές προϊόντων Νικόλαος Πλάτων,«Ο προανακτορικός Μινωϊκός πολιτισμός», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Α (1970), σελ.112, 120 Μιχαήλ Σακελλαρίου, «Εξελίξεις και μετασχηματισμοί κατά τον Η' αιώνα π.Χ», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Β (1971), σελ.43
  16. Βάσος Καραγιώργης, «Ο Κυπριακός πολιτισμός της Μυκηναϊκής περιόδου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Α (1970), σελ.338-339
  17. Ανθρώπινη μορφή αρκετά χονδροειδής λαξευμένη σε τοίχο διαδρόμου τάφου.
  18. Βάσος Καραγιώργης, «Ο Κυπριακός πολιτισμός της Μυκηναϊκής περιόδου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Α (1970), σελ.339-340
  19. Βάσος Καραγιώργης, «Ο Κυπριακός πολιτισμός της Μυκηναϊκής περιόδου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Α (1970), σελ.346
  20. Επιλογές από Αρκαδική διάλεκτο που έφεραν οι Αχαιοί.
  21. Βάσος Καραγιώργης, «Ο Κυπριακός πολιτισμός της Μυκηναϊκής περιόδου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Α (1970), σελ.350-352 Μύθοι που αναφέρονται στον αποικισμό της Κύπρου από τους Αχαιούς: Τεύκρος ιδρυτής Σαλαμίνας, το Κούριο αποικία των Αργείων, οι Αρκάδες ιδρυτές της Πάφου.
  22. Σπύρος Ιακωβίδης, «Οι αιώνες της αχαϊκής κυριαρχίας»,Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Α (1970), σελ.261 Μιχαήλ Σακελλαρίου, «Μεταναστεύσεις Αχαιών της Πελοποννήσου και Αρκαδών»,Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Β (1971), σελ.26
  23. Βάσος Καραγιώργης, «Η Κύπρος της Αρχαϊκής εποχής», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ.Β (1971), σελ.358
  24. Βάσος Καραγιώργης, «Ο Κυπριακός πολιτισμός της Μυκηναϊκής περιόδου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Α (1970), σελ.341-342
  25. Βάσος Καραγιώργης, «Ο Κυπριακός πολιτισμός της Μυκηναϊκής περιόδου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Α (1970), σελ.349
  26. Βάσος Καραγιώργης, «Η Κύπρος της Αρχαϊκής εποχής», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ.Β (1971), σελ.358-359
  27. Βάσος Καραγιώργης, «Η Κύπρος της Αρχαϊκής εποχής», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ.Β (1971), σελ.359-360
  28. Βάσος Καραγιώργης, «Η Κύπρος της Αρχαϊκής εποχής», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ.Β (1971), σελ.360
  29. Βάσος Καραγιώργης, «Η Κύπρος της Αρχαϊκής εποχής», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ.Β (1971), σελ.362-363
  30. Βάσος Καραγιώργης, «Η Κύπρος της Αρχαϊκής εποχής», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ.Β (1971), σελ. 363-364
  31. Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος, «Οι Αθηναίοι αντιμέτωποι με Πέρσες και Έλληνες 460-445»,Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Γ1 (1972), σελ.62,78, 80, 172
  32. Μιχαήλ Σακελλαρίου, «Οι Ελληνοπερσικές σχέσεις μετά το 386», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Γ1 (1972), σελ.383-384 Κωνσταντίνος Σπυριδάκης, «Η Κύπρος μετά τα Μηδικά», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Γ2 (1972), σελ.162-168
  33. Κωνσταντίνος Σπυριδάκης, «Η Κύπρος μετά τα Μηδικά», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Γ2 (1972), σελ.169
  34. Κωνσταντίνος Σπυριδάκης, «Η Κύπρος μετά τα Μηδικά», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Γ2 (1972), σελ.158-159
  35. Αθηνά Καλογεροπούλου, «Η στρατιωτική ισχύς του περσικού κράτους», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ.Δ (1973), σελ.44
  36. Εμμανουήλ Μικρογιαννάκης-Ιωάννης Τουλουμάκος, «Επιτυχίες του Πτολεμαίου στην Κυρήνη και στην Κύπρο- Επιτυχίες του Πτολεμαίου στην Κύπρο», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ.Δ (1973),σελ.274, 280-281
  37. Ιωάννης Τουλουμάκος, «Νίκη του Δημήτριου στη Σαλαμίνα της Κύπρου. Ο Αντίγονος Βασιλεύς (306 π.Χ)», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ.Δ (1973),σελ.282-283
  38. Βάσος Καραγιώργης, «Η Κύπρος στην αρχαιότητα», Κύπρος : Ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, (επιμέλεια Γιώργος Τενεκίδης, Γιάννος Κρανιδιώτης), εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2000, σελ.28-29
  39. Γεώργιος Χατζηκωστής, «Κύπρος»,Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. Στ'(1976), σελ.271-273
  40. Βάσος Καραγιώργης, «Η Κύπρος στην αρχαιότητα», Κύπρος : Ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, (επιμέλεια Γιώργος Τενεκίδης, Γιάννος Κρανιδιώτης), εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2000, σελ.29 Γεώργιος Χατζηκωστής, «Κύπρος»,Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. Στ'(1976), σελ.279
  41. Γεώργιος Χατζηκωστής, «Κύπρος»,Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. Στ'(1976), σελ.273-274
  42. Γεώργιος Χατζηκωστής, «Κύπρος»,Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. Στ'(1976), σελ.276-277
  43. Ανδρέας Στυλιανού, «Η Κύπρος κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο (324-642)», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Ζ (1978), σελ.449
  44. Αθανάσιος Παπαγεωργίου, «Η Κύπρος κατά τους Βυζαντινούς χρόνους»,Κύπρος : Ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, (επιμέλεια Γιώργος Τενεκίδης, Γιάννος Κρανιδιώτης), εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2000, σελ.33-34
  45. Ανδρέας Στυλιανού, «Η Κύπρος κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο (324-642)», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Ζ (1978), σελ.449
  46. Ανδρέας Στυλιανού, «Η Κύπρος κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο (324-642)», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Ζ (1978), σελ.449
  47. Αθανάσιος Παπαγεωργίου, «Η Κύπρος κατά τους Βυζαντινούς χρόνους»,Κύπρος : Ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, (επιμέλεια Γιώργος Τενεκίδης, Γιάννος Κρανιδιώτης), εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2000, σελ.35
  48. Ανδρέας Στυλιανού, «Η Κύπρος κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο (324-642)», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Ζ (1978), σελ.449
  49. Ανδρέας Στυλιανού, «Η Κύπρος κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο (324-642)», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Ζ (1978), σελ.449
  50. Ανδρέας Στυλιανού, «Η Κύπρος κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο (324-642)», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Ζ (1978), σελ.450
  51. Ανδρέας Στυλιανού, «Η Κύπρος κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο (324-642)», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Ζ (1978), σελ.450
  52. Ανδρέας Στυλιανού, «Η Κύπρος κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο (324-642)», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Ζ (1978), σελ.450
  53. Ανδρέας Δικηγορόπουλος, «Η Κύπρος από το 642 ως το 965», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Η (1979), σελ.360
  54. Ανδρέας Δικηγορόπουλος, «Η Κύπρος από το 642 ως το 965», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Η (1979), σελ.354-355
  55. Ανδρέας Δικηγορόπουλος, «Η Κύπρος από το 642 ως το 965», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Η (1979), σελ.357-358
  56. Ανδρέας Δικηγορόπουλος, «Η Κύπρος από το 642 ως το 965», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Η (1979), σελ.358-359
  57. Ανδρέας Δικηγορόπουλος, «Η Κύπρος από το 642 ως το 965», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Η (1979), σελ.361
  58. Δημήτρης Κουρμπέτης, «Η στάση του Ραψομάτη στην Κύπρο επί Αλέξιου Α΄Κομνηνού (περ. 1091-1093)», Βυζαντιακά, τομ.20 (2000), σελ.153-195
  59. Θεόδωρος Παπαδόπουλος, «Το Μεσαιωνικό Βασίλειο της Κύπρου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Θ (1980), σελ.301-302
  60. Θεόδωρος Παπαδόπουλος, «Το Μεσαιωνικό Βασίλειο της Κύπρου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Θ (1980), σελ.303
  61. Θεόδωρος Παπαδόπουλος, «Το Μεσαιωνικό Βασίλειο της Κύπρου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Θ (1980), σελ.303-304
  62. Θεόδωρος Παπαδόπουλος, «Το Μεσαιωνικό Βασίλειο της Κύπρου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. Θ (1980), σελ. 305-306
  63. Θεόδωρος Παπαδόπουλος, «Το Μεσαιωνικό Βασίλειο της Κύπρου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Θ (1980), σελ.306-307
  64. Θεόδωρος Παπαδόπουλος, «Το Μεσαιωνικό Βασίλειο της Κύπρου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Θ (1980), σελ.307
  65. Θεόδωρος Παπαδόπουλος, «Το Μεσαιωνικό Βασίλειο της Κύπρου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Θ (1980), σελ.307
  66. Θεόδωρος Παπαδόπουλος, «Το Μεσαιωνικό Βασίλειο της Κύπρου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Θ (1980), σελ.308-311
  67. Θεόδωρος Παπαδόπουλος, «Το Μεσαιωνικό Βασίλειο της Κύπρου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Θ (1980), σελ.311-314
  68. Θεόδωρος Παπαδόπουλος, «Η Βενετική κυριαρχία στην Κύπρο», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ.Ι (1974), σελ.189-192
  69. Θεόδωρος Παπαδόπουλος, «οΗ Βενετική κυριαρχία στην Κύπρο», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ.Ι (1974), σελ.195
  70. Θεόδωρος Παπαδόπουλος, «Η Βενετική κυριαρχία στην Κύπρο», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ.Ι (1974), σελ.192-196
  71. Θεόδωρος Παπαδόπουλος, «Η Βενετική κυριαρχία στην Κύπρο», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ.Ι (1974), σελ.192-195
  72. Θεόδωρος Παπαδόπουλος, «Η Βενετική κυριαρχία στην Κύπρο», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ.Ι (1974), σελ.200
  73. Θεόδωρος Παπαδόπουλος, «Η Βενετική κυριαρχία στην Κύπρο», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ.Ι (1974), σελ.197-199
  74. Θεόδωρος Παπαδόπουλος, «Η Βενετική κυριαρχία στην Κύπρο», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ.Ι (1974), σελ.196-197
  75. Βασίλειος Σφυρόερας, «Κύπρος», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ.ΙΑ (1975), σελ.227
  76. Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος, «Διωγμοί στις Κυδωνιές, Κουσάντασι, Κύπρο, Κω και άλλες περιοχές», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ.ΙΒ (1975), σελ.202-203
  77. Εμμανουήλ Πρωτοψάλτης, Απελευθερωτική κίνησις των Κυπρίων κατά την Καποδιστριακήν περίοδον (1828)-Ανάτυπον εκ του 20ου τόμου του Δελτίου της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, Αθήναι 1970,σελ.9
  78. Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «Κύπρος», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ.ΙΓ΄(1977), σελ.437
  79. Αγγλική απογραφή 1881:συνολικός πληθυσμός 185.630, Έλληνες:137.631 ή 73% και Μουσουλμάνοι: 45.458 ή 24,4% , μ΄'ελη άλλων θρησκευτικών ομάδων (Λατίνοι, Αρμένιοι, Μαρωνίτες):2.541 ή 1,7%Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «Κύπρος», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ.ΙΓ΄(1977), σελ.437-438
  80. Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «Κύπρος», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ.ΙΓ΄(1977), σελ.439
  81. Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «Κύπρος», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ.ΙΓ΄(1977), σελ.442-444
  82. Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «Κύπρος», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ.ΙΔ΄(1977), σελ.387-389
  83. Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «Κύπρος», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ.ΙΔ΄(1977), σελ.389-390
  84. Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «Κύπρος», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ.ΙΔ΄(1977), σελ.390-391
  85. Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «Κύπρος», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ.ΙΔ΄(1977), σελ.391-393
  86. Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «Κύπρος», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ.ΙΔ΄(1977), σελ.393-394
  87. Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «Κύπρος 1914-1941»,Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ.ΙΕ΄(1978), σελ.473
  88. Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «Κύπρος 1914-1941»,Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ.ΙΕ΄(1978), σελ.478-481
  89. Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «Κύπρος 1914-1941»,Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ.ΙΕ΄(1978), σελ.481
  90. Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «Κύπρος 1914-1941»,Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ.ΙΕ΄(1978), σελ.474-475
  91. Ευάνθης Χατζηβασιλείου, «Η τελευταία περίοδος της Αγγλοκρατιας στην Κύπρο», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. ΙΣΤ (2000), σελ.430-435
  92. Ευάνθης Χατζηβασιλείου, «Προς διεθνοποίηση του Κυπριακού,1950-1954», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. ΙΣΤ (2000), σελ.435-441
  93. Αναστασία Γιάγκου, Η Τριμερής Διάσκεψη του Λονδίνου[1]
  94. Ευάνθης Χατζηβασιλείου, «Η περίοδος του Εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα,1955-1959», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. ΙΣΤ (2000), σελ.443-447
  95. Ευάνθης Χατζηβασιλείου, «Η περίοδος του Εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα,1955-1959», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. ΙΣΤ (2000), σελ.449-463
  96. Παύλος Τζερμιάς, «Η Κυπριακή Δημοκρατία. Από τις συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου ως και την Τουρκική εισβολή (1959-1974)»,Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. ΙΣΤ (2000), σελ.466
  97. Παύλος Τζερμιάς, «Η Κυπριακή Δημοκρατία. Από τις συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου ως και την Τουρκική εισβολή (1959-1974)»,Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. ΙΣΤ (2000), σελ.468
  98. Παύλος Τζερμιάς, «Η Κυπριακή Δημοκρατία. Από τις συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου ως και την Τουρκική εισβολή (1959-1974)»,Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. ΙΣΤ (2000), σελ.469-472
  99. Παύλος Τζερμιάς, «Η Κυπριακή Δημοκρατία. Από τις συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου ως και την Τουρκική εισβολή (1959-1974)»,Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. ΙΣΤ (2000), σελ.472-476
  100. Παύλος Τζερμιάς, «Η Κυπριακή Δημοκρατία. Από τις συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου ως και την Τουρκική εισβολή (1959-1974)»,Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. ΙΣΤ (2000), σελ.476-477
  101. Παύλος Τζερμιάς, «Η Κυπριακή Δημοκρατία. Από τις συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου ως και την Τουρκική εισβολή (1959-1974)»,Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. ΙΣΤ (2000), σελ.478-481
  102. Παύλος Τζερμιάς, «Η Κυπριακή Δημοκρατία. Από τις συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου ως και την Τουρκική εισβολή (1959-1974)»,Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. ΙΣΤ (2000), σελ.480-482
  103. Ιωσήφ Ιωσήφ, «Εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις και η Ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου,1974-1998», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. ΙΣΤ (2000), σελ.484-485

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μιχάλης Δερμιτζάκης, «Οι παλαιογεωγραφικές και παλαιοντολογικές εξελίξεις στην Κύπρο»,Ελληνική Ιστορία, Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τομ.25, Αθήνα, 1992, σελ.14-15
  • Βάσος Καραγιώργης, «Η Κύπρος στην αρχαιότητα», Κύπρος : Ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, (επιμέλεια Γιώργος Τενεκίδης, Γιάννος Κρανιδιώτης), εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2000, σελ.17-30
  • Αδαμάντιος Σάμψων, Στέλλα Κατσαρού, «Η προϊστορία της Κύπρου», στο: Α. Σάμψων, Προϊστορική αρχαιολογία της Μεσογείου,εκδ.Καρδαμίτσας, Αθήνα, 2007, σελ.317-351
  • Ελένη Μαντζουράνη, Η αρχαιολογία της προϊστορικής Κύπρου, εκδ.Καρδαμίτσας, Αθήνα, 2001
  • Γεώργιος Χατζηκωστής, «Κύπρος»,Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. Στ'(1976), σελ.270-279
  • Θεόδωρος Παπαδόπουλος, «Το Μεσαιωνικό Βασίλειο της Κύπρου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Θ (1980), σελ.301-316
  • Αθανάσιος Παπαγεωργίου, «Η Κύπρος κατά τους Βυζαντινούς χρόνους»,Κύπρος : Ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, (επιμέλεια Γιώργος Τενεκίδης, Γιάννος Κρανιδιώτης), εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2000, σελ.33-75
  • Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος, «Οι Αθηναίοι αντιμέτωποι με Πέρσες και Έλληνες 460-445»,Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Γ1 (1972), σελ.62-82
  • Εμμανουήλ Πρωτοψάλτης, Απελευθερωτική κίνησις των Κυπρίων κατά την Καποδιστριακήν περίοδον (1828)-Ανάτυπον εκ του 20ου τόμου του Δελτίου της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, Αθήναι 1970
  • Ευάνθης Χατζηβασιλείου, «Η τελευταία περίοδος της Αγγλοκρατιας στην Κύπρο», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. ΙΣΤ (2000), σελ.430-463
  • Παύλος Τζερμιάς, «Η Κυπριακή Δημοκρατία. Από τις συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου ως και την Τουρκική εισβολή (1959-1974)», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. ΙΣΤ (2000), σελ.464-483
  • Ιωσήφ Ιωσήφ, «Εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις και η Ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου,1974-1998», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. ΙΣΤ (2000), σελ.484-492
  • Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος, «Διωγμοί στις Κυδωνιές, Κουσάντασι, Κύπρο, Κω και άλλες περιοχές», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ.ΙΒ (1975), σελ.202-204
  • Μιχαήλ Σακελλαρίου, «Μεταναστεύσεις Αχαιών της Πελοποννήσου και Αρκαδών»,Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. Β (1971), σελ.25-26
  • Δημήτρης Θεοχάρης, «Η Ελλάς στον μεσογειακό χώρο και στην εγγύς Ανατολή», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Α (1970), σελ.18-21
  • Δημήτρης Θεοχάρης, «Νεολιθική εποχή στην Κύπρο», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Α (1970), σελ.74-79
  • Ανδρέας Στυλιανού, «Η Κύπρος κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο (324-642)», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Ζ (1978), σελ.449-452
  • Ανδρέας Δικηγορόπουλος, «Η Κύπρος από το 642 ως το 965», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Η (1979), σελ.354-361
  • Βάσος Καραγιώργης, «Ο Κυπριακός πολιτισμός της Μυκηναϊκής περιόδου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Α (1970), σελ.338-352
  • Βάσος Καραγιώργης, «Η Κύπρος της Αρχαϊκής εποχής», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ.Β (1971), σελ.358-365
  • Νικόλαος Πλάτων, «Ο προανακτορικός Μινωϊκός πολιτισμός», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Α (1970), σελ.108-113
  • Κωνσταντίνος Σπυριδάκης, «Η Κύπρος μετά τα Μηδικά», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Γ2 (1972), σελ.156-169
  • Ιωάννης Τουλουμάκος, «Νίκη του Δημήτριου στη Σαλαμίνα της Κύπρου. Ο Αντίγονος Βασιλεύς (306 π.Χ)», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ.Δ (1973),σελ.282-283
  • Σπύρος Ιακωβίδης, «Οι αιώνες της αχαϊκής κυριαρχίας»,Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,Εκδοτική Αθηνών, τομ. Α (1970), σελ.260-293
  • Δημήτρης Κουρμπέτης, «Η στάση του Ραψομάτη στην Κύπρο επί Αλέξιου Α΄Κομνηνού (περ. 1091-1093)», Βυζαντιακά, τομ.20 (2000), σελ.153-195
  • Θεόδωρος Παπαδόπουλος, «οΗ Βενετική κυριαρχία στην Κύπρο», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ.Ι (1974), σελ.189-201
  • Βασίλειος Σφυρόερας, «Κύπρος», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ.ΙΑ (1975), σελ.227
  • Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «Κύπρος», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ.ΙΓ΄(1977), σελ.437-445
  • Ευάγγελος Κωφός, «Κύπρος:Αγγλική κατοχή»,Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ.ΙΓ΄(1977), σελ.358-359
  • Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «Κύπρος», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ.ΙΔ΄(1977), σελ.387-395
  • Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «Κύπρος 1914-1941»,Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ.ΙΕ΄(1978), σελ.473-481

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επιπλέον βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ιωάννης Χατζηφώτης, «Η Τουρκοκρατία στην Κύπρο. Μια μακρά περίοδος θηρωδίας και τρόμου»,Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ.76 (Οκτώβριος 1974), σελ.72-79
  • Βάσος Καραγιώργης, Αρχαία Κύπρος : Από τη νεολιθική εποχή ως το τέλος της ρωμαϊκής, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1978
  • Ευάγγελος Χρυσός, «Ο Ηράκλειος στην Κύπρο (609-10)», Πρακτικά Συμποσίου Κυπριακής Ιστορίας, Λευκωσία 2-3 Μαΐου 1983, Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών Κύπρου – Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων , Ιωάννινα 1984,σελ. 53-62.
  • Διαστάσεις των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Αιγαίο - Κύπρος : Επιστημονικό συμπόσιο του Ιδρύματος Μεσογειακών Μελετών, Αθήνα 1986, εκδ. Ίδρυμα Μεσογειακών Μελετών, 1987
  • Β. Νεράντζη-Βαρμάτζη, Σύνταγμα Βυζαντινών πηγών Κυπριακής ιστορίας, 4ος-15ος αι.,Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, Λευκωσία, 1996
  • Πέτρος Παπαπολυβίου, Σπινθήρ γλυκυτάτων ελπίδων: Ο απόηχος του Μακεδονικού αγώνα (1904-1908) στην Κύπρο, Λευκωσία: Αιγαίον 1996.
  • Πέτρος Παπαπολυβίου (εισαγωγή – επιμέλεια), Εμμανουήλ Μ. Εμμανουήλ, Ημερολόγιον ή Πολεμικαί Σελίδες. Το ημερολόγιο ενός Κύπριου εθελοντή του ελληνοβουλγαρικού πολέμου του 1913, Θεσσαλονίκη: Γερμανός 1996 (πρόλογος Στέφανος Ιωαννίδης)
  • Πέτρος Παπαπολυβίου, «Λαϊκές πηγές μελέτης της κυπριακής κοινωνίας: Γεώργιος Χ΄΄ Γεωργίου (1884-1979), Ο βίος μου από 1884 έως 1972», Επετηρίδα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, τόμ. ΧΧΙΙ (1996), σσ. 437-451
  • Πέτρος Παπαπολυβίου, Η Κύπρος και οι Βαλκανικοί πόλεμοι. Συμβολή στην ιστορία του κυπριακού εθελοντισμού, Λευκωσία: Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών 1997
  • Πέτρος Παπαπολυβίου, «Από την ιστορία των κυπριακών «εθνικών εράνων». Τα διαβιβαστικά έγγραφα των κυπριακών εισφορών του 1912-1913 προς την κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου», Επετηρίδα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, XXIV (1998), σσ. 255-313.
  • Νιαζί Κιζιλγιουρέκ, Κύπρος, το αδιέξοδο των εθνικισμών, εκδ. Μαύρη Λίστα, 1999
  • Πέτρος Παπαπολυβίου (εισαγωγή – επιμέλεια), Υπόδουλοι ελευθερωταί αδελφών αλυτρώτων. Πολεμικά Ημερολόγια, επιστολές και ανταποκρίσεις Κυπρίων εθελοντών από την Ήπειρο και τη Μακεδονία του 1912-1913, Λευκωσία: Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών 1999
  • Πέτρος Παπαπολυβίου, «Ο αντίκτυπος του Μακεδονικού ζητήματος στην Κύπρο κατά τα χρόνια του ελληνικού εμφυλίου και οι επιπτώσεις του στο κυπριακό ενωτικό ζήτημα», Επετηρίδα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, XXV (1999), σσ. 263-283.
  • Πέτρος Παπαπολυβίου, «Από την εμφάνιση των πρώτων σοσιαλιστικών ιδεών στην Κύπρο: Αντιπολεμικά κηρύγματα σε μια μαθητική έκθεση ιδεών στη Λεμεσό του 1925», Επιστημονική Επετηρίδα της Κυπριακής Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών, Δ (1999), σσ. 85-93.
  • Γιώργος Γεωργής, «Από την πρώτη στη δεύτερη Αγγλοκρατία 1191-1878», Κύπρος : Ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, (επιμέλεια Γιώργος Τενεκίδης, Γιάννος Κρανιδιώτης), εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2000, σελ.181-135
  • Πέτρος Παπαπολυβίου, «Η πρώτη επίσημη κυπριακή συμμετοχή στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης (1931)», Θεσσαλονικέων Πόλις, 3 (Οκτώβριος 2000), σσ. 171-182
  • Γιώργος Τσαλακός, «Σύντομη επισκόπηση ορισμένων όψεων της Αγγλοκρατίας στην Κύπρο», Κύπρος : Ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, (επιμέλεια Γιώργος Τενεκίδης, Γιάννος Κρανιδιώτης), εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2000, σελ.139-166
  • Λέοντιος Ιεροδιακόνου, «Το Κυπριακό από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ως την ανεξαρτησία», Κύπρος : Ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, (επιμέλεια Γιώργος Τενεκίδης, Γιάννος Κρανιδιώτης), εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2000, σελ.169-189
  • Οζντεμίρ Α. Οζκιούρ, Η Κύπρος στη ζωή μου : Μαρτυρία ενός Τουρκοκύπριου διπλωμάτη, μτφρ. Γιάννης Λάμψας.εκδ. Καστανιώτη, 2000
  • Νίκος Κρανιδιώτης, Ανοχύρωτη πολιτεία : Κύπρος 1960-1974, εκδ.Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2000.
  • Γιώργος Γεωργής, Η Αφροδίτη ταξιδεύει με τη Σφίγγα : Κύπρος - Χίος διαχρονικές σχέσεις, εκδ.Εκδόσεις Καστανιώτη, 2000
  • Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, Κύπρος 1800-1878 : Τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας στη γερμανική έρευνα και κριτική, επιμέλεια Χάρης Μίκογλου, εκδ. Ζαχαρόπουλος, 2000
  • Συλλογικό έργο. Κύπρος σταυροδρόμι της Μεσογείου (επιμέλεια Νίκος Γ. Μοσχονάς), εκδ. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Ε.Ι.Ε.). Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών, 2001
  • Νικόλας Κρανιδιώτης, Η Κύπρος στην Ευρώπη, εκδ.Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2001.
  • Πέτρος Παπαπολυβίου, «Το κυπριακό ενωτικό αίτημα ανάμεσα στη «θήρα των ιδανικών» και την «πραγματική πολιτική». Δύο εκθέσεις του Ιωάννη Γενναδίου», Επετηρίδα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, XXVΙΙ (2001), σσ. 273-307
  • Βάσος Καραγιώργης Κύπρος : Το σταυροδρόμι της ανατολικής Μεσογείου 1600 - 500 π. Χ., εκδ. Καπόν, 2002
  • Ανδρέας-ΝικόλαςΛοΐζος, Η Κύπρος και η ευρωπαϊκή σύμβαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εκδ. Σάκκουλας Αντ. 2003
  • Βίας Λειβαδάς - Γιάννης Σπανός – Πέτρος Παπαπολυβίου, Η εξέγερση του Οκτώβρη 1931 (Τα Οκτωβριανά), Λευκωσία 2004
  • Πέτρος Παπαπολυβίου, «Κύπρος 1878-1909. Η πρώτη περίοδος της βρετανικής Αποικιοκρατίας», Ελληνικά Γράμματα (έκδ.), Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, Αθήνα 2004, τόμ. 5ος, σσ. 285-296.
  • Πέτρος Παπαπολυβίου, «Κύπρος 1909 - 1922. Η «πολιτική κρίση» του 1912», Ελληνικά Γράμματα (έκδ.), Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, Αθήνα 2004, τόμ. 6ος, σσ. 295-308.
  • Πέτρος Παπαπολυβίου, «Κύπρος 1922-1940. Η εξέγερση του 1931 και η αποικιακή αντεπανάσταση», Ελληνικά Γράμματα (έκδ.), Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, Αθήνα 2004, τόμ. 7ος, σσ. 325-336.
  • Πέτρος Παπαπολυβίου, «Κύπρος 1940-1950. Ίδιες προσδοκίες, νέες αντιπαραθέσεις», Ελληνικά Γράμματα (έκδ.), Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, Αθήνα 2004, τόμ. 8ος, σσ. 363-372.
  • Άγγελ Νικολάου-Κοναρρή, «H Kύπρος στις απαρχές της Tουρκοκρατίας: τα ιστορικά σημειώματα στα φφ. 239v-240r του κώδικα Ven. Marc. Gr. VII, 16, 1080», Eπετηρίδα Kέντρου Eπιστημονικών Eρευνών, 31 (2005),σελ. 193-238
  • Γιώργος Καζαμίας - Πέτρος Παπαπολυβίου (επιμ.), Πενήντα χρόνια μετά την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ. Μια ιστορική αποτίμηση. Επιστημονικό – ιστορικό συνέδριο (Πανεπιστήμιο Κύπρου – 15 Οκτωβρίου 2005), Λευκωσία 2006.
  • William Mallinson, Κύπρος: Μια ιστορική προοπτική : Ανάμεσα στο ΝΑΤΟ και την Ευρώπη: Πόλεμος ή ειρήνη, μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, Εκδ.Παπαζήση, 2005
  • Γ. Καζαμίας, «Η Τουρκική Εισβολή και Κατοχή», στο Ιστορία των Ελλήνων, τ. 19 Κύπρος, Αθήνα 2006, σελ. 598-613
  • Σταύρος Γεωργίου, «Η κατάληψη της εξουσίας στην Κύπρο από τον Ισαάκιο Δούκα Κομνηνό (1184-1191)»,Επετηρίδα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών,τομ. XXXII, Λευκωσία 2006,σελ. 67-78
  • Πέτρος Παπαπολυβίου, «Η Αγγλοκρατία στην Κύπρο (1878-1960)», στο Δομή (έκδ.), Ιστορία των Ελλήνων, τόμ. 19, Κύπρος, Αθήνα 2006, σσ. 482-531.
  • Πέτρος Παπαπολυβίου, «Η πολιτική ιστορία της Λεμεσού κατά τη διάρκεια της Αγγλοκρατίας» στον τόμο Δήμος Λεμεσού (έκδ.), Λεμεσός. Ταξίδι στους χρόνους μιας πόλης, Λεμεσός 2006, σσ. 193-204.
  • Πέτρος Παπαπολυβίου, «Προλεγόμενα. Κώστας Χριστοδούλου (1878-1972): Μια πρόδρομη μορφή του σύγχρονου κυπριακού εμπορίου», στο Αικατερίνη Χ. Αριστείδου, Η υφαντουργία της Κύπρου από την αρχαιότητα μέχρι τον 20ό αιώνα και η συμβολή του Κώστα Χριστοδούλου, Λευκωσία 2006, τόμ. Α, σσ. 11-17.
  • Σταύρος Γεωργίου, «Μερικές παρατηρήσεις για την οικονομία της Κύπρου κατά την περίοδο των Κομνηνών (1081-1185)», Επετηρίδα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών,τομ. XXXIIΙ, Λευκωσία 2007,σελ. 21-75.
  • Χάιντς Α. Ρίχτερ, Ιστορία της Κύπρου 1878 - 1949,τ.Α, μτφρ. Κώστας Σαρρόπουλος, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2007
  • Συλλογικό έργο. Κύπρος : Από την αρχαιότητα έως σήμερα, εκδ. Κότινος, 2007
  • Πέτρος Παπαπολυβίου, «“Υπέρ της ενότητος του Ελληνισμού”: Η κυπριακή συμβολή στους αγώνες για την απελευθέρωση της Ηπείρου», στον τόμο Ηπειρωτική Εταιρεία, 1906-2006 100 χρόνια δράσης και προσφοράς για την Ήπειρο, Αθήνα 2007, σσ. 55-81
  • Θεοχάρης Σταυρίδης (επίμ),Πατριαρχείο Iεροσολύμων και Kύπρος. Eπιστολές 1731-1884, Λευκωσία: Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου, 2007
  • Γιώργος Καζαμίας - Πέτρος Παπαπολυβίου (επιμ.), Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η Κύπρος. Πρακτικά Συνεδρίου, Αθήνα: Καστανιώτης 2008
  • Βαγγέλης Κουφουδάκης, Κύπρος : Ένα σύγχρονο πρόβλημα σε ιστορική προοπτική, μτφρ. Γιώργος Δεμερτζίδης, Εκδ. Πατάκη, 2008
  • Συλλογικό έργο. Κύπρος: Η οδύσσεια της ανεξαρτησίας, εκδ. Ελευθεροτυπία, 2008
  • Γ. Καζαμίας, «Το Κυπριακό μετά την τουρκική εισβολή του 1974: ο Κ. Καραμανλής και ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος στις συσκέψεις για τη διασάφηση της εθνικής στρατηγικής, 30 Νοεμβρίου – 1 Δεκεμβρίου 1974», στο Κ. Σβολόπουλος, Κων. Μπότσιου, Ευ. Χατζηβασιλείου (επιμ.), Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον εικοστό αιώνα, Αθήνα (Ίδρυμα Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής) 2008, τόμος δεύτερος, σελ. 279-301
  • Συλλογικό έργο. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η Κύπρος : Πρακτικά συνεδρίου Εκδ. Καστανιώτη, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών "Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος", 2008
  • Πέτρος Παπαπολυβίου, «Οι προσπάθειες για «τρίτη λύση» στο κυπριακό Αρχιεπισκοπικό ζήτημα (1900-1910) και η πρόταση για την υποψηφιότητα του Μητροπολίτη Δράμας Χρυσοστόμου Καλαφάτη», Επετηρίδα Κέντρου Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου, 8 (2008), σσ. 455-470.
  • Ανθούλλης Α. Δημοσθένους, Η βυζαντινή Κύπρος (965 - 1191) : Υλικός και πνευματικός πολιτισμός,εκδ.Σταμούλης, 2009
  • Συλλογικό έργο. Κύπρος : Γεωπολιτικές εξελίξεις στον 21ο αιώνα, The Monthly Review Imprint, 2009
  • Πέτρος Παπαπολυβίου, «Ο Παρθενών και τα Προπύλαια»: Όψεις της γεωπολιτικής σημασίας της Κύπρου στη ρητορική του κυπριακού ενωτικού κινήματος» στον τόμο Βαγγέλης Χωραφάς – Λευτέρης Ριζάς (επιμ.), Κύπρος. Γεωπολιτικές εξελίξεις στον 21ο αιώνα, Αθήνα: The Monthly Review Imprint 2009, σσ. 175-178.
  • Πέτρος Παπαπολυβίου, «Κύπριοι φοιτητές και πτυχιούχοι του Πανεπιστημίου Αθηνών, 1837-1893», Κλειώ, 5 (Σεπτέμβριος 2009), σσ. 247-274.
  • Πέτρος Παπαπολυβίου, «Πτυχές από τη ζωή και τη δράση του Νικόλαου Καταλάνου στη Λευκωσία (1893-1921)», Εθνογραφικά, 14 (Ναύπλιο 2009), σσ. 11-23.
  • Ηλίας Γιαρένης, «Η “Αγία Ελένη στην Κύπρο”. Το θαύμα του σταυρού και η βιωματική επικύρωση ενός “ανιστόρητου” μύθου», Πάροδος 37 (2010), Αφιέρωμα στον Κυριάκο Χαραλαμπίδη,σελ. 4369-4373.
  • Ανθούλλης Α. Δημοσθένους, Η βυζαντινή "ιερά εξέταση" και η Κύπρος. Αμφισβήτηση και καταστολή στην κοινωνία την εποχή των Κομνηνών (1081-1180)εκδ.Σταμούλης, 2010
  • Θεοχάρης Σταυρίδης, «H Eγκατάσταση Eπτανησίων Bενετών υπηκόων στην Kυπρο στα μέσα του 18ου αιώνα και τοπικές αντιδράσεις: Ένα οθωμανικό έγγραφο του 1757», Eπετηρίδα Kέντρου Eπιστημονικών Eρευνών,τομ. XXXV, Λευκωσία: Kέντρο Eπιστημονικών Eρευνών, 2010, σελ. 93-122.
  • Ιωάννης Χατζάκης , «Τα “βρετά” παιδιά. Οι ιδιαίτερες διαστάσεις του φαινομένου της έκθεσης βρεφών στη βενετική Κύπρο», Νόμος. Επιστημονική Επετηρίδα του Τμήματος Νομικής της Σχολής Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών,τομ. 13 (2010),σελ. 485-503
  • Γ. Καζαμίας, «Πολωνοί πρόσφυγες στην Κύπρο (1940-41) μέσα από τις βρετανικές πηγές της εποχής, - Polski uchodzy na Cyprze (1940-41) na postawie brytyjskich zrodel z epoki», στο Γ. Γεωργής – Γ. Καζαμίας (επιμ.), Πολωνία – Κύπρος, Από τη χώρα του Chopin στο νησί της Αφροδίτης, Σχέσεις Ιστορίας και Πολιτισμού – Polska – Cypr, kraju Szopena na wyspe Afrodyty, Relaje historyczne i kulturowe, Λευκωσία: εκδόσεις εν Τύποις, 2011, σς. 96-127
  • Γ. Γεωργής – Γ. Καζαμίας (επιμ.), Πολωνία – Κύπρος, Από τη χώρα του Chopin στο νησί της Αφροδίτης, Σχέσεις Ιστορίας και Πολιτισμού – Polska – Cypr, kraju Szopena na wyspe Afrodyty, Relaje historyczne i kulturowe, Λευκωσία: εκδόσεις εν Τύποις, 2011
  • Πέτρος Παπαπολυβίου (επιμ.), 1960-2010 Ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας, τόμ. 1 1960-1969. Η δεκαετία της εγκαθίδρυσης, τόμ. 2 1970-1979. Η δεκαετία της κυπριακής τραγωδίας, τόμ. 3 1980-1989. Η δεκαετία της ανασυγκρότησης, Λευκωσία: Φιλελεύθερος, 2010- 2011
  • Ολυμπίος Μιχάλης, «‘Δυο Ούγγροι επίσκοποι στη μεσαιωνική Πάφο», στο Ουγγαρία – Κύπρος. Από τις Σταυροφορίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, επιμ. Γ. Γεωργής και Γ. Καζαμίας (Λευκωσία, 2011), 32-43.‘
  • Χάιντς Α. Ρίχτερ, Ιστορία της Κύπρου: 1950-1959,τ. Β΄, μτφρ. Χαράλαμπος Παπαχρήστου, εκδ.Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2011
  • Πασχάλης Κιτρομηλίδης, (επιμ.), Κυπριακές πηγές για την άλωση της Αμμοχώστου, μετάφρ. Ελένη Χαρχαρέ, Αθήνα: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/ΕΙΕ, 2011
  • Στάθης Μπίρταχας , Κοινωνία, πολιτισμός και διακυβέρνηση στο βενετικό κράτος της θάλασσας. Το παράδειγμα της Κύπρου, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2011
  • William Mallinson, Πικρές ελιές : Η διπλωματία, η σύγκρουση των θεωριών και η σύγχρονη Κύπρος, μτφρ. Δημήτρης Μιχαήλ Καραπιδάκης, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2011