Ένωσις

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Διαδήλωση Κυπρίων στη δεκαετία του 1930 υπέρ της Ενώσεως.

O όρος Ένωσις αναφέρεται στο αίτημα των Ελληνοκύπριων για ενσωμάτωση του νησιού στην Ελλάδα. Αρκετές άλλες περιοχές με ελληνικούς πληθυσμούς είχαν παρόμοιο αίτημα και ορισμένα κατάφεραν να ενσωματωθούν στην Ελλάδα. Το νεοσύστατο ελληνικό κράτος εξέπεμπε την ιδέα της Ενώσεως. Στην Κύπρο υπήρχαν αιτήματα για Ένωση από την εποχή της Τουρκοκρατίας και επί Αγγλοκρατίας πήρε την μορφή μαζικού κινήματος. Σταθμοί στο ενωτικό κίνημα αποτελούν τα Οκτωβριανά του 1931 και ο αγώνας της ΕΟΚΑ. Μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, σκληροπυρηνικοί υπέρ της Ενώσεως εντάχθηκαν σε τρομοκρατικές ομάδες και συμμετείχαν στο πραξικόπημα του 1974. Μετά την τουρκική εισβολή που ακολούθησε, η ιδέα της Ενώσεως έχει υποχωρήσει και κανένα κόμμα πλέον δεν την υποστηρίζει.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Κύπρου, από την εποχή της ίδρυσης του την δεκαετία του 1920 ήταν αδιάφορο προς τον αγώνα της Ενώσεως, καθώς επιθυμούσε την ανατροπή του καπιταλισμού. Αργότερα, στο 6ο Συνέδριο (1949) αποφάσισε να επιδιώξει την ένωση με ειρηνικούς και μαζικούς αγώνες. Επέλεξε να κρατήσει ουδετερότητα στον αγώνα της ΕΟΚΑ. Οι Τουρκοκύπριοι ήταν εξαρχής αντίθετοι με την προοπτική της Ενώσεως. Οι διωγμοί των μουσουλμανικών πληθυσμών από περιοχές της πρώην οθωμανικής αυτοκρατορίας, τους οδήγησε να φοβούνται το ενδεχόμενο της Ένωσης και προτίμησαν να συμμαχήσουν με τις βρετανικές δυνάμεις. Αργότερα, επιδίωξαν την πολιτική του κοινοτικού διαχωρισμού (ταξίμ)

Τουρκοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ελληνικός εθνικισμός στην Κύπρο εμφανίστηκε την περίοδο της αγγλοκρατίας, ωστόσο τα ίχνη του εντοπίζονται κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας στο νησί. Επί τουρκοκρατίας το νησί διοικείτο με το σύστημα των μιλλέτ, όπου η κάθε κοινότητα (μουσουλμανική και χριστιανική) ζούσε υπό τους θρησκευτικούς της ηγέτες, οι οποίοι εκ των πραγμάτων ήταν και οι πολιτικοί ηγέτες. Το σύστημα των μιλλέτ επέτρεπε υψηλό βαθμό θρησκευτικής και πολιτισμικής ελευθερίας και γενικά ζούσαν ειρηνικά μέχρι τον 18ο αιώνα[1] Μετά την ίδρυση του Ελληνικού κράτους το 1828, οι εθνικιστικές ιδέες ξεκίνησαν να μεταλαμπαδεύονται στην Κύπρο.[2]

Έχει υποστηριχθεί πώς οι απαρχές του κυπριακού ενωτικού κινήματος εντοπίζονται το 1830 με την έκκληση που έκανε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Πανάρετος στον πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας, τον Ιωάννη Καποδίστρια, ζητώντας του να αιτηθεί την ένταξη της Κύπρου στην Ελλάδα στις επικείμενες διαπραγματεύσεις του με ευρωπαίους ηγέτες, ενώ σημειώνεται πως ο Καποδίστριας έθεσε την Κύπρο εντός των ορίων της «νέας Ελλάδας».[3][4]

Αγγλοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι το 1878, η επιδίωξη της ένωσης με την Ελλάδα, ήταν στόχος μερικών ιδεαλιστών της ελληνικής ανώτερης τάξης των πόλεων, οι οποίοι είχαν πολύ λίγους οπαδούς.[5] Ωστόσο τα επόμενα χρόνια, αρκετοί νέοι πήγαιναν στην Ελλάδα για να σπουδάσουν, εκεί γοητεύονταν από την Μεγάλη Ιδέα και όταν επέστρεφαν, γίνονταν κήρυκες του πάθους για ένωση Ελλάδας με Κύπρο. Οι Βρετανοί ενδυνάμωσαν, χωρίς να το επιδιώξουν, το κίνημα της Ενώσεως, με την εκπαιδευτική τους πολιτική. Το 1880, υπήρξε η πρόταση τα αγγλικά να είναι η γλώσσα που διδάσκονται τα παιδιά στα σχολεία, ώστε τα παιδιά να απαγκιστρωθούν από την εκπαιδευτική πολιτική των μητέρων πατρίδων (Ελλάδα και Τουρκία). Ωστόσο για οικονομικούς λόγους, το σχέδιο απορρίφθηκε. Ως αποτέλεσμα, το επίπεδο εκπαίδευσης έμεινε αρκετά χαμηλό, ενώ το σχολικό πρόγραμμα, τα βιβλία, η εκπαίδευση των δασκάλων, ήταν ευθύνη των μητέρων πατρίδων, πράγμα που συνέτεινε στην απομάκρυνση των δυο κοινοτήτων της Κύπρου. Μέχρι τότε, ο διαχωριστικός παράγοντας ήταν η θρησκεία, ενώ τώρα προστέθηκε και ο εθνικισμός.[6]

Στα σχολεία της Κύπρου, κυρίως στα μαθήματα της Ιστορίας και των Ελληνικών, διδασκόταν τα παιδιά στην καθαρεύουσα, πως ανήκαν σε σε ένα λαό με λαμπρό παρελθόν. Οι δάσκαλοι δίδασκαν την αγάπη για την πατρίδα και τον πολιτισμό της, κάτι το οποίο δεν μπορούσε να φέρει ένσταση ο καθένας, οι δασκάλοι έγιναν προπαγανδιστές της Ενώσεως. Επιπλέον, τα σχολικά βιβλία, παρουσίαζαν τους Τούρκους ως εχθρούς.[7]

Ένας άλλος κύριος μοχλός προπαγάνδας υπέρ της Ενώσεως ήταν η Εκκλησία της Κύπρου. H Εκκλησία ήταν οικονομικά και πολιτικά πανίσχυρη επί Οθωμανικής κατοχής της Κύπρου και αντιμετώπισε με φόβο την μετάβαση στην Αγγλοκρατία, γιατί θα έχανε τα οικονομικά της προνόμια, θα της αφαιρούνταν ο ρόλος της συλλογής φόρων, ενώ θα έπαυε και ο θεσμικός πολιτικός της ρόλος, δηλαδή να είναι επικεφαλής του χριστιανικού μιλλέτ.[8]

Οικονομικοί ήταν οι λόγοι της υποστήριξης της Ενώσεως από την οικονομικά ισχυρή εμπορική τάξη των Ελληνοκυπρίων. Οι φιλελευθεροποιήσεις που υπόσχονταν οι Άγγλοι στην οικονομία, θα απεγκλώβιζαν τον αγροτικό πληθυσμό από τον έλεγχο της αστικής τάξης. Έτσι, υιοθετήθηκε το σύνθημα της Ενώσεως ώστε να ασκηθεί πολιτική πίεση στους Βρετανούς.[9]

Η προσφορά του 1915[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1915 η Βρετανία έκανε πρόταση στην Ελλάδα να παραχωρηθεί η Κύπρος, αν εντασσόταν η Ελλάδα στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο μαζί της, αλλά ο φιλογερμανός βασιλιάς Κωνσταντίνος Α' απόρριψε την προσφορά. Είχε προηγηθεί η παραίτηση του Ελευθερίου Βενιζέλου, λόγω της αδιαλλαξίας του βασιλιά και ο σχηματισμός οικουμενικής κυβέρνησης από τον Αλέξανδρο Ζαΐμη. Τότε η Βρετανία, υπέβαλε πρόταση στην Ελλάδα στις 5/17 Οκτωβρίου 1915. Ο Ζαΐμης ζήτησε να δει πρώτα τον βασιλιά, και πέρασαν 48 ώρες μέχρι να τον συναντήσει. Τελικά, η απόφαση ήταν να απορρίψουν την πρόταση της Βρετανίας.[10]

Όταν μαθεύτηκε αυτή η προσφορά στη κοινή γνώμη αρκετά αργότερα, οι ελληνοκύπριοι απογοητεύτηκαν. Μετά τον πόλεμο, ο Βενιζέλος, δεν έκανε λόγο για την Κύπρο, όταν προωθούσε άλλες ελληνικές διεκδικήσεις, προφανώς γιατί ήθελε την εύνοια των Βρετανών. Οι Κύπριοι απέστειλαν αντιπροσωπία στο Λονδίνο για να ζητήσουν την Ενωση από τους Βρετανούς. Οι Βρετανοί υποστήριζαν τότε τις διεκδικήσεις του Βενιζέλου στην Θράκη και Μικρά Ασία. Ο Βενιζέλος επεδίωκε να υπαχθούν οι Κύπριοι στο εθνικό κέντρο, αλλά τα συμφέροντα της Ελλάδας προηγούνταν της Κύπρου. Οι κύπριοι διαβεβαίωσαν τον Βενιζέλο ότι θα ακολουθήσουν την πολιτική του, πιστεύοντας πως όταν δινόταν η ευκαιρία, οι Άγγλοι θα παρέδιδαν την Κύπρο στην Ελλάδα. Ωστόσο, οι Βενιζέλος έχασε τις εκλογές του 1920 και οι μοναρχικοί επέστρεψαν στην εξουσία, τους οποίους οι Άγγλοι αντιπαθούσαν. [7]

Οι εθνικιστικές ιδέες πάντως βρήκαν πρόσφορο έδαφος στο σύνολο των ελληνοκυπρίων και οι οποίες μετατράπηκαν στο Ενωτικό κίνημα. Οι ελληνοκύπριοι παρασύρθηκαν από το ασαφές μεν, δοξασμένο δε παρελθόν, εντασσόμενοι σε μια «καθαρή» αρχαία φυλή και υιοθέτησαν γρήγορα την θεωρία της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού.

Οκτωβριανά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Οκτωβριανά

Τα Οκτωβριανά του 1931 ήταν ο επόμενος κομβικός σταθμός του κινήματος της Ενώσεως καθώς όξυναν την αντιπαράθεση με την Βρετανική αυτοκρατορία.[11] Τα Οκτωβριανά ξεκίνησαν με μια πύρινη ομιλία του μητροπολίτη Κιτίου Νικόδημου Μυλωνά στην Λεμεσό στις 18 Οκτωβρίου, ενώ στις 21 Οκτωβρίου, πλήθος ελληνοκυπρίων βάδισαν προς το Κυβερνείο του νησιού και το πυρπόλησαν. Ξέσπασαν ταραχές τις επόμενες μέρες σε όλα τα αστικά κέντρα και στην ύπαιθρο. Στις ταραχές συμμετείχε, πέρα της Εθναρχίας, και το Κομμουνιστικό Κόμμα Κύπρου. [12] Τα Οκτωβριανά ακολούθησε η περίοδος της Παλμεροκρατίας, μια περίοδος όπου σκληρά μέτρα επιβλήθηκαν στον πληθυσμό της Κύπρου. Τα μέτρα αυτά οδήγησαν σε περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση του κινήματος για Ένωση, η οποία εκφράστηκε με τον αγώνα της ΕΟΚΑ το 1955.[13]

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο επόμενος σταθμός πάντως ήταν ο Β Παγκόσμιος Πόλεμος. Τόσο οι εθνικιστές, όσο και οι κομμουνιστές ελληνοκύπριοι ήταν στο ίδιο στρατόπεδο με τους βρετανούς. Αυτό οδήγησε σε αισιοδοξία ότι με το επιτυχημένο τέλος του πολέμου, οι Βρέτανοί θα παρέδιδαν την Κύπρο στην Ελλάδα, ως ανταμοιβή του αγώνα της Ελλάδας. Οι Βρετανοί φρόντισαν να ενισχύσουν αυτό το φορτισμένο κλίμα με το σύνθημα "Fight for Freedom and Greece" (Πολέμησε για την Ελευθερία και την Ελλάδα).[11]

Κομμουνιστικό Κόμμα, ΑΚΕΛ και Ένωσις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Κύπρου (ΚΚΚ), από τις αρχές της ίδρυσης του το 1922, είχε οικονομικά και κοινωνικά θέματα στην ατζέντα του. Δήλωνε πως ο αγώνας της Ένωσης το άφηνε αδιάφορο, ενώ στο πρόγραμμα του υποστήριζε το ξεπέρασμα του Καπιταλισμού μέσω μιας δημοκρατίας εργατικών ενώσεων. Στα Οκτωβριανά πάντως συμμετείχε, όταν με μια συμβολική κίνηση, ο γενικός γραμματέας του ΚΚΚ, Χαράλαμπος Βατυλιώτης φίλησε το χέρι του Αρχιεπισκόπου. Με το τέλος των Οκτωβριανών, η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος εξορίστηκε, το κόμμα κηρύχθηκε παράνομο και η κατοχή κομμουνιστικών βιβλιων επέφερε ποινή φυλάκισης δύο ετών.[14][15]

To 1949 το ΑΚΕΛ (η μετεξέλιξη του ΚΚΚ) έκανε στροφή στο ζήτημα της Ενώσεως. Στο 6ο συνέδριο του κόμματος, εκλέχθηκε ο Εζεκίας Παπαϊωάννου και υπερίσχυσε η γραμμή που ζητούσε την Ενωση. Οι πραγματιστές και φιλελεύθεροι του κόμματος, όπως ο προηγούμενος γενικός γραμματέας Πλουτής Σέρβας, παραγκωνίστηκαν. Η στροφή του ΑΚΕΛ υπέρ της ένωσης ήταν παράξενη, δεδομένου στην Ελλάδα είχαν μόλις ηττηθεί οι κομμουνιστές και το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν παράνομο. Μια εξήγηση είναι πως ήθελε η ηγεσία του ΑΚΕΛ να μην αφήσει το ζήτημα της ένωσης στα χέρια της Δεξιάς και της Εκκλησίας. Επιπλέον, δεδομένου ότι να επιτευχθεί Ένωση φάνταζε απίθανο, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως πιεστικός μοχλός κατά των Βρετανών και της κυβέρνησης της Ελλάδας, οι οποίοι δεν θα επιδίωκαν πράγματι την Ενωση, δείχνοντας στο κοινό πως η Δεξιά της Ελλάδας δεν είναι πραγματικοί πατριώτες.[16]

Η στάση που επέλεξε το ΑΚΕΛ να κρατήσει απέναντι στον Ενωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ ήταν η ουδετερότητα. Αυτό εξέθεσε το ΑΚΕΛ ως αντιπατριωτικό κόμμα, κάτι που ακούγεται ως σήμερα.[17] Το ΑΚΕΛ όποια απόφαση και να λάμβανε, θα ήταν λάθος.[17] Το ΑΚΕΛ και Γρίβας έβλεπαν ο ένας τον άλλο με καχυποψία. Τον Αύγουστο του 1957, ξεκίνησε επίθεση κατά της Αριστεράς, κατηγορώντας τους για συνεργασία με τους Βρετανούς. Οι Βρετανοί έκαναν ότι μπορούσαν για να δημιουργήσουν αυτή την ένταση. Στα τέλη του Αυγούστου 1959, μέλη της ΕΟΚΑ επιτέθηκαν σε μέλη και οικήματα της ΠΕΟ (συνδικαλιστικής οργάνωσης του ΑΚΕΛ), ενώ αργότερα προέβησαν σε δολοφονίες «προδοτών»[18]. Συνολικά σε όλη την διάρκεια του Αγώνα της ΕΟΚΑ, σκοτώθηκαν 23 μέλη του ΑΚΕΛ.[18]

ΕΟΚΑ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1955, δημιουργήθηκε η μαχητική Εθνική Οργάνωσις Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ) που έδρασε κατά την χρονική περίοδο 1955-1959 για την απελευθέρωση της Κύπρου από την Βρετανική κυριαρχία και την ένωσή της με την Ελλάδα, ενάντια των μέτρων που είχε λάβει ο νέος τότε κυβερνήτης και πρώην στρατάρχης Τζ. Χάρτινγκ που προηγουμένως είχε καταπνίξει παρόμοιο κίνημα στη Κένυα. Τελικά, με τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, ίδρύθηκε ένα δικοινοτικό κράτος, το οποίο δεν ήταν η Ένωσις που οραματίζονταν οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ.

Κυπριακή Δημοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1960- 1974[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιδέα της Ενώσεως δεν εγκαταλείφθηκε αμέσως. Κατά τη διάρκεια της προεδρικής εκστρατείας του 1968 ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ΄ δήλωσε ότι η Ένωση ήταν «επιθυμητή» ενώ η ανεξαρτησία ήταν «πιθανή». Αυτή η δήλωση τον ξεχώρισε από το κίνημα που επιθυμούσε «μόνο και μόνο την Ένωση». Οι σκληροπυρηνικοί υπέρμαχοι της Ενώσεως κατέφυγαν στην τρομοκρατία.[19] Το 1971 δημιουργήθηκε η ΕΟΚΑ Β' με αυτό το σκοπό, υπό την αρχηγία του Γεώργιου Γρίβα - Διγενή. Η οργάνωση συμμετείχε στο στρατιωτικό πραξικόπημα του 1974 εναντίον του Μακαρίου, το οποίο οργανώθηκε και υποστηρίχθηκε από την στρατιωτική δικτατορία στην Ελλάδα. Η τουρκική κυβέρνηση αντέδρασε αρχικά με την τουρκική εισβολή στην Κύπρο στις 20 Ιουλίου 1974 .

Μετά το 1974[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σήμερα η Κύπρος παραμένει διαμελισμένη, με αποτέλεσμα η ελληνική κοινότητα να κατοικεί στις ελεύθερες περιοχές υπό την κυριαρχία της επίσημα αναγνωρισμένης Κυπριακής Δημοκρατίας και η τουρκική κοινότητα να κατοικεί στη μη αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου». Οι Ελληνοκύπριοι έχουν ταυτιστεί έντονα με την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία μετά τα γεγονότα του 1974, έχει μείνει αποκλειστικά υπό τον έλεγχό τους. Η Κυπριακή Δημοκρατία ως ένα διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος και πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 2004 τηρεί στενές σχέσεις με την Ελλάδα αλλά η Ένωσις δεν είναι πλέον στόχος κανενός πολιτικού κομμάτος.

Το 2017, στην Κυπριακή Δημοκρατία τα ελληνοκυπριακά κόμματα, πλην του ΑΚΕΛ, πέρασαν νόμο για να εορτάζεται το Ενωτικό Δημοψήφισμα στα σχολεία, κάτι που καταδίκασε η Τουρκία.[20]

Τουρκοκύπριοι και Ένωσις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι τουρκοκύπριοι εναντιώθηκαν στην ιδέα της Ενώσεως.[21] Η κατάρρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και η διωγμοί μουσουλμάνων από περιοχές που έλεγχε προηγουμένως η αυτοκρατορία, δημιούργησαν το λεγόμενο σύνδρομο της Κρήτης.[22][23] Μπροστά στο δίλημμα «υπαγωγή στους Βρετανούς ή σε Ελληνικό κράτος;» η απάντηση ήταν εύκολη.[24] Στο δημοψήφισμα για ένωση το 1950, οι τουρκοκύπριοι έκαναν μεγάλη διαδήλωση στην Λευκωσία και απαιτούσαν από την αγγλική κυβένρηση να μην πραγματοποιηθεί. Κατά την διάρκεια του αγώνα της ΕΟΚΑ, ιδρύθηκε η υπερεθνικιστική τρομοκρατική οργάνωση ΤΜΤ.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Papageorgiou 1997, σελ. 56-57:...The island which throughout its long history was colonised by numerous ethnic and religious groups, was divided into two religious communities (millets): the Muslim and the Christian- Orthodox....The millet system functioned rather smoothly until the late 18th century, when religious and ethnic differences in the Empire began to acquire a dynamic national character.
  2. Papageorgiou 1997, σελ. 58.
  3. Παπαπολυβίου 2014.
  4. Koumoulides 1986, σελ. 118.
  5. Richter 2010, σελ. 25.
  6. Richter 2010, σελ. 26.
  7. 7,0 7,1 Richter 2010, σελ. 27.
  8. Papageorgiou 1997, σελ. 58-59:The most important vehicles of nationalist ideas inCyprus were the Orthodox Church, the financially and socially powerful merchant class in the cities and the group of scientists and intellectuals that sprang out of it. The Church, a hegemon- ic institution in social and financial terms, had acted as the sole political representative of the Orthodox during the Ottoman period. Endowed by the Ottoman regime with a series of exceptional privileges, the Church regarded the new administration as a major danger, as it refused to reconfirm the Church's official political role, and while depriving it of its financial privileges as well as of the state's support in collecting taxes from the Christian flock.15This is why the Church having got over its initial embarrassment caused by the imposition of the British rule in an exemplary and rapid way, took on a leading role in the fight for enosis supporting the diffusion of nationalist ideas.
  9. Papageorgiou 1997, σελ. 59:The same path was followed by the merchant elite, forsimilar reasons. This class, whiledemandinginanactivewaypoliticalliberalisation,refusedtocontribute to any social reform, since this would weaken its ability to control rural classes. So adoptingthesloganofenosis,themerchantelitetriedtoincreasetheirinternalpolit- ical power and to participate in a more active way in state apparatuses so as to ensure their financial prosperity. On the other hand, they conveyed nationalist ideas to the rural masses, deflecting them from a socially orientedstruggle
  10. Παπαπέτρου 2015.
  11. 11,0 11,1 Michael 2015, σελ. 125.
  12. Rappas 2014, σελ. 1-6.
  13. Rappas 2014, σελ. 8.
  14. Rappas 2014, σελ. 2&8.
  15. Richter 2010, σελ. 33.
  16. Richter 2010, σελ. 40.
  17. 17,0 17,1 Richter 2010, σελ. 53.
  18. 18,0 18,1 Richter 2010, σελ. 77.
  19. Michael 2015, σελ. 128.
  20. «Turkey slams Greek Cyprus' Enosis move». Hürriyet Daily News. 15 February 2017. Ανακτήθηκε στις 10 January 2018. 
  21. Editors of Britanicca 2018.
  22. Κτωρής 2013, σελ. 80.
  23. Kizilyürek 2001, σελ. 198 - 199:The Turkish Cypriot nationalism mainly developed in reaction to the Greek Cypriot national desire for union with Greece. In the desire of the Greek Cypriots to unify with Greece, the Turkish Cypriot community saw a danger to its own existence. This perception of threat is partly related to the historical experience of the dissolution of the Ottoman Empire in a period of national movements, which ended up in creating independent nation states. The experiences of the Muslim population in the Balkans, where national struggles caused atrocities and deportation, were the main points of reference in the construction of Turkish Cypriot nationalism. Particularly, the example of Crete was to become among the Turkish Cypriots what can be called a ‘‘Crete syndrome’’. Crete’s attempts to unify with Greece and, finally, the realization of this dream of union in 1912 had resulted in the deportation of the Muslim population of the island and its emigration to Turkey. A few years later (1922), the expedition of the Greek army to Asia Minor increased the fears of uprooting among the Turkish Cypriots
  24. Papageorgiou 1997, σελ. 61.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]