Ετεοκυπριακή γλώσσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ετεοκυπριακή
Ομιλούνταν σε: Κύπρος
Εξαφάνιση: 4ος αιώνας π.Χ.
Ταξινόμηση: Τυρρηνικές(;)
  Ετεοκυπριακή
Κώδικες γλώσσας
ISO 639-1
ISO 639-2/B
ISO 639-3 ecy
SIL
Glotto eteo1240
Linguist ecy
Μια από τις ετεοκυπριακές επιγραφές από την Αμαθούντα

Η Ετεοκυπριακή ήταν προ-ινδοευρωπαϊκή γλώσσα που ομιλούνταν στην εποχή του Σιδήρου στην Κύπρο. Η ονομασία σημαίνει «αληθινή» ή «πρωτότυπη κυπριακή» και είναι παράλληλη με την Ετεοκρητική. Και οι δύο ονομασίες χρησιμοποιούνται από τη σύγχρονη έρευνα για να υποδηλώσουν τις προελληνικές γλώσσες αυτών των τόπων.[1] Η Ετεοκυπριακή γραφόταν με το κυπριακό συλλαβάριο, μια συλλαβική γραφή που προέρχεται από τη Γραμμική Α (μέσω της κυπρομινωικής παραλλαγής Γραμμικής Γ´). Η γλώσσα βρισκόταν υπό πίεση από την Αρκαδοκυπριακή ελληνική από τον 10ο αιώνα π.Χ. και τελικά εξαφανίστηκε περίπου τον 4ο αιώνα π.Χ.

Η γλώσσα είναι ακόμα άγνωστη εκτός από ένα μικρό λεξιλόγιο που επιβεβαιώνεται σε δίγλωσσες επιγραφές. Θέματα όπως η σύνταξη και η πιθανή κλίση ή συγκόλληση παραμένουν μυστήριο. Οι μερικές μεταφράσεις εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη γλώσσα ή τη γλωσσική ομάδα που έχει αναλάβει ο μεταφραστής, αλλά δεν υπάρχει συνοχή. Ορισμένοι γλωσσολόγοι εικάζουν ότι συνδέεται με τις ετρουσκικές και τις λημνιακές γλώσσες, και με άλλοι με τα βορειοδυτικά σημιτικά. Αυτοί που δεν υποστηρίζουν κάποια από αυτές τις θεωρίες συχνά υιοθετούν την προεπιλογή μιας άγνωστης προελληνικής γλώσσας. Λόγω του μικρού αριθμού κειμένων που έχουν βρεθεί, υπάρχουν επί του παρόντος πολλές αναπόδεικτες εικασίες.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. The derivation is given in Partridge, Eric (1983) Origins: A short Etymological Dictionary of Modern English, New York: Greenwich House, (ISBN 0-517-41425-2). The term Eteocypriot was devised by Friedrich in 1932, according to Olivier Masson in ETEO-CYPRIOT, an article in Zbornik, Issues 4–5, 2002–2003. Η Ετεοκρητική βασίζεται σε γνήσια αρχαία ελληνική λέξη