Λαοί της Θάλασσας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ο Φαραώ Ραμσής Γ' εναντίον των Λαών της Θάλασσας. Ανάγλυφο στο Medinet Habu.

Με τον όρο Λαοί της Θάλασσας χαρακτηρίζουν οι σύγχρονοι ιστορικοί εν γένει διάφορους αλλά συγκεκριμένους λαούς της εποχής του Νέου βασιλείου της Αρχαίας Αιγύπτου. Τους λαούς αυτούς οι Αιγύπτιοι τους ονόμαζαν «Ξένους». Στις αρχές του 12ου αιώνα π.Χ. οι Λαοί της Θάλασσας είχαν γίνει σοβαρή πολεμική απειλή για την Αίγυπτο, ενώ οι μαζικές εισβολές τους στη Χεττιτική αυτοκρατορία και άλλα κράτη της Μέσης Ανατολής. Πιθανώς πρόκειται για τους ίδιους πολεμιστές που είχαν επιτεθεί και στο Ουγκαρίτ το 1192 π.Χ..[1]

Τα αίτια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τις εξελίξεις στο τέλος της Εποχής του Χαλκού, άρχισαν από το 1220 π.Χ. και μετά σημαντικές μεταβολές στο ναυτιλιακό εμπόριο που γινόταν στη Μεσόγειο. Οι Χετταίοι άρχισαν να γνωρίζουν τις πρώτες δυσκολίες γύρω στο 1210 π.Χ., όταν λόγω κάμψης τής οικονομίας τους ζήτησαν τη βοήθεια των Αιγυπτίων, για να τους προμηθεύσουν με σιτηρά. Προφανώς όμως δεν μπόρεσαν να βελτιώσουν την κατάσταση και έτσι λίγα χρόνια αργότερα οι Χετταίοι αναγκάστηκαν να βρουν καινούργια εδάφη προς κατοίκηση. Τα αρχαιολογικά ευρήματα και αρχαία κείμενα από την εποχή αυτή δείχνουν συνολικά ότι το εμπόριο είχε αρχίσει να παραλύει σε μεγάλη κλίμακα, κάνοντας ζημιά στους τότε πολιτισμούς μέχρι και στο Αιγαίο.

Εκτός αυτού γίνονταν μαζικές μετακινήσεις λαών από τη δύση μέσω της ξηράς για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Ανάγλυφα της νεκρόπολης Μέντινετ Χάμπου, κοντά στις Θήβες της Αιγύπτου, δείχνουν καραβάνια από οικογένειες φορτωμένες με όλα τα υπάρχοντά τους και με βοϊδάμαξες να εγκαταλείπουν τα χωριά τους. Οι μετανάστες αυτοί είχαν για αρχικό προορισμό τους τις μικρασιατικές περιοχές του Χάττι και της Κιζζουβάτνας, και αργότερα την περιοχή του Λεβάντε και την Κύπρο.

Η επίθεση των Λαών της Θάλασσας στην Ανατολή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα εδάφη των Χετταίων το 1300 π.Χ.

Τότε σχηματίστηκε μια συμμαχία μεταξύ ναυτικών δυνάμεων και κατοίκων της ξηράς και άρχισαν καταστροφικές επιθέσεις σε εύπορες παραλιακές κατοικημένες περιοχές στην ανατολική Μεσόγειο. Οι τελευταίες επιστολές από την Ουγκαρίτ αναφέρουν μάχες με πολλές απώλειες των Χετταίων αρχόντων στις περιοχές της Παμφυλίας, Λυκαονίας, Πισιδίας και της Λυκίας. Την ίδια εποχή γραπτά κείμενα από την Αλασγία αναφέρουν επιδρομές αγνώστων στην Κύπρο, την οποία όμως εγκατέλειψαν προς άγνωστη κατεύθυνση. Οι Χετταίοι ζήτησαν την βοήθεια του πολεμικού ναυτικού του Ουγκαρίτ για να προστατεύσουν τα νότια παράλια της Μικράς Ασίας. Επίσης στρατεύματα του Ουγκαρίτ μετακινήθηκαν στα κεντρικά εδάφη των Χετταίων. Έτσι αφήνοντας την Ουγκαρίτ ανυπεράσπιστη δέχτηκαν την καταστροφική επίθεση των Λαών της Θάλασσας.

Η επίθεση στην Αίγυπτο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κείμενο του Μερνεπτά.

Η πρώτη εισβολή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε επιγραφές από το Καρνάκ και της Άθλιβης του 5ου έτους του φαραώ Μερνεφθά αναφέρεται η Μάχη του Περιρέ, δυτικά του Δέλτα του Δέλτα του Νείλου, γύρω στις 15 Απριλίου 1208 π.Χ.. Η Αίγυπτος είχε δεχτεί την επίθεση μιας συμμαχίας των Λίβυων με τους Λαούς της Θάλασσας. Αρχηγός της συμμαχίας ήταν ο Λίβυος βασιλιάς Μεριρί (Mrjj στο αιγυπτιακό κείμενο[2]) ακολουθούμενος από τις δυνάμεις των Σερντέν ή Σαρντάνα (Šrdn), Σεκελές ή Σακάλσα (Škrš), Αχαϊβάσα ή Εκβές (Ikws), Λούκα ή Λουκού (Lk, Λύκιοι), Τερές ή Τουρσά (Trs), Μεσβές (γείτονες και σύμμαχοι των Λιβύων). Η επίθεση αποκρούστηκε μετά από σκληρή μάχη έξη ωρών στην έρημο, ενώ οι νικητές αποκόμισαν άφθονα λάφυρα.[3]

Είναι χαρακτηριστικό ότι Σαρντάνα εχρησιμοποιούντο ως μισθοφόροι στον αιγυπτιακό στρατό τουλάχιστον από την εποχή του Ραμσή Β'.[4] Οι Εκβές έχουν συνδεθεί στο παρελθόν από ερευνητές με τους Αχιγιάβα των χεττιτικών κειμένων και μέσω αυτών με τους Αχαιούς.[5][6][7] Επίσης, σε επιγραφές απο το Καρνάκ και την Στήλη της Άθλιβης αναφέρεται ο τίτλος "Απο τις χώρες της Θάλασσας" μόνο μετά απο το Εκβές, ενώ ο Αμερικανός αρχαιολόγος και ιδρυτής του Ασιατικού Ινστιτούτου του Πανεπιστημίου του Σικάγου, Τζέιμς Χένρυ Μπρίαστεντ έγραψε σε μια υποσημείωση σχετικά με τον όρο αυτό:

"Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτή η ονομασία, τόσο εδώ (Στήλη του Καρνάκ) όσο και στην Στήλη της Άθλιβης (1.13), εισάγεται μόνο μετά από το Εκβές. Στην Στήλη της Άθλιβης, το Εκβές κόβεται με έναν αριθμό από την προηγούμενη, δείχνοντας ότι ο όρος εκεί ανήκει μόνο σε αυτούς".[8]

Η δεύτερη εισβολή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δεύτερη εισβολή στην Αίγυπτο πήρε τη μορφή συνδυασμένης επίθεσης από ξηρά και θάλασσα και συνέβη το 1186 π.Χ., το 8ο έτος της βασιλείας του φαραώ Ραμσή Γ'.[9] Περιγράφεται σε επιγραφή του ναού της Μεντινέτ Χαμπού, στην οποία ο Ραμσής Γ' εξιστορεί την επίθεση που δέχτηκε ως εξής:

Οι Λαοί της Θάλασσας έκαναν συμμαχία και συνωμοτούν. Έχουν σκοπό να βάλουν στο χέρι όλα τα εδάφη της γης. Κανείς δεν μπορεί να τους αντιμετωπίσει. Των Χετταίων καταστράφηκαν ταυτόχρονα η Καντί (Κιλικία), η Καρχεμίς, η Αρζάβα και η Αλασγία. Το στρατόπεδό τους είναι κάπου στο Αμουρρού. Επιτίθενται και καταστρέφουν τα μέρη σαν να μην είχαν ποτέ υπάρξει. Ήρθαν, έβαλαν φωτιά και είπαν: "Εμπρός για την Αίγυπτο". Σύμμαχοί τους ήταν οι Πελεσέτ, οι Τζεκέρ, οι Σεκελές, οι Ντενυέν και οι Βεσές.[10]

Επίσης, στους παπύρους του Χάρρις, μια συλλογή κειμένων του Ραμσή Γ' που συντάχθηκε λίγο μετά τον θάνατό του, αναφέρεται η πολεμική νίκη του Φαραώ κατά των Λαών της Θάλασσας.

Στα ανάγλυφα της Μέντινετ Χαμπού οι Λαοί της Θάλασσας παρουσιάζονται ως εξής:

  • Οι Ντενυέν (Dnn), οι Πελεσέτ (Πελασγοί-Φιλισταίοι[11], Prst στο αιγυπτιακό κείμενο), οι Τζεκέρ (Tkr) και οι Βεσές (Wss) φορούν περικεφαλαίες με φτερά. Παρόμοιες παραστάσεις βρίσκουμε και στα ευρήματα της Έγκωμης στην Κύπρο.
  • Οι Σερντέν φορούν περικεφαλαία με κέρατα. Παρόμοιες περικεφαλαίες βρίσκουμε σε ζωγραφιές πάνω σε πολεμικά αγγεία της Μυκηναϊκής εποχής επίσης στην Έγκωμη.
  • Οι Σεκελές φορούν ταινίες στο μέτωπο.

Όλοι τους όμως φορούν κοντές φούστες ή ποδιές στην μέση, και συνήθως δεν έχουν μούσι. Συχνά φορούν πανοπλίες. Είναι οπλισμένοι με ασπίδες στρογγυλές, δόρυ μακρύ, δόρυ κοντό και σπαθιά. Τα καράβια τους είναι όλα της ίδιας κατασκευής με πανιά και μια χαρακτηριστική κεφαλή πουλιού στο ένα άκρο και κεφαλή ζώου στο άλλο (έμβολο).[12] Από την ενδυμασία τους συμπεραίνουμε ότι είναι μεσογειακής καταγωγής, τα πλοία τους επίσης.

Χαρακτηριστικό για αυτήν την εποχή είναι ότι σηματοδοτεί το τέλος των πολιτισμών της Εποχής του Χαλκού στην ανατολική Μεσόγειο.

Ερμηνείες της καταγωγής των πολεμιστών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης της αρχαίας Ανατολής τον 13ο αιώνα π.Χ.

Η ερμηνεία της προέλευσης των Λαών της Θάλασσας είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα και περίπλοκα ζητήματα της σύγχρονης αρχαιολογικής έρευνας.

Ινδοευρωπαϊκές εισβολές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλοί παλαιοιστορικοί, γλωσσολόγοι και αρχαιολόγοι υπέθεσαν αρχικά ότι οι Λαοί της Θάλασσας ήταν ως επί το πλείστον κάποια Ινδοευρωπαϊκά φύλλα που με την κάθοδό τους επέφεραν το τέλος του Μυκηναϊκού πολιτισμού στην Πύλο στις Μυκήνες και αλλού, καθώς και το τέλος του βασιλείου του Χετταίου Σουππιλουλιουμα Β'.

Πειρατές και Μυκηναίοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άλλοι είπαν, ότι οι Λαοί της Θάλασσας ήταν απλώς πειρατές. Μερικοί επιστήμονες όπως π.χ. ο Έμπερχαρντ Τσάγκερ υπέθεσαν ότι οι πολεμιστές αυτοί ήταν Μυκηναίοι. Λαμβάνοντας υπόψη την αναταραχή μεταξύ των μεγάλων Οίκων των μυκηναϊκών πόλεων στην ελληνική μυθολογία, η υπόθεση ότι οι Μυκηναίοι αυτοκαταστράφηκαν είναι μακρόχρονη[13] και βρίσκει την υποστήριξη του αρχαίου Έλληνα ιστορικού Θουκυδίδη[14] και του Πλάτωνα[15]. Πληθυσμιακές ομάδες μυκηναϊκής καταγωγής είναι πιθανόν να εγκαταστάθηκαν στην Κιλικία της Μικράς Ασίας, στη νότια συροπαλαιστινιακή ακτή και στην Ιταλία κατά την ΥΕ ΙΙΙΓ (τέλη 12ου αι. Π.Κ.Χ.). Το φαινόμενο συνδέεται ίσως με την αναστάτωση και την παρακμή που επικράτησε μετά την κατάρρευση των μυκηναϊκών βασιλείων στη μητροπολιτική Ελλάδα.
Γραπτές πηγές των Χετταίων μιλούν για τo βασίλειo Αχιγιάβα, το οποίο οι σύγχρονοι μελετητές θεωρούν ότι ταυτίζεται με τον μυκηναϊκό κόσμο (Αχαιούς) ή τουλάχιστον με τμήμα του[16][17]. Επιπλέον, η Μιλλάβαντα των Χετταιικών πηγών έχει ταυτιστεί με την Μίλητο, η οποία εμφανίζεται στα σχετικά κείμενα ως τμήμα της επικράτειας Αχιγιάβα[18].
Τα μυκηναϊκά ευρήματα στην Αίγυπτο είναι σπάνια, υπάρχουν όμως αιγυπτιακές γραπτές πηγές και αιγυπτιακά ευρήματα, που φανερώνουν επαφές με τη χώρα των φαραώ, και μάλιστα σε ανώτατο διπλωματικό επίπεδο[19]. Μυκηναϊκά ευρήματα και αντικείμενα με γραμμική Β εχουν όμως βρεθει και στη Γερμανία,[20] στη Γεωργία,[21] στην Ιρλανδία και στην Μεγάλη Βρεττανία.[22][23][24][25]

Ο πόλεμος της Τροίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια άλλη θεωρία λέει ότι μετά από τον Τρωικό πόλεμο, ο Μενέλαος έχασε τον δρόμο του και αφού περιπλανήθηκε στην Κύπρο, την Φοινίκη, την Σιδώνα, τη Λιβύη και γενικότερα στα παράλια της νοτιοανατολικής Μεσογείου[26][27] πέρασε από την Αίγυπτο.

Ομοίως και ο Οδυσσέας μιλώντας με τον Εύμαιο περιγράφει πώς απο την Κρήτη έφτασε κι αυτός στην Αίγυπτο[28].

Επίσης, ο Τεύκρος ο γιός του βασιλιά της Σαλαμίνας Τελαμώνα και ετεροθαλής αδερφός του Αίαντα, ο οποίος έλαβε μέρος στον Τρωικό Πόλεμο και θεωρείτο ως ο καλύτερος τοξότης των Ελλήνων, μετά τον πόλεμο, ακολουθώντας τη μοίρα του Οδυσσέα και του Μενελάου, έφτασε κι αυτός ως την Αίγυπτο όπου εκεί συνάντησε την Ελένη.[29]Αργότερα, εξόριστος διότι δεν εκδικήθηκε για τον θάνατο του αδελφού του πήγε στην Κύπρο, όπου και ίδρυσε την πόλη Σαλαμίνα[30] (κοντά στη σημερινή Αμμόχωστο), σε ανάμνηση της πατρίδας του.
Ιστορικά, επιβεβαιώνεται η ίδρυση της Σαλαμίνας της Κύπρου γύρω στα 1100 π.Χ, χρονολογία που δεν απέχει, χρονικώς, από τον χρόνο επιστροφής των ηρώων της Τροίας.

Στην Κύπρο εγκαταστάθηκε και ο αρχηγός των Αρκάδων Αγαπήνορας ο οποίος καθώς έπλεε επιστρέφοντας στην πατρίδα του μετά την άλωση της Τροίας, σφοδρή τρικυμία παρέσυρε το πλοίο του στις ακτές της Κύπρου. Κατά τον Όμηρο και τον Παυσανία (Η 5, 2) ίδρυσε την Πάφο. Για την ακρίβεια, ο Αγαπήνωρ ίσως ίδρυσε την Παλαίπαφο, τα σημερινά Κούκλια.[31][32][33]

Ο αρχηγός των Αινιάνων Γουνέας πήγε στην Λιβύη όπου εγκαταστάθηκε κοντά στον Κίνυφο ποταμό.[34]

Ο γιατρός των Ελλήνων στον Τρωικό πόλεμο και γιος του Ασκληπιού Ποδαλείριος από την Τρίκκη εγκαταστάθηκε στην Καρία[35]

Ο Αχιλλέας ήταν ο πιο ενεργός ήρωας των Αχαιών. Όταν οι Έλληνες ξεκίνησαν για την Τροία, από εσφαλμένο προσανατολισμό αποβιβάστηκαν στην Μυσία. Ο βασιλιάς της Τήλεφος, γιος του Ηρακλή, είχε επιτρέψει παλαιότερα σε ομάδα Αρκάδων να εγκατασταθούν στην περιοχή. Στην μάχη που ακολούθησε ο Αχιλλέας τραυμάτισε τον Τήλεφο[36]. Σύμφωνα με τον Όμηρο κατέλαβε 11 πόλεις και 12 νησιά[37]. Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο ο Αχιλλέας λεηλάτησε την χώρα του Αινεία[38]. Επίσης κατέλαβε την Λυρνησσό, την Πηδασσό, την Λέσβο, την Κολοφώνα, τις Κλαζομενές[39] και πολλές άλλες γειτονικές πόλεις της Ιωνίας, ενώ επίσης σκότωσε τον ανήλικο Τρωίλο, γιο του Πριάμου. Ανάμεσα στα λάφυρα του Αχιλλέα από τις λεηλασίες ήταν και οι ιέρειες Βρισηίδα, από τη Λυρνησσό και η Χρυσηίδα, από τις Ιπποπλάκιες Θήβες, η οποία προσφέρθηκε στον Αγαμέμνονα.

Ο Αίας ο Τελαμώνιος αναφέρεται ότι κατέκτησε πολλές περιοχές στην θρακική ακτή, στην οποία βασίλευε ο Πολυμήστωρας, γαμπρός του Πριάμου. Ο Πολυμήστωρ για να αποτρέψει τα χειρότερα παρέδωσε στον Αίαντα τον Πολύδωρο, γιο του Πριάμου, που μέχρι τότε ήταν υπό την προστασία του. Αργότερα ο Αίας επιτέθηκε στην Φρυγία που βασιλιάς της ήταν ο Τελεύτας, τον οποίο σκότωσε σε μονομαχία[40]. Στην Σαλαμίνα βρέθηκαν τα υπόλοιπα ενός αρχαίου κτιριακού συμπλέγματος[41] που υπολογίζεται στην εποχή του 13ου με 12ου αιώνα π.Χ. και συμπίπτει με την Μυκηναϊκή εποχή που έζησε ο Αίαντας. Αν υποθέσουμε ότι πρόκειται για πραγματικό ιστορικό πρόσωπο, τότε το κτίριο αυτό θα πρέπει να ήταν το παλάτι του Αίαντα.

Ακόμα και ο μύθος του Μόψου, που πήγε στην Αφρική, λένε ότι μπορεί να είναι μια μια ένδειξη ανάμειξης στον πόλεμο αυτό. Επιγραφή των Χετταίων που βρέθηκε στο Βογάτζκαλε της σημερινής Τουρκίας που παλιά ήταν η Χαττούσα, η πρωτεύουσα των Χετταίων αναφέρει ένα πρόσωπο με το όνομα Mukšuš σε σχέση με τον Βασιλιά Madduwattaš της Arzawa και τον Attaršiyaš της Ahhiyā. Επειδή το κείμενο είναι της εποχής της βασιλείας του Χετταίου αυτοκράτορα Arnuwanda III, μερικοί αρχαιολόγοι[42] σχετίζουν το πρόσωπο του Μόψου με τους Λαούς της Θάλασσας που είχαν επιτεθεί στην Αίγυπτο τον 12ο π.Χ. αιώνα, ενώ το d-n-n-y-m ερμηνεύεται ως λαός Denyen δηλ. Δαναοί[43], που ήταν ένας από τους Λαούς της θάλασσας.

Σημειώσεις και παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. http://www.telltweini.com/data/sections/telltweini/docs/files/Het_Omen_van_Ugarit.pdf Het_Omen_van_Ugarit.pdf
  2. οι αρχαίες αιγυπτιακές γραφές ήταν συλλαβικές και υποδηλωναν μόνον τα σύμφωνα· επομένως η αποκατάσταση των φωνηέντων (έργο των σύγχρονων φιλολόγων) είναι υποθετική, γι αυτό και συνήθως υπάρχουν περισσότερες από μία εκδοχές κάθε ονόματος.
  3. Sandars (1978), σ. 134-140
  4. Sandars (1978), σ. 134
  5. Drews 1995, σελ. 54: "Already in the 1840s Egyptologists had debated the identity of the "northerners, coming from all lands", who assisted the Libyan King Meryre in his attack upon Merneptah. Some scholars believed that Meryre's auxiliaries were merely his neighbors on the Libyan coast, while others identified them as Indo-Europeans from north of the Caucasus. It was one of Maspero's most illustrious predecessors, Emmanuel de Rougé, who proposed that the names reflected the lands of the northern Mediterranean: the Lukka, Ekwesh, Tursha, Shekelesh, and Shardana were men from Lydia, Achaea, Tyrsenia (western Italy), Sicily, and Sardinia." De Rougé and others regarded Meryre's auxiliaries-these "peoples de la mer Méditerranée"- as mercenary bands, since the Sardinians, at least, were known to have served as mercenaries already in the early years of Ramesses the Great. Thus the only "migration" that the Karnak Inscription seemed to suggest was an attempted encroachment by Libyans upon neighboring territory."
  6. Drews 1995, σελ. 49.
  7. Sandars (1978), σ. 140-141
  8. Breasted (1906), Vol III, §588 / p.248 and §601 / p.255: "of the countries of the sea". Breasted wrote in a footnote regarding this designation "It is noticeable that this designation, both here and in the Athribis Stela (1. 13), is inserted only after the Ekwesh. In the Athribis Stela Ekwesh is cut off by a numeral from the preceding, showing that the designation there belongs only to them."
  9. Sandars (1978), σ. 151.
  10. Übersetzung der Inschrift (Zeilen 16-17): John Wilson In: James B. Pritchard: Ancient Near Eastern: Texts relating to the Old Testament (3. Auflage), Universal Press, Princeton 1969, S. 262.
  11. Nissim Raphael Ganor, 2009, (also [1]), page 111, Quote: "Today it is generally accepted (in accordance with the theory of Maspero) that we are dealing here with different nations which migrated from the region of Crete or Asia Minor, and tried to infiltrate into Egypt. Repulsed by the Egyptians, the Philistines (P. R. S. T.) settled in the coastal area of Canaan, while the Tyrsenes, Sardanes, and others migrated to Italy, Sardinia and other places. In 1747 Fourmont tried to prove that the name "Philistine" was an erroneous form of the Greek "Pelasgi". His theory was accepted by Chabas, Hitzig and others who enlarged upon it. Maspero stated in this context: "The name 'Plishti' by itself suggests a foreign origin or long migrations and recalls that of the Pelasgi." The equation Plishti–Pelasgi is based solely on a supposedly phonetic similarity."
  12. Greene's documentary photographs are held at the Musee d'Orsay, for example: Médinet-Habou, Temple funéraire de Ramsès III, muraille du nord (5); inventory number: PHO 1986 131 40.
  13. See "Mycenaean Society and Its Collapse", a module of Exploring the European Past by Jack Martin Balcer and John Matthew Stockhausen at custom.thomsonlearning.com. They quote passages from the books of several experts to give a spectrum of views
  14. ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ Ἱστορίαι, [1.5.1]: "οἱ γὰρ Ἕλληνες τὸ πάλαι καὶ τῶν βαρβάρων οἵ τε ἐν τῇ ἠπείρῳ παραθαλάσσιοι καὶ ὅσοι νήσους εἶχον, ἐπειδὴ ἤρξαντο μᾶλλον περαιοῦσθαι ναυσὶν ἐπ᾽ ἀλλήλους, ἐτράποντο πρὸς λῃστείαν, ἡγουμένων ἀνδρῶν οὐ τῶν ἀδυνατωτάτων κέρδους τοῦ σφετέρου αὐτῶν ἕνεκα καὶ τοῖς ἀσθενέσι τροφῆς, καὶ προσπίπτοντες πόλεσιν ἀτειχίστοις καὶ κατὰ κώμας οἰκουμέναις ἥρπαζον καὶ τὸν πλεῖστον τοῦ βίου ἐντεῦθεν ἐποιοῦντο, οὐκ ἔχοντός πω αἰσχύνην τούτου τοῦ ἔργου, φέροντος δέ τι καὶ δόξης μᾶλλον·"
  15. ΠΛΑΤΩΝΑΣ, Νόμοι/Γ´, [682d], [682e]:
    Ἀθηναῖος: «δέκα δ᾽ ἔτη που μείναντες Ἀχαιοὶ τὴν Τροίαν ἀνάστατον ἐποίησαν»
    Κλεινίας: «καὶ μάλα»
    Ἀθηναῖος: «οὐκοῦν ἐν τούτῳ τῷ χρόνῳ, ὄντι δεκέτει, ὃν τὸ Ἴλιον ἐπολιορκεῖτο, τὰ τῶν πολιορκούντων ἑκάστων οἴκοι κακὰ πολλὰ συνέβαινεν γιγνόμενα περὶ τὰς στάσεις τῶν νέων, οἳ καὶ ἀφικομένους τοὺς στρατιώτας εἰς τὰς αὑτῶν πόλεις τε καὶ οἰκίας οὐ καλῶς οὐδ᾽ ἐν δίκῃ ὑπεδέξαντο, [682e] ἀλλ᾽ ὥστε θανάτους τε καὶ σφαγὰς καὶ φυγὰς γενέσθαι παμπόλλας: οἳ πάλιν ἐκπεσόντες κατῆλθον μεταβαλόντες ὄνομα, Δωριῆς ἀντ᾽ Ἀχαιῶν κληθέντες διὰ τὸ τὸν συλλέξαντα εἶναι τὰς τότε φυγὰς Δωριᾶ»
  16. Beckman Gary Michael, Cline Eric H., Bryce, R Trevor . (2012). «The Ahhiyawa Texts». Writings from the ancient world / Society of Biblical Literature, (28): 5. ISSN 1570-7008. http://www.sbl-site.org/assets/pdfs/pubs/061528P.front.pdf. 
  17. Jorrit Kelder. Ahhiyawa and the World of the Great Kings. A Re-evaluation of Mycenaean Political Structures, Talanta XLVI, 2012, X-X, σελ.1
  18. Ivo Hajnal, Graeco-Anatolian Contacts in the Mycenaean Period[νεκρός σύνδεσμος], σελ. 2
  19. Schofield 2006, σελ. 126
  20. Bernstein Linear B in Germany
  21. Boston University - The Historical Society
  22. The Ancient Greeks: An Introduction, Stephanie Lynn Budin, Oxford University press
  23. The Celtic Encyclopedia
  24. The Encyclopedia Americana, Volume 13
  25. Bryan Avery Feuer, Mycenaean civilization: an annotated bibliography through 2002, McFarland & Co Inc, 2004
  26. ΟΔΥΣΣΕΙΑ, Ραψωδία δ', στίχοι 76 - 85: «τοῦ δ᾿ ἀγορεύοντος ξύνετο ξανθὸς Μενέλαος, καί σφεας φωνήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδα: «τέκνα φίλ᾿, ἦ τοι Ζηνὶ βροτῶν οὐκ ἄν τις ἐρίζοι: ἀθάνατοι γὰρ τοῦ γε δόμοι καὶ κτήματ᾿ ἔασιν: ἀνδρῶν δ᾿ ἤ κέν τίς μοι ἐρίσσεται, ἠὲ καὶ οὐκί, κτήμασιν. ἦ γὰρ πολλὰ παθὼν καὶ πόλλ᾿ ἐπαληθεὶς ἠγαγόμην ἐν νηυσὶ καὶ ὀγδοάτῳ ἔτει ἦλθον, Κύπρον, Φοινίκην τε καὶ Αἰγυπτίους ἐπαληθείς, Αἰθίοπάς θ᾿ ἱκόμην καὶ Σιδονίους καὶ Ἐρεμβοὺς καὶ Λιβύην, ἵνα τ᾿ ἄρνες ἄφαρ κεραοὶ τελέθουσι»
  27. ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΥ Επιτομή 6.29: «καὶ πλανώμενος ἀνά τε Λιβύην καὶ Φοινίκην καὶ Κύπρον καὶ Αἴγυπτον πολλὰ συναθροίζει χρήματα. καὶ κατά τινας εὑρίσκεται παρὰ Πρωτεῖ τῷ τῶν Αἰγυπτίων βασιλεῖ Ἑλένη, μέχρι τότε εἴδωλον ἐκ νεφῶν ἐσχηκότος τοῦ Μενελάου»
  28. ΟΔΥΣΣΕΙΑ, Ραψωδία ξ', στίχοι 233 - 265: «αἶψα δὲ οἶκος ὀφέλλετο, καί ῥα ἔπειτα δεινός τ' αἰδοῖός τε μετὰ Κρήτεσσι τετύγμην. ἀλλ' ὅτε δὴ τήν γε στυγερὴν ὁδὸν εὐρύοπα Ζεὺς ἐφράσαθ', ἣ πολλῶν ἀνδρῶν ὑπὸ γούνατ' ἔλυσε, δὴ τότ' ἔμ' ἤνωγον καὶ ἀγακλυτὸν Ἰδομενῆα νήεσσ' ἡγήσασθαι ἐς Ἴλιον· οὐδέ τι μῆχος ἦεν ἀνήνασθαι, χαλεπὴ δ' ἔχε δήμου φῆμις. ἔνθα μὲν εἰνάετες πολεμίζομεν υἷες Ἀχαιῶν, τῷ δεκάτῳ δὲ πόλιν Πριάμου πέρσαντες ἔβημεν οἴκαδε σὺν νήεσσι, θεὸς δ' ἐκέδασσεν Ἀχαιούς. αὐτὰρ ἐμοὶ δειλῷ κακὰ μήδετο μητίετα Ζεύς· μῆνα γὰρ οἶον ἔμεινα τεταρπόμενος τεκέεσσι κουριδίῃ τ' ἀλόχῳ καὶ κτήμασιν· αὐτὰρ ἔπειτα Αἴγυπτόνδε με θυμὸς ἀνώγει ναυτίλλεσθαι... αἶψα μάλ' αἶψα μάλ' Αἰγυπτίων ἀνδρῶν περικαλλέας ἀγροὺς πόρθεον, ἐκ δὲ γυναῖκας ἄγον καὶ νήπια τέκνα, αὐτούς τ' ἔκτεινον»
  29. ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, Ελένη, στίχοι 87 - 91: «ΤΕ: ὄνομα μὲν ἡμῖν Τεῦκρος, ὁ δὲ φύσας πατὴρ Τελαμών, Σαλαμὶς δὲ πατρὶς ἡ θρέψασά με. ΕΛ: τί δῆτα Νείλου τούσδ᾽ ἐπιστρέφηι γύας; 90ΤΕ: φυγὰς πατρώιας ἐξελήλαμαι χθονός»
  30. ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, Ἑλένη, (147-150): «ὅπηι νεὼς στείλαιμ᾽ ἂν οὔριον πτερὸν ἐς γῆν ἐναλίαν Κύπρον, οὗ μ᾽ ἐθέσπισεν οἰκεῖν Ἀπόλλων, ὄνομα νησιωτικὸν Σαλαμῖνα θέμενον τῆς ἐκεῖ χάριν πάτρας»
  31. [2] Ἀγαπήνωρ δὲ ὁ Ἀγκαίου τοῦ Λυκούργου μετὰ Ἔχεμον βασιλεύσας ἐς Τροίαν ἡγήσατο Ἀρκάσιν. Ἰλίου δὲ ἁλούσης ὁ τοῖς Ἕλλησι κατὰ τὸν πλοῦν τὸν οἴκαδε ἐπιγενόμενος χειμὼν Ἀγαπήνορα καὶ τὸ Ἀρκάδων ναυτικὸν κατήνεγκεν ἐς Κύπρον, καὶ Πάφου τε Ἀγαπήνωρ ἐγένετο οἰκιστὴς καὶ τῆς Ἀφροδίτης κατεσκευάσατο ἐν Παλαιπάφῳ τὸ ἱερόν: τέως δὲ ἡ θεὸς παρὰ Κυπρίων τιμὰς εἶχεν ἐν Γολγοῖς καλουμένῳ χωρίῳ. [3] χρόνῳ δὲ ὕστερον Λαοδίκη γεγονυῖα ἀπὸ Ἀγαπήνορος ἔπεμψεν ἐς Τεγέαν τῇ Ἀθηνᾷ τῇ Ἀλέᾳ πέπλον: τὸ δὲ ἐπὶ τῷ ἀναθήματι ἐπίγραμμα καὶ αὐτῆς Λαοδίκης ἅμα ἐδήλου τὸ γένος: Λαοδίκης ὅδε πέπλος: ἑᾷ δ' ἀνέθηκεν Ἀθηνᾷ πατρίδ' ἐς εὐρύχορον Κύπρου ἀπὸ ζαθέας. Ἀγαπήνορος δὲ οὐκ ἀνασωθέντος οἴκαδε ἐξ Ἰλίου, [4] παρέλαβε τὴν ἀρχὴν Ἱππόθους Κερκυόνος Παυσανία Αρκαδικά
  32. ἀπὸ Ἀγαπήνορος ὃς ἐς Τροίαν ἡγήσατο Ἀρκάσιν, οἰκοῦσα δὲ ἐν Πάφῳ. Παυσανία Αρκαδικά
  33. Lorenzo Rocci (1956). Vocabolario Greco-Italiano. Società Ed. Dante Alighieri srl, σελ. 6.  (Ιταλικά)
  34. Apollodorus, Epitome 6.15a
  35. Pausanias, Description of Greece, 3. 26. 10
  36. ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ Θεσ/νίκης, Σχολ. Ιλιάδα, ραψωδία τ΄, στίχος 327: «φησί τον Αχιλλέα εκ Τηλέφου του Μυσού αναζευγνύντα, προσορμισθήναι εκεί..»
  37. ΙΛΙΑΔΑ, Ραψωδία ι', στίχοι 327 - 329: «ἀνδράσι μαρνάμενος ὀάρων ἕνεκα σφετεράων. δώδεκα δὴ σὺν νηυσὶ πόλεις ἀλάπαξ᾽ ἀνθρώπων, πεζὸς δ᾽ ἕνδεκά φημι κατὰ Τροίην ἐρίβωλον»
  38. Απολλόδωρος, Επιτομή της Βιβλιοθήκης 3.32.
  39. Απολλόδωρος, Επιτομή της Βιβλιοθήκης 3.33.
  40. Ομήρου Ιλιάδα 7.181-312, Ομήρου Οδύσσεια 11.543-67, Απολλόδωρου Επιτομή III, 11-V, 7
  41. mbe/AFP (27 Μαρτίου 2006). «Forscher wollen Zitadelle des Ajax gefunden haben» (στα Γερμανικά). SPIEGEL ONLINE. Ανακτήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 2008. 
  42. e.g. Finkelberg 2005: 140-159.
  43. Kelder 2010, σελ. 126.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Manfred Dietrich, Oswald Loretz: Der Untergang am 21.1.1192 v. Chr. von Ugarit? Der astronomisch-hepatoskopische Bericht KTU 1.78 (= RS 12.061) in: Ugarit Forschungen - Internationales Jahrbuch für Altertumskunde Syrien Palästinas - Bd. 34, 2002, S. 53 ff., Ugarit-Verlag, Münster 2003. ISBN 3-934628-33-8.
  • Trude Dothan, Moshe Dothan: Die Philister, Zivilisation und Kultur eines Seevolkes. Diederichs, München 1995. ISBN 3-424-01233-5
  • Wolfgang Helck: Die Beziehungen Ägyptens und Vorderasiens zur Ägäis bis ins 7. Jahrhundert v. Chr. Harrassowitz, Wiesbaden 1962, Wiss. Buchges., Darmstadt 1979, 1995. ISBN 3-534-12904-0
  • Gustav Adolf Lehmann: Umbrüche und Zäsuren im östlichen Mittelmeerraum und Vorderasien zur Zeit der „Seevölker“-Invasionen um und nach 1200 v. Chr. Neue Quellenzeugnisse und Befunde, in: Historische Zeitschrift 262, 1996, S. 1–38.
  • Gustav Adolf Lehmann, Die 'politischen-historischen' Beziehungen der Agäis-Welt des 15.-13. Jhs. v. Chr. zu Vorderasien und Ägypten: einige Hinweise in: Joachim Latacz (Hrsg.), Zweihundert Jahre Homerforschung, Colloquium Rauricum Bd. 2, Stuttgart 1991. ISBN 3-519-07412-5.
  • Abraham Malamat: The Egyptian decline in Canaan and the Sea-Peoples. Massadah, Tel-Aviv 1971.
  • Othniel Margalith: The sea peoples in the Bible. Wiesbaden, Harrassowitz 1994. ISBN 3-447-03516-1
  • Nancy K. Sandars (1978): Οι Λαοί της Θάλασσας, μτφρ. Ελένη Αστερίου, Εκδόσεις Οδυσσέας, 2001, ISBN 960-210-404-X.
  • Frederik Christiaan Woudhuizen: The Ethnicity of the Sea Peoples. Dissertation, Rotterdam 2006, (PDF; 4 MB)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Seevölker της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).