Τύρος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τύρος
Tyr
صور
Πόλη
Τύρος βρίσκεται στο τόπο Λίβανος
Τύρος صور
Τύρος
صور
Συντεταγμένες: 33°16′15″N 35°11′46″E / 33.27083°N 35.19611°E / 33.27083; 35.19611Συντεταγμένες: 33°16′15″N 35°11′46″E / 33.27083°N 35.19611°E / 33.27083; 35.19611
Χώρα Flag of Lebanon.svg Λίβανος
Κυβερνείο Νότιο
Διαμέρισμα Τύρος
Ίδρυση 2750 π.Χ.
Περιοχή
 • Πόλη 4 km2 (2 sq mi)
 • Μητροπολιτική περιοχή 17 km2 (7 sq mi)
Πληθυσμός
 • Πόλη 117,000
Τύπος Πολιτισμικό
Κριτήρια iii, vi
Καταγραφή 1984 (8η συνεδρίαση)
Παραπομπή no. 299
Χώρα Μέλος Λίβανος Λίβανος
Περιοχή Αραβικά Κράτη
Θέα του λιμανιού της Τύρου
Σοκάκι στην Τύρο
Παλιά κτίσματα στη πόλη

Η Τύρος (αραβικά: صور‎, Ṣūr, φοινικικά: 𐤑𐤓‬, Ṣūr, εβραϊκά: צוֹר‬, Ṣōr, τιβεριανά εβραϊκά: צֹר‬, Ṣōr, ακκαδικά: 𒀫𒊒, Ṣurru, τουρκικά: Sur, λατινικά: Tyrus‎, αρμενικά: Տիր‎, Tir) είναι αρχαία πόλη του Λιβάνου, σημαντικός λιμένας των Φοινίκων. Το 2003 είχε περίπου 117,000 κατοίκους[1]. Βρίσκεται παρά τις ακτές του νοτίου Λιβάνου εκτεινόμενη στην απέναντι ακτή. Σήμερα παραμένει μία μικρή πόλη πέριξ παλαιού λιμένα με περιορισμένη κίνηση.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εποχή του Χαλκού - Σιδήρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρχαία Τύρος κτίσθηκε σύμφωνα με τον Ηρόδοτο από αποίκους της Σιδώνας περίπου το 2750 π.Χ. αρχικά ως μία οχυρωμένη πόλη στα παράλια της Φοινίκης. [2] Μετά από κάποιο διάστημα χτίστηκε η "Νέα Τύρος" σε μία βραχώδη νησίδα που βρισκόταν απέναντι από την αρχική πόλη, εξ' ου και το όνομα "Σουρ" το οποίο στα φοινικικά σημαίνει "βράχος". Η Νέα Τύρος είχε δύο φυσικά λιμάνια (το βόριο και το νότιο) και απέκτησε τόσο ισχυρές οχυρώσεις που έφτασε να θεωρείται απόρθητη. Η Τύρος ήταν μία από τις ελάχιστες πόλεις εκείνης της εποχής που είχαν δύο εμπορικά λιμάνια, κάτι που της επέτρεψε να αναδειχτεί σε ένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά κέντρα της Μεσογείου. Ειδικότερα το βόρειο λιμάνι της (το οποίο βρίσκεται ακόμα σε χρήση) ήταν ένα από τα καλύτερα στο ανατολικό άκρο της Μεσογείου. [3]

Έτσι η Τύρος ουσιαστικά αποτελούσε δύο πόλεις, την Παλαιά (αναφέρεται και ως "Ούσου") κτισμένη επί της ακτής και της Νέας επί της απέναντι νησίδας. Μετά την εκπόρθηση της μητρόπολής της, Σιδώνας από τους Φιλισταίους το 13ο π.Χ. αι. η Τύρος κατέστη και πολυάνθρωπος και μητρόπολη πλείστων αποικιών. Η Παλαιά Πόλη ή Παλαίτυρος είχε περισσότερο ρόλο προαστίων παρά ξεχωριστής πόλης και προμήθευε το νησί της Τύρου με νερό και ξυλεία. Ο Ιώσηπος Φλάβιος αναφέρει ότι περιστασιακά υπήρχαν διαμάχες μεταξύ Παλαιάς και Νέας Πόλης, οι οποίες όμως τελικά λύνονταν πάντοτε καθώς οι δύο είχαν σχέσεις αλληλοεξάρτησης: Η Νέα Πόλη ήταν τρανό εμπορικό και ναυτιλιακό κέντρο ενώ η Παλαιά παρείχε νερό, ξυλεία και χώρο για την ταφή των νεκρών. [4] Η Τύρος αναφέρεται σε μνημεία που χρονολογούνται από το 1300 π.Χ. και έπειτα.

Ο Φίλων ο Βύβλιος σε επιστολές του προς τον Ευσέβιο της Καισαρείας μεταφράζει τα έργα ενός πολύ προγενέστερου Φοινίκιου ιστορικού, του Σαγχουνιάθων ο οποίος με τη σειρά του καταγράφει ότι ο πρώτος βασιλιάς της Τύρου ονομαζόταν Υψουράνιος. Ο Σαγχουνιάθων αφιερώνει το έργο του στον "Αβιβάλο του Βηρυτού" ο οποίος μάλλον αντιστοιχεί στον Αμπιμπάλ που ήταν βασιλιάς της Τύρου. [5]

Υπάρχουν 10 γράμματα του πρίγκιπα της Τύρου Άμπι Μίλκου τα οποία στάλθηκαν προς τον φαραώ της Αιγύπτου Ακενατών και χρονολογούνται στα 1350 π.Χ. Στα γράμματα αυτά αναφέρονται διάφορα ζητήματα εκείνης της περιόδου όπως την έλλειψη νερού και ξυλείας μετά τη κατάληψη της Παλαιάς Πόλης από ληστές και παρανόμους (οι οποίοι αναφέρονται ως "Απίρου")

Στο πρώτο μισό της 1ης χιλιετίας π.Χ. το εμπόριο του αρχαίου κόσμου συγκεντρώθηκε στις αποθήκες της Τύρου. Οι Τύριοι έμποροι ήταν οι πρώτοι που τόλμησαν να πλοηγηθούν στα ύδατα της Μεσογείου και ίδρυσαν τις αποικίες τους στις ακτές και στα νησιά του Αιγαίου, στην Ελλάδα, στη βόρεια ακτή της Αφρικής, στην Καρχηδόνα και σε άλλες περιοχές, στη Σικελία και στην Κορσική, στην Ισπανία στο Ταρτέσσους και ακόμη και πέρα από τις Ηράκλειες Στήλες στη Κάδιθ. [6] Η Τύρος ήταν επίσης γνωστή για τη παραγωγή πορφύρας, η οποία ήταν η ακριβότερη και σπανιότερη βαφή της αρχαιότητας και προοριζόταν μονάχα για τους βασιλείς και τους ευγενείς. [7]

Η Τύρος έγινε μία από τις ισχυρότερες πόλεις της Φοινίκης. Στα χρόνια ενός από τους βασιλείς της, του ιερέα Ιθομπάαλ (887-856 π.Χ.) η Τύρος κυριαρχούσε στα παράλια της Φοινίκης μέχρι τον Βηρυτό στα βόρεια και σε τμήμα της Κύπρου. Το 814 π.Χ. υπό τον βασιλιά Πυγμαλίων ιδρύεται η Καρχηδόνα. Εκείνη την εποχή η Φοινίκη αποκαλούνταν επίσης και Τυρία και Σιδωνία.

Η ακμή της Τύρου άρχισε να εμφανίζει κάμψη από εσωτερικές έριδες κατά τη διαδοχή του Βασιλέως Χιράμ. Ακολούθησε η απώλεια των αποικιών της και το 876 π.Χ. έγινε φόρου υποτελής των Ασσυρίων. Μεγάλες καταστροφές υπέστη κατά την κατάληψή της το 702 π.Χ. από τον Βασιλέα Σενναχερείμ. Το 573 π.Χ. υποχρεώθηκε ν΄ αναγνωρίσει την επικυριαρχία του Ναβουχοδονόσορα Β' και να πληρώνει φόρο υποτελείας.

Περσική κυριαρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης της πόλης την εποχή που πολιορκήθηκε από τον Μέγα Αλέξανδρο
Απεικόνιση της πολιορκίας της Τύρου από τον Μέγα Αλέξανδρο. Andre Castaigne (1898-1899)

Το 538 π.Χ. η Τύρος καταλήφθηκε από τον Βασιλέα των Περσών Κύρο τον Πρεσβύτερο. Υπο τους Πέρσες η πόλη μπαίνει σε μια περίοδο μεγάλης ακμής. Οι Πέρσες διαίρεσαν τη Φοινίκη σε τέσσερα υποτελή βασίλεια, τα βασίλεια της Σιδώνος, της Τύρου, της Αράδου και της Βύβλου. Οι Τύριοι αναλάμβαναν να κατασκευάζουν πανίσχυρους στόλους για λογαριασμό των Περσών και ως αποτέλεσμα ευδοκιμούσαν.

Όπως μαρτυρεί ο Ηρόδοτος κατά την εκστρατεία του Ξέρξη κατά των Ελλαδικών πόλεων-κρατών η Τύρος κατασκεύασε μεγάλο μέρος του στόλου και συμμετείχε ως σύμμαχος των Περσών. Το 388 π.Χ. καταλήφθηκε από τον Βασιλιά της Κύπρου Ευαγόρα. Και μετά την ήττα που υπέστη το 385 π.Χ. από το Πέρση Τυρίβαζο περιήλθε πάλι στους Πέρσες.

Κατά την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 332 π.Χ. η Τύρος αρνούμενη την υποταγή αντιστάθηκε πολύ σθεναρά. Κατά τη διάρκεια της επτάμηνης πολιορκίας, η οποία ήταν μία από τις δυσκολότερες δοκιμασίες που ο Μακεδόνας βασιλιάς κλήθηκε να αντιμετωπίσει, εφαρμόστηκαν από τους αντιπάλους όλα τα τότε γνωστά μέσα επίθεσης και άμυνας. Τότε εμφανίστηκε η πρώτη ιστορική χρήση του πυρπολικού σκάφους. Ο Μέγας Αλέξανδρος τελικά κατέλαβε τη Τύρο μέσω μιας ιδιοφυούς τακτικής: Γκρέμισε την Παλαιά Πόλη και χρησιμοποίησε τα υλικά της για να κατασκευάσει έναν ισθμό ο οποίος ένωνε τη στεριά με το νησί της Νέας Πόλης. Τελικά χάρη στον ισθμό αλλά και επερχόμενου ρήγματος των τειχών η πόλη καταλήφθηκε παρά τον ηρωισμό των κατοίκων της. Με τη πάροδο των αιώνων διάφορες προσχώσεις προστίθενται στον ισθμό του Αλεξάνδρου και τελικά το πρώην νησί μετατρέπεται σε χτισμένη χερσόνησο, όπως δηλαδή είναι σήμερα.

Πάντως, η Τύρος συνοικίστηκε εκ νέου και λόγω του λαμπρού της λιμένα απέβη από τον Μέγα Αλέξανδρο ένα από τα καλύτερα ορμητήριά του. Στην Τύρο φυλασσόταν και ο δημόσιος Μακεδονικός Θησαυρός που μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου και το φόνο του επιμελητού του στρατηγού Περδίκκα παραδόθηκε στον Άτταλο.

Ελληνιστική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην ακολουθούμενη διαμάχη των επιγόνων η Τύρος περιήλθε από το Πτολεμαίο στον Αντίγονο, αργότερα πάλι στο Πτολεμαίο και απ΄ αυτού στο Δημήτριο το Πολιορκητή. Μετά τη μάχη της Ιψού, περιήλθε στους Σελευκίδες.

Ρωμαϊκή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αψίδα του Θριάμβου στη Τύρο, κατασκευασμένη από τους Ρωμαίους

Το 68 π.Χ. η Τύρος περνάει υπο τη κυριαρχία των Ρωμαίων. Κατά τα ρωμαϊκά χρόνια η Τύρος επωφελείται από την εξάλειψη της πειρατείας η οποία ήταν συχνό φαινόμενο στην ανατολική Μεσόγειο και παράλληλα διατηρεί μεγάλη αυτονομία υπό καθεστώς Civitas foederata. Η Τύρος παραμένει σημαντικό εμπορικό κέντρο μέχρι και την αρχή της νέας χιλιετίας, αλλά η ακμή της Αλεξάνδρειας σταδιακά την υποσκιάζει.

Αναφέρεται ότι ο Ιησούς Χριστός επισκέφτηκε την Τύρο και τη Σιδώνα και θεράπευσε μάλιστα έναν Γκογίμ (μη-Εβραίο).

Μεσαίωνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τα πρωτοβυζαντινά χρόνια η Τύρος εξακολούθησε να είναι μία από τις ακμάζουσες πόλεις στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Το 638 περιήλθε στους Άραβες (Σαρακηνούς). Καταλήφθηκε για σύντομο χρονικό διάστημα από τον Βυζαντινό στόλο το 726. Η πόλη επαναστάτησε εναντίων των Φατιμιδών το 996-998 αλλά η επανάσταση καταπνίγηκε βίαια. Η πόλη καταλαμβάνεται από τους Σταυροφόρους το 1124. Το 1202 ένας ισχυρός σεισμός προκαλεί μεγάλες καταστροφές στη πόλη. Το 1291 η πόλη περνάει στους Μαμελούκους.

Οθωμανική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1516 η πόλη περνάει υπό τον έλεγχο των Οθωμανών οι οποίοι την κρατάνε μέχρι και τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η πόλη έχοντας πληγεί βαθιά από τον σοβαρό σεισμό του 1202 περνάει μια μακρά περίοδο παρακμής μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα, όταν αρχίζει να ανακτά κάποια από την ζωτικότητα και δραστηριότητά της και παράλληλα αυξάνεται ξανά ο πληθυσμός της. Ωστόσο ένας ακόμα σεισμός το 1837 επιβραδύνει την μέχρι τότε γρήγορη ανάπτυξη της.

Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού η Τύρος αρχίζει να προσελκύει έναν σημαντικό αριθμό ανθρώπων, οι οποίοι ασχολόνται με την γεωργία, τη κτηνοτροφία, την ελαφρά βιομηχανία και την αλιεία. Η ανάπτυξη αυτή της Τύρου υποβοηθήθηκε από το γενικότερο κλίμα σταθερότητας που υπήρχε στο Λεβάντε εκείνη τη περίοδο. Έτσι τότε απέκτησε τη φήμη μιας ακμάζουσας και προοδευτικής πόλης σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο.

Λίβανος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βομβαρδισμός της Τύρου από τους Ισραηλινούς κατά τη διάρκεια του Πολέμου Λιβάνου-Ισραήλ το 2006

Το 1918 μετά τη λήξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου με τη Συνθήκη του Μούδρου η πόλη έγινε μέρος του κράτους του Μεγάλου Λιβάνου το οποίο ήταν Εντολή της Κοινωνίας των Εθνών υπό τη διακυβέρνηση της Γαλλίας. Τα επόμενα χρόνια η πόλη επεκτάθηκε σημαντικά. Το 1943 έγινε μέρος του ανεξάρτητου Λιβάνου. Η σύγχρονη πόλη είναι πολύ διαφορετική από την αρχαία, γιατί αφενός η σύγχρονη είναι χτισμένη σε χερσόνησο και όχι σε νησί που ήταν αρχικά και αφετέρου γιατί σήμερα το νότιο τμήμα του αρχικού νησιού της Τύρου, στο οποίο βρισκόταν και το ένα από τα δύο λιμάνια της αρχαίας πόλης έχει καταρρεύσει και βρίσκεται κάτω από τη στάθμη της θάλασσας. Το μεγαλύτερο μέρος της αρχαίας πόλης δεν είναι κατοικημένο αλλά αντίθετα υφίσταται ως αρχαιολογικός χώρος, προστατευόμενος από τη Σύνθήκη της Χάγης (1954).

Από τα τέλη του 20ού αιώνα και έπειτα η πόλη βρίσκεται συχνά στο επίκεντρο συγκρούσεων λόγω αρχικά του Εμφυλίου Πολέμου του Λιβάνου και μετέπειτα μεταξύ κυρίως των Ισραηλινών και της Χεζμπολάχ, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα τμήμα των αρχαίων μνημείων της πόλης να καταστραφούν ανεπανόρθωτα. [8][9][10]

Θρησκευτική Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

(Π.Δ.) Ο Βασιλεύς της Τύρου Χειράμ (ή Χιράμ) εφοδίασε με ξυλεία (κέδρους) και άλλα υλικά τους Βασιλείς Δαυίδ και Σολομώντα για την ανέγερση του Ναού. Επίσης η αναφερόμενη στην Π.Δ. Ιεζάβελ ήταν κόρη του Βασιλέως της Τύρου. Οι προφήτες είχαν καταδικάσει την πολυτέλεια της πόλης που όμως δίκαια προερχόταν από την οικονομική ακμή της.

(Β' Σαμουήλ 5:11. Α' Βασιλειών κεφ. 5, 9:10-14, 16:31. Ησαΐας κεφ.23).

(Κ.Δ.) Την Τύρο επισκέφθηκε ο Απόστολος Παύλος.

Κατά το Β' αι. μ.Χ. έγινε έδρα επισκοπής. Το 335 συνήλθε Σύνοδος (Περιφέρειας) προκειμένου να εξετάσει τις κατά του Μεγάλου Αθανασίου κατηγορίες από τους αρειανίζοντες εχθρούς του.

Γκαλερί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Lebanon – city population
  2. Bement, R B. Tyre; the history of Phoenicia, Palestine and Syria, and the final captivity of Israel and Judah by the Assyrians. Ulan Press, σελ. 47. 
  3. See Jidejian, Nina. Tyre Through the Ages, 1969, for further information about the history of Tyre and its present condition.
  4. Historical references to Tyre
  5. Vance, Donald R. (March 1994) "Literary Sources for the History of Palestine and Syria: The Phœnician Inscriptions" The Biblical Archaeologist 57(1), pp. 2–19
  6. from 'Tyre' in Easton's Bible Dictionary
  7. Bariaa Mourad. "Du Patrimoine à la Muséologie : Conception d'un musée sur le site archéologique de Tyr",(Thesis); Museum National d'Histoire Naturelle (MNHN), Study realised in cooperation with the Unesco, Secteur de la Culture, Division du Patrimoine Culturel, Paris, 1998
  8. Butcher, Tim. Rebels were ready for attacks. Sydney Morning Herald 27 July 2006.
  9. Engel, Richard. Desperation descends on Tyre, Lebanon. MSNBC 25 July 2006.
  10. Israeli commandos stage Tyre raid BBC 5 August 2006.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica" τομ.58ος, σελ. 321.
  • MOURAD, Bariaa. Du Patrimoine à la Muséologie : Conception d'un musée sur le site archéologique de Tyr, Thèse de DEA (études doctorales); Museum National d'Histoire Naturelle (MNHN), Étude réalisée en coopération avec l'Unesco, Secteur de la Culture, Division du Patrimoine Culturel, 1998.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]