Κύπρος υπό Οθωμανική κυριαρχία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Εγιαλέτι της Κύπρου
1571–1660
1745–1748
Σαντζάκι της Κύπρου
1670–1703
1784–1878
Cyprus Eyalet, Ottoman Empire (1609).png
Χώρα Οθωμανική Αυτοκρατορία
Πρωτεύουσα Λευκωσία
Γεωγραφικές Συντεταγμένες 35°10′0″N 33°22′0″E

Η Κύπρος υπό Οθωμανική κυριαρχία[1] αναφέρεται στο διάστημα 1571–1878,[2] ξεκινώντας από την Οθωμανική εισβολή στην Κύπρο και φτάνοντας ως τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης. Οι Οθωμανοί επανακαθόρισαν αρκετές φορές τη διοικητική μονάδα στην οποία υπάγονταν η νήσος. Το 1571 συστάθηκε το «εγιαλέτι της Κύπρου» εντός της επικράτειας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το 1670 μετατράπηκε στο «σαντζάκι της Κύπρου» και εντάχθηκε στο εγιαλέτι του Αρχιπελάγους έως το 1703, όταν και αποτέλεσε τιμάριο του μεγάλου βεζίρη για να επανέλθει ως εγιαλέτι το 1745, επιστρέφοντας όμως στην προηγούμενη κατάσταση και πάλι το 1748, έως την οριστική επαναφορά της διοικητικής μονάδας ως σαντζάκι το 1784 που κράτησε μέχρι τη μετάβαση της εξουσίας της νήσου στους Βρετανούς το 1878.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οθωμανική εισβολή και κατάκτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Οθωμανοί καταλαμβάνουν το κάστρο της Λεμεσού

Κατά τη διάρκεια της Βενετικής κυριαρχίας, οι Οθωμανοί επιτέθηκαν στην Κύπρο. Το 1489, τον πρώτο χρόνο του Βενετικού ελέγχου, οι Τούρκοι επιτέθηκαν στη χερσόνησο της Καρπασίας, λεηλατώντας και αιχμαλωτίζοντας με σκοπό το δουλεμπόριο.[3] Το 1539 ο τουρκικός στόλος επιτέθηκε και κατέστρεψε τη Λεμεσό.[3] Φοβούμενοι την ολοένα διευρυνόμενη Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι Βενετοί είχαν οχυρώσει την Αμμόχωστο, τη Λευκωσία και την Κερύνεια, αλλά οι περισσότερες άλλες πόλεις ήταν εύκολη λεία.

Το καλοκαίρι του 1570, οι Τούρκοι χτύπησαν ξανά, αλλά αυτή τη φορά με μια πλήρη εισβολή και όχι με επιδρομή. Περίπου 60.000 στρατιώτες, συμπεριλαμβανομένου του ιππικού και του πυροβολικού, υπό τη διοίκηση της Λαλά Μουσταφά Πασά, έκαναν απόβαση κοντά στη Λεμεσό στις 2 Ιουλίου 1570 και πολιόρκισαν τη Λευκωσία. Η πόλη έπεσε στις 9 Σεπτεμβρίου 1570. 20.000 Λευκωσιανοί δολοφονήθηκαν και κάθε εκκλησία, δημόσιο κτίριο και παλάτι λεηλατήθηκε. Μόνο οι γυναίκες και τα αγόρια που συνελήφθησαν για να πωληθούν ως δούλοι, σώθηκαν.[4][5] Η σφαγή εξαπλώθηκε και λίγες μέρες αργότερα ο Μουσταφά πήρε την Κερύνεια χωρίς να χρειαστεί ν' ανοίξει πυρ. Ωστόσο, υπήρξε αντίσταση κατά την Πολιορκία της Αμμοχώστου και η υπεράσπιση της πόλης κράτησε από το Σεπτέμβριο του 1570 έως τον Αύγουστο του 1571. Η πτώση της Αμμοχώστου (με το θάνατο του Βενετού διοικητή Μαρκαντόνιο Μπραγκαντίν) σηματοδότησε την έναρξη της οθωμανικής περιόδου στην Κύπρο.

Δύο μήνες αργότερα, οι ναυτικές δυνάμεις του ιερού συνασπισμού, αποτελούμενες κυρίως από βενετικά, ισπανικά και παπικά πλοία υπό τη διοίκηση του Δον Χουάν της Αυστρίας, νίκησαν τον τουρκικό στόλο στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου σε μία από τις αποφασιστικές μάχες της παγκόσμιας ιστορίας. Ωστόσο, η νίκη επί των Τούρκων ήρθε πολύ αργά για να βοηθήσει την Κύπρο και η νήσος παρέμεινε υπό οθωμανική κυριαρχία για τους επόμενους τρεις αιώνες.

Το 1570 οι Τούρκοι κατέλαβαν την Κύπρο και ο Λάλα Μουσταφά Πασάς έγινε ο πρώτος Τούρκος κυβερνήτης της Κύπρου, αμφισβητώντας τους ισχυρισμούς της Βενετίας. Ταυτόχρονα, ο Πάπας σχημάτισε συνασπισμό μεταξύ των παπικών κρατών, της Μάλτας, της Ισπανίας, της Βενετίας και αρκετών άλλων ιταλικών κρατών, χωρίς πραγματικό αποτέλεσμα. Το 1573 οι Βενετοί έφυγαν, αφαιρώντας την επιρροή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

Διοικητική ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μόλις κατακτήθηκε η Λευκωσία, η Κύπρος κηρύχθηκε εγιαλέτι υπό τη διοίκηση ενός μπεηλέρμπεη και ο Μουσταφά Πασάς, ο πρώην μπεηλέρμπεης του Αυλώνα, διορίστηκε ως μπεηλέρμπεης. Η Κύπρος χωρίστηκε σε τρία σαντζάκια, της Αμμοχώστου, της Κερύνειας και της Πάφου. Επιπρόσθετα, τα σαντζάκια της Αλάνια, της Ταρτούς, του Ιτσέλ, της Σις, του Ζουλκαντριγέ και της Τρίπολης της Συρίας στην ηπειρωτική χώρα τέθηκαν υπό τη διοίκηση του εγιαλετίου της Κύπρου. Η Κύπρος χωρίστηκε επίσης στους καζάδες της Τούζλας, της Λεμεσού, της Επισκοπής, της Κυθρέας, της Πάφου, των Κουκλίων, της Λευκάς, της Μόρφου, της Χρυσοχούς, της Αμμοχώστου, της Κερύνειας και της Μεσαορίας. Αυτοί οι καζάδες είχαν το δικό τους καδή ή ναΐμπ.[6] Το σαντζάκι της Τρίπολης, ωστόσο, απομακρύνθηκε από τη δικαιοδοσία της Κύπρου το 1573 λόγω της απόστασης και δόθηκε στο εγιαλέτι της Δαμασκού. Τα σαντζάκια του Ιτσέλ, της Αλάνια και της Ταρτούς αποσπάστηκαν επίσης το 1610 και δόθηκαν στο νεοσυσταθέν εγιαλέτι των Αδάνων.[7]

Ωστόσο, μετά την κατάκτηση της Κρήτης, η Εκκλησία της Κύπρου ισχυρίστηκε ότι η Κύπρος είχε χάσει τη σημασία της, ότι ο όγκος του εμπορίου είχε μειωθεί και ότι οι άνθρωποι μετανάστευαν. Ζήτησε λοιπόν να αλλάξει το διοικητικό καθεστώς, καθώς η Κύπρος δεν μπορούσε να αντέξει να παραμένει εγιαλέτι. Έτσι, το 1670, η Κύπρος έγινε σαντζάκι και εντάχθηκε στο εγιαλέτι του Αρχιπελάγους, υπό τον άμεσο έλεγχο του καπουδάν πασά, επικεφαλής του Οθωμανικού Ναυτικού. Η διακυβέρνηση ασκήθηκε μέσω ενός διορισμένου μουτεσελίμη.[6] Ωστόσο, στο πλαίσιο αυτού του συστήματος, οι τοπικοί αγάδες εισέπραταν τους φόρους. Αυτό αύξησε τη δύναμή τους και κατέληξε σε δυσαρέσκεια, καθώς η αντιπαλότητα μεταξύ τους προκάλεσε μια διετή εξέγερση στη δεκαετία του 1680 από τον Μπογιατζίογλου Μεχμέτ Αγά.[8] Αυτό το γεγονός απέδειξε ότι το συγκεκριμένο σύστημα προκάλεσε κενό εξουσίας και ήταν αναποτελεσματικό, οπότε το 1703 η Κύπρος τέθηκε απευθείας υπό τον έλεγχο του μεγάλου βεζίρη, για λογαριασμό του οποίου διοικούσε ένας μουχασίλης. Για να μειωθούν οι δυνάμεις των αγάδων, δόθηκε στον μουχασίλη η εξουσία να συλλέγει τους φόρους, καθώς και αυξημένη πολιτική και στρατιωτική εξουσία. Μεταξύ του 1745 και του 1748, η Κύπρος έγινε για λίγο ξανά εγιαλέτι. Αυτά τα τρία χρόνια, ειδικά η θητεία του κυβερνήτη Εμπουμπεκίρ Πασά (1746–48), ήταν περίοδος ανάπτυξης και σχετικής ευημερίας. Μετά το πέρας της θητείας του Εμπουμπεκίρ Πασά, η Κύπρος επανήλθε στο προηγούμενο καθεστώς.[6]

Οι Ελληνοκύπριοι είχαν δύο πολύ σημαντικές διοικητικές θέσεις, τον αρχιεπίσκοπο, ο οποίος ήταν επικεφαλής της Ορθόδοξης Εκκλησίας και αναγνωριζόταν ως ο μοναδικός εκπρόσωπος του ελληνοκυπριακού πληθυσμού από τη δεκαετία του 1670 και τον δραγουμάνο, που επιλεγόταν από τους υποψηφίους που όριζε ο αρχιεπίσκοπος.[6] Η διοίκηση του μουχασίλη γινόταν όλο και πιο δυσλειτουργική. Το 1764, ο μουχασίλης Τσιλ Οσμάν Αγάς σκοτώθηκε μέσα σε ένα χαοτικό περιβάλλον που προκλήθηκε από την εξουσία του. Εν τω μεταξύ, ο συνεχιζόμενος πόλεμος με τη Ρωσία σήμαινε επιδείνωση της ευημερίας του λαού. Έτσι, με τις απαιτήσεις του αρχιεπισκόπου και του δραγουμάνου, η Κύπρος τέθηκε απευθείας υπό τη διοίκηση του Αυτοκρατορικού Συμβουλίου το 1785, με το μουχασίλη να διορίζεται άμεσα. Οι μουχασίλιδες είχαν χάσει πλέον την εξουσία που διέθεταν στο παρελθόν, γεγονός που αύξησε σημαντικά την επιρροή του ορθοδόξου κλήρου καθώς ανέλαβε τη συλλογή των φόρων.[6][9] Το 1839, με τις μεταρρυθμίσεις του Αμπντούλ Μετζίτ Α΄, η νήσος έγινε και πάλι σαντζάκι του εγιαλετίου του Αρχιπελάγους αλλά απέκτησε σημαντική αυτονομία. Η νήσος διοικούνταν πλέον από έναν μουτεσαρίφη, οι κάζες συνενώθηκαν σε έξι διευρυμένους καζάδες με δικά τους διοικητικά και δικαστικά συμβούλια. Δημιουργήθηκε ένα διοικητικό συμβούλιο σαντζακίων, στο οποίο εκπροσωπούνταν οι Έλληνες, οι Τούρκοι, και άλλες μειονότητες.[6]

Το 1861, η Κύπρος έγινε ανεξάρτητο σαντζάκι υπό τον άμεσο έλεγχο της Πύλης. Ωστόσο, η κατάσταση αυτή άλλαξε ξανά το 1868, όταν η Κύπρος έγινε σαντζάκι και εντάχθηκε στο βιλαέτι του Αρχιπελάγους υπό το νεοσυσταθέν σύστημα των βιλαετίων. Αυτό, όμως, δεν θα διαρκούσε πολύ, καθώς το βιλαέτι διοικούνταν από τα Δαρδανέλλια και η μεγάλη απόσταση έκανε τη διοίκηση μη πρακτική. Με τις προσπάθειες του αρχιεπισκόπου Σωφρονίου Γ΄ της Κύπρου, καθώς και λόγω της ξηρασίας και των καταστροφών των ακρίδων, η Κύπρος έγινε μια ανεξάρτητο σαντζάκι για άλλη μια φορά το 1870. Αυτή η ρύθμιση κράτησε μέχρι το 1878, όταν οι Βρετανοί ανέλαβαν την εξουσία επί της νήσου.[6][10][11]

Ελληνική επανάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1821–1829[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλοί Ελληνοκύπριοι υποστήριξαν την Επανάσταση του 1821, οδηγώντας σε σοβαρές αντιπολιτευτικές πράξεις από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στις 15 Οκτωβρίου 1821, ένας μαζικός τουρκικός όχλος κατέλαβαν και κρέμασαν έναν αρχιεπίσκοπο, πέντε επισκόπους, τριάντα έξι κληρικούς και κρέμασαν τους περισσότερους Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους στη Λάρνακα και στις άλλες πόλεις. Μέχρι το Σεπτέμβριο του 1822 αφανίστηκαν εξήντα δύο κυπριακά χωριά και κάτοικοι.[12][13] Όταν η Ελλάδα έγινε ανεξάρτητη το 1829, πολλοί Κύπριοι ζήτησαν την ένταξη της Κύπρου στην Ελλάδα, η οποία παρέμεινε ως τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

1849–1878[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1869 άνοιξε το κανάλι του Σουέζ και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιρλανδίας έδειξε αυξανόμενο ενδιαφέρον για τη νήσο, η οποία πλέον βισκόταν μια πολύ ευνοοϊκή τοποθεσία. Όταν οι Τούρκοι ηττήθηκαν από τους Ρώσους το 1877, το επόμενο έτος έλαβε χώρα το Συνέδριο του Βερολίνου με σκοπό την αναθεώρηση της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου η οποία υπογράφηκε από τη Ρωσία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία σύμφωνα με όρους που υπαγόρευσαν οι πρώτοι, 9 Ιουλίου 1878, ενώ στις 4 του προηγούμενου Ιουνίου οι Βρετανοί και ο σουλτάνος ​​υπέγραψαν κρυφά τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, βάσει της οποίας η κατοχή και η διοίκηση της Κύπρου κατοχυρώθηκαν στη Μεγάλη Βρετανία. Ως ανταλλαγή για τον έλεγχο της Κύπρου, το Ηνωμένο Βασίλειο συμφώνησε να στηρίξει την Τουρκία στον ρωσοτουρκικό πόλεμο. Η συμφωνία αυτή επισημοποιήθηκε ως Κυπριακή Σύμβαση.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αφήγηση και “εθνική” ταυτότητα: Η Κυπριακή Συλλογή στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών σελ. vi, ktisis.cut.ac.cy
  2. ΚΥΠΡΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ σελ. 3, mfa.gov.cy
  3. 3,0 3,1 Library of Congress
  4. Turnbull, Stephen (2003). The Ottoman Empire 1326–1699 (Essential Histories Series #62). Osprey Publishing. p. 58
  5. Hopkins, T. C. F. (2007). Confrontation at Lepanto: Christendom Vs. Islam. Macmillan p.82
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 6,4 6,5 6,6 «Kıbrıs (Osmanlı Dönemi)». İslam Ansiklopedisi. 25. Türk Diyanet Vakfı. 2002, σσ. 374–380. http://www.islamansiklopedisi.info/. 
  7. Gökdemir, Rahim (2012), MALİYEDEN MÜDEVVER (MAD.d) 03618 NUMARALI KIBRIS CİZYE DEFTERİ (TRANSKRİPSİYON VE DEĞERLENDİRME), Adnan Menderes University, http://adudspace.adu.edu.tr:8080/jspui/bitstream/11607/1072/3/Rah%C4%B1m_GOKDEMIR_tez.pdf.pdf, ανακτήθηκε στις 26 April 2016 
  8. Gazioğlu, p. 97.
  9. Gazioğlu, p. 98.
  10. George Hill (2010-09-23). A History of Cyprus. Cambridge University Press, σελ. 378. ISBN 978-1-108-02065-7. https://books.google.com/books?id=h9e2PEGP3yUC&pg=PA378. Ανακτήθηκε στις 2013-05-28. 
  11. Gazioğlu, p. 99.
  12. Claude Delaval Cobham, Exerpta Cypria, Cambridge University Press (1908) p. 454-455
  13. Sir Harry Luke Cyprus under the Turks, 1571–1878 C. Hurst & Co Publishers Ltd (September 30, 1989) (ISBN 1-85065-072-1)

Επιπλέον ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μιχάλης Ν. Μιχαήλ, Οι εξεγέρσεις ως πεδίο διαπραγμάτευσης της εξουσίας. Οθωμανική Κύπρος, 1804-1841, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2015. ISBN 978-960-221-674-3

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]