Μετάβαση στο περιεχόμενο

Αρματολοί

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Αρματωλοί)
Ένας Αρβανίτης αρματολός, Καρλ Χάαγκ (1861). Μουσείο Μπενάκη

Οι αρματολοί ή αρματωλοί, ήταν ένοπλοι μισθοφόροι που προσλαμβάνονταν από τις οθωμανικές αρχές, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, με σκοπό την επιβολή και διατήρηση της τάξης σε καθορισμένες γεωγραφικές περιοχές, οι οποίες ήταν γνωστές ως αρματολίκια. Στα οθωμανικά αρχεία καταγράφονται με τις μορφές «martolos», «martoloz» ή «mertiloz». Η ετυμολογική προέλευση της λέξης παραμένει αμφιλεγόμενη, με την επικρατέστερη εκδοχή να εντοπίζεται στον ιταλικό όρο «armato» ή «martoloso», ο οποίος σημαίνει οπλοφόρος ή αρματωμένος. Ο εν λόγω όρος χρησιμοποιούνταν από τους Βενετούς, την εποχή της Λατινοκρατίας, για να περιγράψει τους ένοπλους μισθοφόρους που υπηρετούσαν στην περιοχή.[1] Μια εναλλακτική ετυμολογική εξήγηση συνδέει τη λέξη με τον όρο «αρματολόγος», ο οποίος μετέπειτα εξελίχθηκε σε «αρματολός».

Πολλοί μελετητές υποστηρίζουν ότι η μορφή του αρματολισμού υπήρχε ήδη κατά την βυζαντινή περίοδο, όπου οι αρματολοί αποτελούσαν μέρος ένοπλων σωμάτων, τα οποία ήταν παρόμοια με τις αγροφυλακές ή τη χωροφυλακή.[2] Από την άλλη πλευρά, άλλοι θεωρούν ότι η θεσμοθέτηση των αρματολών συνδέεται αποκλειστικά με τα Οθωμανικά χρόνια.[3] Τα μέσα του 18ου αιώνα είναι η παλαιότερη χρονική περίοδος που καταγράφονται μαρτυρίες καταδεικνυόμενες την αλλαγή στάσης των αρματολών, οι οποίοι σταδιακά συνεργάστηκαν με τους κλέφτες, με σκοπό την αντίσταση κατά της οθωμανικής εξουσίας.

Ρίζες προέλευσης του Αρματολισμού

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θεσμός του Αρματολικιού εντοπίζεται τον 16ο αιώνα την περίοδο του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς. Επρόκειτο για περιοχές της Βαλκανικής χερσονήσου, κυρίως ορεινές, δασώδεις και δυσπρόσιτες, οι οποίες όμως δεν έθεταν σε αμφισβήτηση την οθωμανική κυριαρχία και από φορολογική άποψη είχαν δευτερεύουσα σημασία. Οι περιοχές αυτές με κτηνοτροφική οικονομία, διοικούνταν από συμβούλια αρχηγών χωριών και διέθεταν ένοπλα σώματα με ένα καπετάνιο επικεφαλής με βασικό καθήκον την κατοχύρωση της ασφάλειας της περιοχής της. Η οπλοφορία στις περιοχές αυτές ήταν συνυφασμένη με τις κοινωνικές δομές των περιοχών αυτών και την έλλειψη ή περιορισμένη παρουσία θεσμών δημόσιας ασφάλειας στις διάφορες αυτές περιοχές[4].

Τα αρματολίκια του ελλαδικού χώρου

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αρματολίκι των Αγράφων δημιουργήθηκε έπειτα από τη συμφωνία που επιτεύχθηκε μεταξύ του Οθωμανικού αρχιστρατήγου και Δερβέναγα και των Αγραφιωτών, μια συμφωνία που είναι γνωστή ως η Συνθήκη του Ταμασίου, η οποία υπεγράφη στις 10 Μαΐου 1525. Μέσα από αυτήν τη συμφωνία, θεσμοθετήθηκε το πρώτο και μεγαλύτερο αρματολίκι των Βαλκανίων. Ο αρματολικός θεσμός, κατόπιν, επεκτάθηκε πέρα από τα Άγραφα, από το 1529, υπό την ηγεσία του στρατηγού και μεγάλου βεζίρη Πάργαλη Ιμπραήμ Πασά. Στο πλαίσιο αυτής της επέκτασης, δημιουργήθηκαν δεκαεπτά αρματολίκια, τα οποία εκτείνονταν στην ορεινή κεντρική ενδοχώρα, στην ορεινή Θεσσαλία και στη Μακεδονία.[5] Συγκεκριμένα, στη Μακεδονία αναγνωρίστηκαν πέντε αρματολίκια, ή καπετανάτα, που περιλάμβαναν τις περιοχές της Βέροιας, των Σερβίων, των Γρεβενών, της Ελασσόνας και της Μηλιάς.[6]

Η θέση των Αρματολικίων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία επιδίωκε να ελέγξει τα αρματολίκια όχι τόσο για φορολογικούς λόγους, όσο για να τα ουδετεροποιήσει ή να τα οικειοποιηθεί για τις στρατιωτικές και μεταφορικές της ανάγκες.[7] Συνεπώς, άλλοτε μέσω στρατιωτικών επιχειρήσεων και άλλοτε μέσω διαπραγματεύσεων, προσπαθούσε να περιορίσει τη δράση των αρματολών. Τα αρματολίκια αποτελούσαν περιοχές στις οποίες η κατάκτηση παρέμεινε ημιτελής, σε αντίθεση με τις πεδινές περιοχές των Βαλκανίων, όπου η οθωμανική κυριαρχία είχε πλήρως εδραιωθεί. Αντί να υποταχθούν πλήρως στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι αρματολίκες ήταν αποτέλεσμα της διαρκούς αντίστασης στην πλήρη οθωμανική κυριαρχία και χαρακτηρίζονταν από την απομόνωση τους από τις ζωτικές περιοχές για την Οθωμανική εξουσία. Η σχέση υποτέλειας υπήρχε με αντάλλαγμα της εσωτερικής αυτονομίας και της φορολόγησης κατ’ αποκοπή, όροι οι οποίοι εξασφαλίζονταν μέσω ένοπλης αντίστασης. Ουσιαστικά, τα αρματολίκια αποτέλεσαν «μικρά προτεκτοράτα εντός του αυτοκρατορικού κράτους, με βαθμό εσωτερικής αυτονομίας».[8]

Το αρματολίκι ήταν η περιοχή που προστατευόταν από το αρματολικό σώμα, δηλαδή μια ομάδα ενόπλων. Οι Οθωμανοί δερβεναγάδες, οι οποίοι υπάγονταν στους περιφερειακούς πασάδες και από το 1761 στον Επόπτη Δερβενίων,[9] ήταν οι υπεύθυνοι για τον διορισμό των αρματολών και την επίβλεψη της δράσης τους. Ο αρματολικός θεσμός συνιστούσε ουσιαστικά μεταβίβαση της κρατικής ευθύνης για τη φύλαξη του εδάφους από τους Οθωμανούς στους τοπικούς ένοπλους προεστούς ραγιάδες, οι οποίοι ανέλαβαν και αστυνομικά καθήκοντα, ακόμα και απέναντι στους ίδιους τους κατακτητές.[10]

Τι δεν ήταν τα Αρματολίκια και οι Αρματολοί

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πρώτος που επιχείρησε να συνθέσει μια ιστορία του αρματολισμού ήταν ο Νικόλαος Κασομούλης, ο οποίος εντόπισε τις ρίζες του θεσμού στα υπολείμματα του βυζαντινού στρατού.[11] Οι αρματολοί, ωστόσο, δεν προέρχονταν από τους διανοούμενους ή τους αβαντουρίστες, όπως ο Μιχαήλ Μάρουλος, ούτε από τοπικούς ευγενείς πολεμάρχους που αντιστάθηκαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία, όπως ο Κροκόδειλος Κλαδάς, ο Θεόδωρος Μπούας και ο Σκεντέρμπεης. Επιπλέον, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι αρματολοί δεν πρέπει να συγχέονται με την Καταλανική Αδελφότητα Μισθοφόρων (Compangia Almugaveres), η οποία έδρασε στην κεντρική Στερεά Ελλάδα τον 14ο αιώνα. Ούτε πρέπει να συγχέονται με τους Δερβενεντζήδες (Derbenci), οι οποίοι ήταν φύλακες περασμάτων και γεφυρών, στενών διαδρομών, και με τις ένοπλες συνοδείες των μουσουλμάνων και χριστιανών προεστών, γνωστούς ως «κάπους».[12]

Κοινωνική συνέχεια των αρματολών μέσα στον χρόνο

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεν κατόρθωσαν να διαμορφώσουν μια αριστοκρατική τάξη και η κοινωνική τους παρουσία δεν υπήρξε τόσο διαρκής, ώστε να καταστεί αναγκαία η αποτύπωση της μνήμης τους σε γραπτό λόγο. Ένας από τους κύριους μηχανισμούς κοινωνικής επιβολής τους υπήρξε οι επιγαμίες, οι οποίες συνέβαλαν στην ενίσχυση του κύρους και της δύναμης των οικογενειών τους. Ενδεικτικές περιπτώσεις τέτοιων στρατηγικών επιγαμιών μεταξύ ισχυρών αρματολικών οικογενειών αποτελούν οι σχέσεις των Γριβαίων με τους Κατσικογιανναίους, των Βαρνακιωταίων με τους Γριβαίους κ.ά.[13] Επιπλέον, παρατηρούνται και περιπτώσεις επιγαμιών με οικογένειες προεστών ή δημογερόντων, όπως για παράδειγμα η επιγαμία του Παλαιόπουλου με τον προεστό των Κραβάρων.[14] Ενδιαφέρον παρουσιάζουν, επίσης, και περιπτώσεις στρατηγικής αγαμίας μεταξύ των μελών αρματολικών οικογενειών. Αυτή η πρακτική εντάσσεται στην πολιτική προστασίας του εξουσιαστικού συστήματος μέσω της «στεγανοποίησής» του, καθώς και στην πρόληψη ενδεχόμενων ανταγωνισμών, οι οποίοι θα μπορούσαν να προκύψουν από την ύπαρξη πολλών υποψηφίων διαδόχων.[15]

  1. Παπαγεωργίου 2005, σελ. 52
  2. Νεοκλής Σαρρής, Οσμανική πραγματικότητα, τομ. Α', σ. 301-302.
  3. Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τομ. Α', σ. 268.
  4. Πιζάνιας 2013, σελ. 53-54
  5. Πιζάνιας 2013, σελ. 55-56
  6. Χανδόλιας, Γεώργιος (Μάιος 2021). «Το αρματολίκι της Μηλιάς και οι Λαζαίοι» (στα Ελληνικά). Σερβιώτικα Νέα (Μορφωτικός Όμιλος Σερβίων) (266): 8.
  7. Πιζάνιας 2013, σελ. 54
  8. Πιζάνιας 2013, σελ. 91
  9. Πιζάνιας 2013, σελ. 57
  10. Πιζάνιας 2013, σελ. 58-59
  11. Κωνσταντίνος Δημαράς, «Πρόδρομοι του Αγώνος», στο: Κ.Θ.Δημαράς, Σύμμικτα, Α΄, Από την παιδεία στην λογοτεχνία, επιμ. Αλέξης Πολίτης, Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 2000, σελ. 128.
  12. Πιζάνιας 2013, σελ. 52
  13. Σπύρος Ασδραχάς, «Επιγαμίες», στο: του ιδίου, Ιστορικά απεικάσματα, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1995, σελ. 240-241.
  14. Τζάκης 2013, σελ. 131
  15. Σπύρος Ασδραχάς, «Αγαμία», στο: του ιδίου, Ιστορικά απεικάσματα, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1995, σελ. 245.
  • Σπύρος Ασδραχάς, «Επιγαμίες», στο: του ιδίου, Ιστορικά απεικάσματα, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1995, σελ. 239-242.
  • Σπύρος Ασδραχάς, «Αγαμία», στο: του ιδίου, Ιστορικά απεικάσματα, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1995, σελ. 243-246.
  • Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, Ιστορία του βόρειου Ελληνισμού: Μακεδονία, εκδ. Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1992.
  • Κωνσταντίνος Δημαράς, «Πρόδρομοι του Αγώνος», στο: Κ.Θ.Δημαράς, Σύμμικτα, Α΄, Από την παιδεία στην λογοτεχνία, επιμ. Αλέξης Πολίτης, Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 2000, σελ. 128-130.
  • Παπαγεωργίου, Στέφανος Π. (2005). Από το γένος στο έθνος: Η θεμελίωση του Ελληνικού κράτους 1821-1862 (2η έκδοση). Αθήνα: Παπαζήση. ISBN 960-02-1769-6. 
  • Πιζάνιας, Πέτρος (Μάρτιος 2013). «Ο κόσμος της θάλασσας των βουνών. Ο αρματολισμός από τον 16ο αιώνα έως το 1821». Νέα Εστία 173 (1857): 41-96. 
  • Τζάκης, Διονύσιος (Μάρτιος 2013). «Οπλαρχηγοί και προεστοί. Κοινωνικές κινητικότητες και οικογενειακές στρατηγικές στον ορεινό χώρο». Νέα Εστία 173 (1857): 116-134. 
  • Δημήτρης Τσιάμαλος, Κοινωνική και επαναστατική συνείδηση των ενόπλων της Ρούμελης στην επανάσταση του 1821, Διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο, 2007.

Περαιτέρω ανάγνωση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
  • Σπύρος Ι. Ασδραχάς, Πρωτόγονη επανάσταση. Αρματολοί και κλέφτες (18ος-19ος αι.), Αθήνα: Εκδόσεις Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, 2019.
  • Στάθης, Παναγιώτης (2003). «Αρματολισμός: Χριστιανοί ένοπλοι του Οθωμανικού κράτους». Στο: Παναγιωτόπουλος, Βασίλης, επιμ. Η Οθωμανική κυριαρχία, 1770-1821: Διαφωτισμός - Ιστορία της παιδείας - Θεσμοί και Δίκαιο. Τόμος 2ος. Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 1770-2000. Ελληνικά γράμματα. σελίδες 341–60. ISBN 9604065408. 
  • Panagiotis Stathis, "From Klephts and Armatoloi to Revolutionaries", στο: Ottoman Rule and The Balkans, 1760-1850. Conflict, Transformation, Adaptation. Proceedings of an international conference held in Rethymno, Crete, 13-14 December 2003, επιμέλεια Antonis Anastasopoulos και Elias Kolovos, Πανεπιστήμιο Κρήτης/Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Ρέθυμνο 2007, σελ. 167-179.