Κράβαρα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με την ονομασία Κράβαρα ή Γκράβαρα αναφερόταν παλαιότερα τοποθεσία της επαρχίας Ναυπακτίας, στο Νομό της Αιτωλοακαρνανίας, που περιλάμβανε τα ακόλουθα 10 χωριά: Αβόρανη (παλαιά ονομασία: Λιβαδάκι), Αράχωβα, Αχλαδόκαστρο (Αρτοτίβα), Κυδωνιά (Ζηλίστα), Κλεπά, Νεοχώριο, Πλάτανος, Περδικόβρυση (Σινίστα), Καλλονή (Στρωμήνιανη) και Γραμμένη Οξυά (Σίτιστα).[1][2]

Ιστορικά Στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Κράβαρα θεωρούνται από κάποιους μελετητές η περιοχή εκείνη της Αιτωλίας όπου κατά την αρχαιότητα ζούσαν οι Οζολοί ή Εσπέριοι Λοκροί.[3] Ο Στράβωνας και ο Παυσανίας αναφέρουν ότι στην περιοχή κατοικούσαν Αποδοτοί και Οφιονείς που οι χώρες τους ενώθηκαν με την Αιτωλία και αποτέλεσαν την Επίκτητη Αιτωλία. Κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής και Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αλλά και μετά την ίδρυση του Δεσποτάτου της Ηπείρου δεν υπάρχει κάποια αναφορά με την ονομασία Κράβαρα.

Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, τα χωριά της περιοχής Κραβάρων αναφέρονται και με τις ονομασίες "Βλαχοχώρια" ή "Κλεφτοχώρια", ιδιαίτερα τα χωριά του δήμου Οφιονείας. Το δύσβατο και απόκρημνο της περιοχής ήταν ιδανικό μέρος για τα λημέρια των κλεφτών. Η πρώτη αναφορά της ονομασίας Κράβαρα γίνεται το 1806 σε διορισμό οπλαρχηγών για τα αρματολίκια από τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων, όπου ορίζει το μεν Βενέτικο και την επαρχία Αποκόρου να ανήκουν στο αρματολίκι Βλαχού, τα δε Κράβαρα να είναι μέρος της περιφέρειας Καρπενησίου.[4] Την περίοδο διακύβερνησης του Καποδίστρια και στην πρώτη διοικητική διαίρεση της Ελλάδος, που έγινε, τα Κράβαρα αποτελούσαν ιδιαίτερη διοικητική περιφέρεια - επαρχία.[5] Αυτό έπαυσε να ισχύει από την εποχή του Βασιλέως Όθωνα.[6]
Ο Νικόλαος Κασομούλης κάνει συχνές αναφορές στα Κράβαρα και τα χωριά τους κατά την περίοδο του 1821[7][8] ενώ ο Γάλλος φιλέλληνας και περιηγητής Φρανσουά Πουκεβίλ αναφέρει:

"Η περιοχή του Κράβαρι είναι το τελευταίο μέρος της Αιτωλικής κλιτύος ..... τα βουνά της υψώνονται στα βόρεια της περιοχής Βενέτικο"

— F. Pouquevill, Voyage de la Grece, Τομ. 4, βιβλ. Χ, κεφ. VII, σελ 31-33[9]

και παραθέτει σχετικό πίνακα με 63 χωριά της περιοχής μαζί με τον αριθμό των οικογενειών που τα κατοικούσαν την περίοδο εκείνη.

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όσον αφορά την προέλευση της ονομασίας υπάρχει μεγάλη ασάφεια και διαφορετικές αναφορές αιτιολόγησης[10]:

  • από τη σλαβική λέξη Κράβαρι που σημαίνει λιβάδι για βόδια.
  • απο τις λέξεις κάρα βαρείτε, που φώναζαν σαν πολεμική ιαχή οι Έλληνες όταν ορμούσαν εναντίον των εχθρών τους.

Κλέφτες, οπλαρχηγοί και αγωνιστές του '21[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Του Κίτσου η μάννα καθόταν στην άκρη στο ποτάμι,

Με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε.
Ποτάμι μ΄, για λιγόστενε, ποτάμι μ΄, στρίψε πίσω,
Για να περάσω αντίπερα, πέρα στα Κλεφτοχώρια.
Πού 'χουν οι κλέφτες σύναξη κ΄ όλοι οι καπεταναίοι.

Δημοτικό τραγούδι - Μιχ. Περάνθη, Ποιητική Ανθολογία, τομ. Γ΄, σελ. 641

Οι κλέφτες, οπλαρχηγοί και αγωνιστές του '21 της περιοχής των Κραβάρων που αναφέρονται είναι:

  • ο Κίτσος της δημοτικής παράδοσης, ο οποίος καταγόταν από τα Κλεφτοχώρια, συνελήφθη από τους Τούρκους, βασανίστηκε και πέθανε στη Στρωμήνιανη (σημερινή Καλλονή).[11]
  • ο γνωστός ήρωας του 1821 Γεώργιος Καραϊσκάκης με καταγωγή από τα Στύλια.
  • Κώστας Σισμάνης, από τη Κλεπά Αιτωλοακαρνανίας συμμετείχε στα Ορλωφικά το 1770 και εξεγέρθηκε εναντίον των Τούρκων της Ναυπακτίας.[12]
  • Πανος Σωτηρόπουλος, λαγουμιτζής με καταγωγή από την Άνω Χώρα, επονομαζόμενος "ο ήρως της Κλείσουβας". Πήρε μέρος στη πολιορκία του Μεσολογγίου και σκοτώθηκε με τον Καραϊσκάκη στη μάχη του Πειραιά τον Μάρτιο του 1827.[13]
  • ο μοναχός Δαμιανός (με κοσμικό όνομα Δημήτρης Τσουνόπουλος), [14]με καταγωγή από τα Κρυονέρια (Κουτολίστια)[10]. Το 1818 μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία από τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄ στην Κωσταντινούπολη και επιστρέφοντας εμύησε πολλούς από τις περιοχές Δωρίδας, Τριχωνίδας, Μεσολογγίου κ.α. Με την έναρξη της επανάστασης το 1821 συγκροτεί ένοπλο τμήμα από Κραβαρίτες και πεθαίνει μαζί με τον επίσκοπο Ρωγών Ιωσήφ στην ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης του Μεσολογγίου στις 10 Απριλίου 1826.[15]

Μάχες την περίοδο της τουρκοκρατίας και του '21[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

"Βενέτικο και Κράβαρι ποιόν έχουν καπετάνο,

να βγή να μάση τ΄ άρματα ν΄ ασκώση μπαϊράκι,
να πολεμήση την τουρκιά και το Μαχμούτ Σουλτάνο."

Γεώργιος Αθάνας, Τραγούδια των βουνών, σελ. 159

Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας και της επανάστασης του 1821 αναφέρονται αρκετές μάχες και συμπλοκές μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων στην περιοχή των Κραβάρων[10].

  • 1767 στο χωριό Κεράσοβο, ο Γιάννης Μπουκουβάλας με τον Μούρτο Χούστο, παππού του Αλή Πασά[10].
  • 1794 στο διάσελο της Γραμμένης Οξυάς, οι Κοντογιανναίοι εναντίον του Γιουσούφ Αράπη σταλμένο από τον Μαχμούτ Πασά. Οι μάχες συνεχίστηκαν στο μοναστήρι της Στάγιας, κοντά στις πηγές του Εύηνου ποταμού.[10]
  • Μεταξύ 1810 και 1815 στη θέση Χαρατσή, ανάμεσα στα χωριά Γρηγόρι, Ελατόβρυση (Βοϊτσά), Ελατού και Άνω Χώρα, όπου εξοντώθηκαν σχεδόν όλοι οι Τούρκοι στρατιώτες που συνόδευαν τον Τούρκο εισπράκτορα που ήταν εντεταλμένος για την είσπραξη φόρων από τους κατοίκους της περιοχής[11].
  • 1823 η μάχη της Άμπλιανης, ο Πανουργιάς, Σκαλτσάς και Σουλιώτες εναντίον πολυάριθμων Τούρκων.
  • τον Σεπτέμβριο του 1828 στο χωριό Λομποτινά, σημερινή Άνω Χώρα, ξεκινά πολιορκία από Έλληνες με αρχηγό τον Σουλιώτη Κίτσο Τζαβέλλα. Στη συνέχεια ακολουθεί έξοδος των Τούρκων με αρχηγό τον Τουρκαλβανό Αχμέτ Ντεμπρεβίστα και τελικά γίνεται μάχη, στις 22 Οκτωβρίου, στη θέση Μερμηγγιάρια με αποτέλεσμα 500 νεκρούς Τούρκους και 80 αιχμάλωτους[10].

Λαογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά παλαιότερη συνήθεια, όπως αναφέρεται σε σχετικές λαογραφικές έρευνες, κάποιοι από τους Γκραβαρίτες κατέφευγαν σε επαιτεία με διάφορα τεχνάσματα προσποιούμενοι τους ανάπηρους, προκειμένου έτσι να κερδίζουν τον οίκτο των ανθρώπων. Συνηθέστερα στρέβλωναν τα άκρα τους, χέρια ή πόδια, από νεαρής ηλικίας ή υποκρίνονταν τους τυφλούς περιερχόμενοι από διάφορα μέρη της Ελλάδας, ακόμα και του εξωτερικού.

Εκφράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παλιότερα η πλέον συνήθης δημώδης έκφραση για χαρακτηρισμό απολίτιστου ατόμου ήταν «αυτός είναι απ΄ τα Γκράβαρα», που αποδίδονταν και μ΄ ερωτηματικό στο 2ο πρόσωπο.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Π. Αραβαντινός, Χρονογραφία Ηπείρου, σελ. 87
  2. Β. Σταυρογιαννόπουλος, Κράβαρα τα περήφανα, Αθήνα 1982, σελ.26
  3. Λεξικόν της καθ΄ ημάς Ελληνικής Διαλέκτου, Σκαρλάτος Δ. του Βυζαντίου, Αθήνα 1835
  4. Ν. Κασομούλης, Στρατιωτικά ενθυμήματα, τόμος Α΄, σελ. 112, 250
  5. Ακαδημία Αθηνών, "Ελληνική Επανάσταση και συγκρότηση του Ελληνικού Κράτους", ψηφιακό τεκμήριο από την Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος, 1831, αρ. 98/28.12.1831
  6. Ακαδημία Αθηνών, "Ελληνική Επανάσταση και συγκρότηση του Ελληνικού Κράτους", ψηφιακό τεκμήριο από την Εφημερίδα Κυβερνήσεως, 1831, αρ. 12/6.4.1833
  7. Ν. Κασομούλης, Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων (1821-1833) - Τόμος Α΄, σελ 224
  8. Ν. Κασομούλης, Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων (1821-1833) - Τόμος Β΄, σελ.287
  9. Β. Σταυρογιαννόπουλος, Κράβαρα τα περήφανα, Αθήνα 1982, σελ. 31
  10. 10,0 10,1 10,2 10,3 10,4 10,5 Β. Σταυρογιαννόπουλος, Κράβαρα τα περήφανα, Αθήνα 1982, σελ.48,49,50,51,57,58,59
  11. 11,0 11,1 Θ. Παπαδογεωργόπουλος, Στα καραούλια της Βοϊτσάς
  12. Σισμαναίοι στο klepanafpaktias.blogspot.gr
  13. Β. Σταυρογιαννόπουλος, Κράβαρα τα περήφανα, Αθήνα 1982, σελ.56
  14. Ο παπαΦλέσσας της Ρούμελης
  15. Β. Σταυρογιαννόπουλος, Κράβαρα τα περήφανα, Αθήνα 1982, σελ.55

Εξωτερικές πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]