Χαλιφάτο των Αββασιδών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χαλιφάτο Αββασιδών
الخلافة العباسية
αλ-Χιλάφα αλ-Αμπασίγια (αραβικά)
Σημαία
Σημαία

Χάρτης
Πρωτεύουσα Κούφα (750-762), Ράκκα (796-809), Σαμάρα (836-892), Βαγδάτη (762-796), (809-836), (892-1258)
Γλώσσες Αραβικά (επίσημη), Κοπτικά, Μεσαιωνικά Περσικά (επίσημη σε συγκεκριμένες περιοχές έως τη βασιλεία του Αμπντ αλ-Μάλικ), Αραμαϊκά, Αρμενικά, Βερβερικές γλώσσες, Γεωργιανά, Εβραϊκά, Τουρκικά, Κουρδικά
Πολίτευμα
Χαλίφης
Χαλιφάτο
Αμπούλ Αμπάς ας-Σαφφά, Αλ-Μουστασίμ μπιλλάχ κ.α.
Θρησκεία Ισλαμισμός (Σουνιτισμός)

To Χαλιφάτο των Αββασιδών (750-1258 μ.Χ., αραβικά: العبّاسيّون) υπήρξε το τρίτο χρονικά ισλαμικό χαλιφάτο. Κυβερνήθηκε από τη δυναστεία των Αββασιδών χαλίφηδων, που έχτισαν την πρωτεύουσά τους στη Βαγδάτη αφού ανέτρεψαν το Χαλιφάτο των Ομεϋαδών από όλες τις περιοχές που διαφέντευε εκτός της Ανδαλουσίας.

Το Χαλιφάτο των Αββασιδών ιδρύθηκε από τους απογόνους του νεότερου θείου του Προφήτη Μωάμεθ, Αμπάς ιμπν Αμπντ αλ-Μουτάλιμπ (566-653 μ.Χ.) στην Κούφα το 750, ενώ το 762 η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στη Βαγδάτη. Μέσα σε 150 χρόνια από τότε που ολοκλήρωσαν τον έλεγχο της Περσίας, οι χαλίφηδες αναγκάστηκαν να παραχωρήσουν εξουσία στους τοπικούς δυναστικούς εμίρηδες που μόνο τυπικώς αναγνώριζαν την εξουσία τους. Το χαλιφάτο απώλεσε επίσης τις δυτικές επαρχίες της Ανδαλουσίας, του Μαγκρέμπ και της Ιφρικίγια από τον Ομεϋάδα πρίγκηπα Αμπντ αρ-Ραχμάν Α΄, τους Αγλαβίδες και τους Φατιμίδες αντίστοιχα.

Η εξουσία των Αββασιδών διακόπηκε για τρία χρόνια το 1258, όταν ο Xoυλεγκού χαν, ο Μογγόλος χάνος, λεηλάτησε και ερήμωσε τη Βαγδάτη. Επανήλθε όμως στην Αίγυπτο των Μαμελούκων το 1261, απ΄ όπου συνέχισε να διεκδικεί την ηγεσία και πρωτοκαθεδρία σε θρησκευτικά θέματα του μουσουλμανικού κόσμου μέχρι το 1519, όταν η θρησκευτική εξουσία μεταφέρθηκε επίσημα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και η πρωτεύουσα του χαλιφάτου στην Κωνσταντινούπολη.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άνοδος στην εξουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Αββασίδες χαλίφηδες ήταν Άραβες, απόγονοι του Αμπάς ιμπν Αμπντ αλ-Μουτάλιμπ, ενός από τους νεότερους θείους του Μωάμεθ (αδερφός του πατέρα του), θεωρώντας έτσι τους εαυτούς τους ως αληθινούς διαδόχους του προφήτη, σε αντίθεση με τους Ομεϋάδες που κατάγονταν από τον Ουμάγια ιμπν Αμπντ Σαμς (άνθρωπο με μεγάλη δύναμη στην εποχή του), αρχηγό της πατριάς Σαμς των Ομεϋαδών, κλάδο της πανίσχυρης φυλής των Κουραϊσιτών.

Οι Αββασίδες διαχώριζαν τον εαυτό τους από τους Ομεϋάδες, αμφισβητώντας τον ηθικό χαρακτήρα και τη χρηστή μουσουλμανική διακυβέρνηση των τελευταίων συνολικά. Eίχαν την υποστήριξη της μεγάλης μάζας των Αράβων, που ένιωθαν την εξουσία να φεύγει από τα χέρια τους (οι Ομευάδες στηρίχθηκαν πολύ στο συριακό στοιχείο, μεταφορά πρωτεύουσας στη Δαμασκό κλπ.), αλλά απευθύνθηκαν επίσης και στους μη Άραβες μουσουλμάνους, γνωστούς ως μαουάλι, οι οποίοι έως τότε παρέμεναν εκτός των μηχανισμών εξουσίας της ομεϋαδικής ελίτ και αντιμετωπίζονταν ως κατώτερη τάξη. Ο Μουχάμμαντ ιμπν Άλι Αμπασί, εγγονός του Αμπάς ιμπν Αμπντ αλ-Μουτάλιμπ, ξεκίνησε εκστρατεία στην Περσία κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ομεϋάδα χαλίφη Ουμάρ Β΄, για την επιστροφή της εξουσίας στην πατριά (σύνολο οικογενειών από κοινό πρόγονο-πατριάρχη) του Προφήτη Μωάμεθ, τους Χασεμίτες, επίσης κλάδο της φυλής (σύνολο πατριών) των Κουραϊσιτών, όπως και οι Ομεϋάδες.

Κατά τη βασιλεία του Μαρουάν Β΄, η αντιπαλότητα αυτή κατέληξε στην εξέγερση του ιμάμη Ιμπραΐμ, τέταρτου στη σειρά από τους απογόνους του Αμπάς ιμπν Αμπντ αλ-Μουτάλιμπ. Με ερείσματα σε αραβικούς πυρήνες στη μακρινή επαρχία Χορασάν του Ιράν, κατάφερε αξιοσημείωτες επιτυχίες, αλλά αιχμαλωτίστηκε το 747 και πέθανε στη φυλακή. Η διαμάχη συνεχίστηκε από τον αδελφό του, Αμπνταλλάχ, γνωστό με το όνομα Αμπούλ Αμπάς ας-Σαφφάχ, που νίκησε τους Ομεϋάδες το 750 στην περίφημη μάχη του Ζαμπ (στις όχθες του ποταμού "Μεγάλος Ζαμπ" στο Ιράκ) και ανακηρύχθηκε χαλίφης.

Αμέσως μετά τη νίκη του, ο Ας-Σαφφάχ απέστειλε στρατιωτικές δυνάμεις στη Βόρεια Αφρική και την Κεντρική Ασία, όπου οι Αββασίδες πολέμησαν ενάντια στην επέκταση της κινεζικής δυναστείας των Τανγκ προς τα δυτικά, κατά τη μάχη του ποταμού Ταλάς στην Υπερωξιανή (οι Αββασίδες ήταν γνωστοί στους αντιπάλους τους ως οι Τάζι με τους μαύρους μανδύες, κινέζικα: 黑衣大食, hēiyī Dàshí, όπου η λέξη Τάζι αποτελούσε δάνειο όρο από τους Πέρσες και σήμαινε Άραβες). Οι Βαρμακίδες (αραβικά: Μπαρμακίγια), φημισμένη οικογένεια περσικής καταγωγής βεζίρηδων των Αββασιδών, που έπαιξαν ρόλο στην ίδρυση της Βαγδάτης και υπήρξαν μεγάλοι προστάτες των Τεχνών, ίδρυσαν στην πρωτεύουσα των Αββασιδών την πρώτη ιστορικώς καταγεγραμμένη βιοτεχνία χαρτιού, εκκινώντας έτσι μια νέα εποχή πνευματικής αναγέννησης στην επικράτεια των Αββασιδών. Εντός δέκα ετών, οι Αββασίδες έχτισαν ακόμα μια φημισμένη βιοτεχνία χαρτιού στη μετέπειτα πρωτεύουσα των Ομεϋαδών στην Ισπανία, την Κόρδοβα (τότε υπό αββασιδικό έλεγχο ακόμα).

Τα χρόνια στη εξουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη μεταρρύθμιση των Αββασιδών ήταν να μεταφέρουν την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας από τη Δαμασκό της Συρίας στη Βαγδάτη του Ιράκ. Αυτό έγινε για να προσελκύσουν αλλά και να βρίσκονται πιο κοντά στην υποστήριξη των Περσών μαουάλι, μιας και στην περιοχή της Βαγδάτης κυριαρχούσε περισσότερο η περσική κουλτούρα (απότοκος της προηγούμενης μακρόχρονης κατοχής των Σασσανιδών Περσών), ενώ τμήμα των Περσών μαουάλι διεκδικούσαν λιγότερη κυριαρχία του αραβικού στοιχείου στην αυτοκρατορία. Η Βαγδάτη ιδρύθηκε στις όχθες του ποταμού Τίγρη, το 762. Μια νέα θέση εξουσίας δημιουργήθηκε, αυτή του βεζίρη, ως αντιπρόσωπου της κεντρικής εξουσίας, ενώ δόθηκε ακόμα περισσότερη αυτονομία στους τοπικούς εμίρηδες. Ως αποτέλεσμα, πολλοί Αββασίδες χαλίφηδες υποβιβάστηκαν σε ένα πιο τυπικό ρόλο από αυτόν που διαδραμάτιζαν επί εποχής των Ομεϋαδών, καθώς οι βεζίρηδες σιγά σιγά ασκούσαν όλο και μεγαλύτερη εξουσία και ο κεντρικός ρόλος της παλαιάς αραβικής αριστοκρατίας αντικαταστάθηκε σταδιακά από την περσική γραφειοκρατία.

Οι Αββασίδες είχαν στηριχτεί σε μεγάλο βαθμό στο περσικό στοιχείο για την ανατροπή των Ομεϋαδών. Ο διάδοχος του χαλίφη Αμπούλ Αμπάς ας-Σαφφάχ, Αλ-Μανσούρ, ευνόησε την εισροή μη Αράβων μουσουλμάνων στην Αυλή του. Ενώ αυτό βοήθησε στην αλληλεπίδραση της αραβικής και περσικής κουλτούρας, αποξένωσε πολλούς Άραβες υποστηρικτές του χαλιφάτου, ιδιαιτέρως τους Άραβες της περιοχής του Χορασάν (Άραβες που είχαν φτάσει πολεμώντας κατά την εξάπλωση του χαλιφάτου έως το μακρινό Χορασάν, και είχαν εγκατασταθεί κατόπιν εκεί, αποτελώντας ισχυρότατους αραβικούς εθνικιστικούς πυρήνες), οι οποίοι είχαν υποστηρίξει τους Αββασίδες στις μάχες τους εναντίον των Ομεϋαδών και ζώντας ανάμεσα σε Πέρσες κυρίως, είχαν πιο οξυμμένο το εθνικιστικό τους φρόνημα και υπόκεινταν περισσότερο στις συνέπειες του βαθμιαίου περιερχομού της αυτοκρατορίας υπό περσικό έλεγχο.

Οι διαιρέσεις αυτές οδήγησαν σε άμεσα προβλήματα. Οι Ομεϋάδες, παρότι εκτός εξουσίας πλέον, δεν εξαλείφθησαν ολοκληρωτικώς. Το μοναδικό μέλος της ομεϋαδικής βασιλικής οικογένειας που διέφυγε της φυσικής εξόντωσης, κατάφερε μετά από περιπέτειες να καταφύγει στην Ισπανία, όπου επιβλήθηκε ως ανεξάρτητος εμίρης (Αμπντ αρ-Ραχμάν Α΄, έτος 756), ιδρύοντας το Εμιράτο της Κόρδοβας. Το 929, ο Αμπντ αρ-Ραχμάν Γ΄, υιοθέτησε τον τίτλο του χαλίφη, ιδρύοντας το Χαλιφάτο της Κόρδοβας ως αντίπαλο δέος σε αυτό της Βαγδάτης, προβάλλοντας την Κόρδοβα ως νόμιμη πρωτεύουσα της άτυπης Ισλαμικής Αυτοκρατορίας.

Το 756, ο Αββασίδης χαλίφης Αλ-Μανσούρ απέστειλε περισσότερους από 4.000 Άραβες μισθοφόρους να βοηθήσουν την κινεζική δυναστεία των Τανγκ στην καταστολή της εξέγερσης του Κινέζου στρατηγού Αν Λουσάν στη βόρεια Κίνα. Μετά τον πόλεμο, αυτοί παρέμειναν στην Κίνα. Ο Άραβας χαλίφης Χαρούν αρ-Ρασίντ υπέγραψε συμμαχία με την Κίνα, εξ΄ ου και αρκετές πρεσβείες των Αββασιδών είναι καταγεγραμμένες στα κινεζικά χρονικά.

Φατριαστικά φαινόμενα και κεντρική εξουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αιτίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ρήξη με τους Σιίτες

Οι Αββασίδες ήλθαν σε ρήξη με τους Σιίτες μουσουλμάνους, οι περισσότεροι εκ των οποίων τούς είχαν υποστηρίξει στον πόλεμο εναντίον των Ομεϋαδών, μιας και οι Αββασίδες και οι Σιίτες διεκδικούσαν τη νομιμοποίηση άσκησης εξουσίας επί των μουσουλμάνων, εξαιτίας της οικογενειακής τους σύνδεσης με τον Μωάμεθ. Ειδικότερα οι Σιίτες θεωρούσαν ότι είχαν περισσότερα δικαιώματα, καθότι ως Αλήδες (οπαδοί του Αλή, Άλι στα αραβικά και Αλίντ οι οπαδοί του), αντλούσαν τη νομιμοποίησή τους από την ίδια την κόρη του Μωάμεθ, τη Φάτιμα, γυναίκα του Αλή, και όχι από τον πιο μακρινό συγγενή του Μωάμεθ, Αμπάς ιμπν Αμπντ αλ-Μουτάλιμπ, αδελφό του πατέρα του Προφήτη, όπως οι Αββασίδες. Μόλις κατέλαβαν την εξουσία, οι Αββασίδες αγκάλιασαν το σουνιτικό Ισλάμ και αποκήρυξαν κάθε υποστήριξη στα σιιτικά "πιστεύω". Λίγο αργότερα, επωφελούμενοι της αδυναμίας της κεντρικής εξουσίας, οι Βέρβεροι Χαριζίτες ίδρυσαν ανεξάρτητο κράτος στη Βόρεια Αφρική το 801. Μέσα σε 50 χρόνια, οι Ιδρισίδες στο Μαγκρέμπ και οι Αγλαβίδες της Ιφρικίγια έγιναν ουσιαστικά ανεξάρτητοι στην Αφρική, ενώ λίγο αργότερα τους ακολούθησαν οι Τολουνίδες και οι Ιχσιδίδες στην Αίγυπτο.

  • Σύγκρουση των στρατηγών

Η αββασιδική Αρχή άρχισε να παρακμάζει κατά τη διάρκεια της χαλιφείας του Αρ-Ραντί, όταν οι τουρκικής καταγωγής στρατηγοί του χαλιφάτου, που είχαν επιτύχει ήδη de facto ανεξαρτησία για τα εδάφη που ήλεγχαν, έπαυσαν να αποδίδουν φόρους στο χαλιφάτο και ήλεγχαν την Αυλή του χαλίφη καθιστώντας τον εξαρτώμενο από τις διαθέσεις τους. Ακόμα και επαρχίες κοντά στη Βαγδάτη άρχισαν να αναζητούν τότε την τοπική δυναστική εξουσία.

Διαίρεση σε αυτόνομα δυναστικά κράτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αββασιδική ηγεσία χρειάστηκε να εργαστεί σκληρά κατά το δεύτερο μισό του 8ου αιώνα (750-800), υπό αρκετούς ικανούς χαλίφηδες και τους βεζίρηδές τους, ώστε να ξεπεράσει τις πολιτικές προκλήσεις που αντιμετώπιζε λόγω της αχανούς φύσης της αυτοκρατορίας, την επακόλουθη περιορισμένη δυνατότητα τάχιστης επικοινωνίας μεταξύ των διάφορων περιοχών της, καθώς και για να εισαγάγει διοικητικές αλλαγές ώστε να διατηρήσει την τάξη.

Παρότι οι Βυζαντινοί μάχονταν την αββασιδική εξουσία στη Συρία και τις παρυφές της Ανατολίας, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά την περίοδο αυτή ήταν μικρής κλίμακας, καθότι το χαλιφάτο εστίαζε τότε την προσοχή του στις εσωτερικές του υποθέσεις, όπως αυτή των τοπικών διοικητών, οι οποίοι στα πλαίσια της καθορισμένης διοικητικής δομής, λειτουργούσαν κυρίως ανεξάρτητα από την κεντρική εξουσία. Το πρόβλημα που αντιμετώπιζαν οι χαλίφηδες ήταν ότι οι κυβερνήτες αυτοί είχαν αρχίσει προσπάθειες για να κερδίσουν μεγαλύτερη αυτονομία, χρησιμοποιώντας την αυξανόμενη εξουσία τους για να καθιερώσουν την κληρονομική διαδοχή στα εδάφη που διοικούσαν.

Την ίδια ώρα, οι Αββασίδες αντιμετώπιζαν προκλήσεις κοντά στην καρδιά της αυτοκρατορίας τους. Στο Χορασάν της βόρειας Περσίας, πρώην υποστηρικτές του χαλιφάτου είχαν αποσκιρτήσει, δημιουργώντας ξεχωριστό βασίλειο. Ο χαλίφης Χαρούν αρ-Ρασίντ (786–809) συγκρούστηκε με τους Βαρμακίδες, εξολοθρεύοντας τα περισσότερα μέλη της φημισμένης αυτής οικογένειας. Την ίδια χρονική περίοδο, αρκετές φατρίες ξεκίνησαν να εγκαταλείπουν την αυτοκρατορία για άλλα εδάφη ή προσπάθησαν να αποκτήσουν τον έλεγχο σε απομακρυσμένα τμήματα αυτής, μακριά από τον πυρήνα της εξουσίας των Αββασιδών.

Έως το 820, οι Σαμανίδες είχαν ξεκινήσει τη διαδικασία άσκησης ανεξάρτητης εξουσίας στην Υπερωξιανή και το Μεγάλο Χορασάν, όπως οι σιίτες Χαμδανίδες στη βόρεια Συρία και οι διάδοχες δυναστείες των Ταχιριδών και Σαφαριδών στο Ιράν. Ειδικά μετά την περίοδο της "Αναρχίας στη Σαμάρα", η κεντρική εξουσία των Αββασιδών εξασθένησε και φυγόκεντρες τάσεις εμφανίστηκαν πιο καθαρά στις επαρχίες του χαλιφάτου.

Στις αρχές του 10ου αιώνα, οι Αββασίδες σχεδόν απώλεσαν τον έλεγχο του Ιράκ από διάφορους εμίρηδες και ο χαλίφης Αρ-Ραντί εξαναγκάστηκε να αναγνωρίσει την εξουσία τους, δημιουργώντας το αξίωμα του "αμίρ αλ-ουμάρα" (Πρίγκηπα των Πριγκήπων), στρατιωτικό αξίωμα που υποκατέστησε τον χαλίφη σην άσκηση της πραγματικής εξουσίας, αφήνοντάς του μόνο την τυπική πλευρά της. Λίγο μετά, μια περσική δαϋλαμιτική φατρία γνωστή ως Μπουγίδες, σάρωσε την πολιτική σκηνή και απέκτησε τον έλεγχο της γραφειοκρατικής δομής στη Βαγδάτη. Σύμφωνα με την ιστορία του Πέρση κρατικού αξιωματούχου Ιμπν Μισκαβεΰ, άρχισαν να μοιράζουν ικτάς (φέουδα) στους υποστηρικτές τους.

Εκτός του Ιράκ, όλες οι αυτόνομες επαρχίες αργά και σταδιακά απέκτησαν χαρακτηριστικά ντε φάκτο κρατών με κληρονομική ηγεσία, στρατούς και έσοδα, επιχειρώντας μεν υπό την τυπική επικυριαρχία του χαλίφη, η οποία όμως δε συνεπαγόταν και αναγκαστική εισφορά στο ταμείο του χαλιφάτου, όπως έκαναν οι Σοόμρο εμίρηδες που είχαν αποκτήσει τον έλεγχο της Σινδικής και κυβερνούσαν την επαρχία τους από την πρωτεύουσά τους, Μανσούρα. Ο Γαζναβίδης Μαχμούντ πήρε τον τίτλο του σουλτάνου, σε αντίθεση με αυτόν του εμίρη που χρησιμοποιείτο ώς τότε, σηματοδοτώντας την ανεξαρτησία της Αυτοκρατορίας των Γαζναβιδών από την εξουσία του Αββασίδη χαλίφη, παρά τις επιδεικτικές εκδηλώσεις σουνιτικής "ορθοδοξίας" και την αναφορά του ονόματος του χαλίφη στις διάφορες τελετουργίες. Τον 11ο αιώνα, η έλλειψη σεβασμού στην εξουσία του χαλίφη συνεχίστηκε, καθώς κάποιοι ισλαμιστές ηγέτες δε μνημόνευαν πλέον το όνομά του στην προσευχή της Παρασκευής, ή δεν χάραζαν τη μορφή του στα νομίσματα των επαρχιών τους.

Η σιιτική ισμαηλιτική δυναστεία των Φατιμιδών στο Κάιρο ανταγωνιζόταν τους Αββασίδες για τον επίτιμο τίτλο του ηγέτη της ισλαμικής ούμμα (θρησκευτικής κοινότητας των μουσουλμάνων). Οι Φατιμίδες ασκούσαν μάλιστα επιρροή σε σιιτικά τμήματα της πόλης της Βαγδάτης (όπως η περιοχή-προάστιο Καρχ), παρόλο που η Βαγδάτη ήταν η πιο στενά συνδεδεμένη με τους Αββασίδες πόλη, ακόμα και την εποχή των Μπουγιδών και των Σελτζούκων. Η κόντρα των δύο χαλιφάτων έληξε με την πτώση των Φατιμιδών το δεύτερο μισό του 12ου αιώνα.

Αυτόνομες κρατικές οντότητες (δυναστείες):

Κυριαρχία των Μπουγιδών και των Σελτζούκων (978-1118)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά τη δύναμη των Μπουγιδών εμίρηδων, οι Αββασίδες διατήρησαν μια αυστηρά τυπολατρική Αυλή στη Βαγδάτη, όπως περιγράφεται από τον Μπουγίδη γραφειοκράτη Χιλάλ αλ-Σαμπί, και διατήρησαν επίσης ένα βαθμό επιρροής στα πολιτικά και θρησκευτικά ζητήματα της Βαγδάτης, λόγω της αίγλης που ασκούσαν στον απλό μουσουλμανικό κόσμο, γεγονός που ελάμβαναν υπόψη οι διάφορες φατρίες που τους είχαν πλέον ως μαριονέτες τους, τηρώντας κάποια προσχήματα. Καθώς η εξουσία των Μπουγιδών εξασθενούσε μετά το θάνατο του εμίρη του Ιράκ, Φαρς και Κερμάν, Μπαχά αντ-Ντάουλα, οι Αββασίδες κατάφεραν να ανακτήσουν κάποιο βαθμό εξουσίας. Ο χαλίφης Αλ-Καντίρ, για παράδειγμα, οδήγησε την ιδεολογική πάλη εναντίον των σιιτών με γραπτά κείμενα όπως το Μανιφέστο της Βαγδάτης. Οι χαλίφηδες διατήρησαν την τάξη στη Βαγδάτη, επιχειρώντας να εμποδίσουν το ξέσπασμα διχόνοιας (φίτνα) στην πρωτεύουσα, συχνά διαξιφιζόμενοι με τους Αγιάρους (τάξη πολεμιστών, μελών μικροαστικών και μεσοαστικών εθνικιστικών-τοπικιστικών ισλαμικών οργανώσεων).

Με τη δυναστεία των Μπουγιδών υπό εξαφάνιση, δημιουργήθηκε ένα κενό εξουσίας το οποίο καλύφθηκε τελικώς από τους Σελτζούκους Τούρκους, κλάδο των Ογούζων Τούρκων. Όταν ο εμίρης (πρώην σκλάβος) Μπασασιρί ύψωσε τα λάβαρα της σιιτικής φατρίας των Φατιμιδών στη Βαγδάτη το 1058, ο σουνίτης Αββασίδης χαλίφης Αλ-Κάιμ ήταν ανήμπορος να αντιδράσει χωρίς εξωτερική βοήθεια. Ο Τογρούλ μπέης, σουλτάνος των Σελτζούκων, αποκατέστησε το σουνιτικό έλεγχο στη Βαγδάτη και ενσωμάτωσε το Ιράκ στα εδάφη της δυναστείας του. Άλλη μια φορά, οι Αββασίδες ήταν υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουν μια στρατιωτική δύναμη που δεν μπορούσαν να νικήσουν, παρόλο που ο Αββασίδης χαλίφης παρέμεινε τυπικά ηγέτης της ισλαμικής κοινότητας. Οι διάδοχοι Σελτζούκοι σουλτάνοι Αλπ Αρσλάν και Μαλίκ Σαχ, καθώς και ο βεζίρης Νιζάμ αλ-Μουλκ, είχαν την έδρα τους στην Περσία, αλλά διατηρούσαν την εξουσία πάνω στους Αββασίδες της Βαγδάτης. Όταν η δυναστεία άρχισε να εξασθενεί το 12ο αιώνα, οι Αββασίδες κέρδισαν μεγαλύτερη ανεξαρτησία για ακόμα μια φορά.

Αναζωογόνηση της στρατιωτικής δύναμης (1118–1258)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ ο χαλίφης Αλ-Μουταρσίντ ήταν ο πρώτος χαλίφης που έφτιαξε στρατό ικανό να αντιμετωπίσει το σελτζουκικό στρατό σε μάχη, ηττήθηκε παραταύτα το 1135 και σύντομα δολοφονήθηκε. Ο χαλίφης Aλ-Μουκταφί ήταν ο πρώτος Aββασίδης χαλίφης που ανέκτησε την πλήρη στρατιωτική ανεξαρτησία του χαλιφάτου, με τη βοήθεια του βεζίρη του, Αούν αντ-Ντιν ιμπν Χουμπάυρα. Μετά από σχεδόν 250 χρόνια υποταγής σε ξένες δυναστείες, κατάφερε να υπερασπιστεί τη Βαγδάτη κατά την πολιορκία της από τους Σελτζούκους το 1157, εξασφαλίζοντας έτσι το Ιράκ για τους Αββασίδες.

Η χαλιφεία του Aν-Νάσιρ (πέθανε το 1225) ισχυροποίησε την εξουσία του χαλιφάτου σε όλη την περιοχή του Ιράκ, βασισμένη στις αδελφότητες των σουφιστών που ο ίδιος ο χαλίφης καθοδηγούσε. Αργότερα, ο χαλίφης Αλ-Μουστανσίρ ίδρυσε τη Σχολή Μουστανσιρίγια, σε μια προσπάθεια να εξαλείψει την επίδραση της Σχολής Νιζαμίγια που είχε ιδρύσει ο Νιζάμ αλ-Μουλκ κατά τη σελτζουκική εποχή.

Εισβολή των Μογγόλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1206, ο Τζενγκίς Χαν ίδρυσε μια πανίσχυρη δυναστεία μετά από συνένωση φυλών των Μογγόλων της Κεντρικής Ασίας. Κατά τη διάρκεια του 13ου αιώνα, η Αυτοκρατορία των Μογγόλων κατέκτησε το μεγαλύτερο τμήμα της Ευρασίας, περιλαμβάνοντας τόσο την Κίνα στην Ανατολή όσο και ένα μεγάλο τμήμα του παλαιού ισλαμικού χαλιφάτου στη Δύση, καθώς και τους Ρως του Κράτους του Κιέβου στα βορειοδυτικά. Η καταστροφή της Βαγδάτης από το χάνο Xoυλεγκού το 1258, παραδοσιακά θεωρείται ως το τέλος της "Χρυσής Εποχής" του ισλαμικού χαλιφάτου.

Ο Xoυλεγκού χαν λεηλάτησε και κατέστρεψε τη Βαγδάτη στις 10 Φεβρουαρίου 1258, προκαλώντας μεγάλες απώλειες ζωών. Οι μουσουλμάνοι φοβόντουσαν ότι μια υπερφυσική καταστροφή θα συνέβαινε αν χυνόταν το αίμα του τελευταίου Αββασίδη χαλίφη στη Βαγδάτη, Aλ-Μουστασίμ, απευθείας απόγονου του θείου του Μωάμεθ, Αμπάς ιμπν Αμπντ αλ-Μουτάλιμπ. Οι σιίτες της Περσίας δήλωσαν ότι δεν είχε ξανασυμβεί τέτοια καταστροφή στο μουσουλμανικό κόσμο μετά το θάνατο του σιίτη ιμάμη Χουσεΐν. Παρόλα αυτά, ως προφύλαξη και εξαιτίας μιας προκατάληψης των Μογγόλων που απαγόρευε να χύσουν βασιλικό αίμα, ο Χουλεγκού χαν τύλιξε τον Αλ-Μουστασίμ σε ένα χαλί και τον έβαλε να ποδοπατηθεί από άλογα στις 20 Φεβρουαρίου 1258. Η στενή οικογένεια του χαλίφη επίσης εκτελέστηκε, με τη μόνη εξαίρεση του νεότερου γιου του που στάλθηκε ως δούλος στη Μογγολία, και μιας κόρης του που έγινε σκλάβα στο χαρέμι του Χουλεγκού.

Χαλιφάτο (αββασιδικό) του Καΐρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον 9ο αιώνα, οι Αββασίδες δημιούργησαν ένα στρατό πιστό μόνο στο χαλιφάτο τους, από στρατιώτες μη αραβικής καταγωγής, γνωστούς ως Μαμελούκους. Η δύναμη αυτή, που δημιουργήθηκε κατά τη χαλιφεία του Αλ-Μαμούν (813-833) και του αδελφού του και διαδόχου του, Αλ-Μουτασίμ (833–842), απέτρεψε την περαιτέρω αποδιάλυση της αυτοκρατορίας.

Η λέξη Μαμελούκος (μαμλούκ στα αραβικά) σημαίνει "λευκός σκλάβος". Ο μαμελουκικός στρατός, αν και συχνά βοήθησε ταυτόχρονα ζημίωσε το χαλιφάτο, προσφέροντας στην κυβέρνηση μια σταθερή δύναμη ώστε να αντιμετωπίσει τα εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα, αλλά και δημιουργώντας παράλληλα σημαντικά προβλήματα. Η δημιουργία του ξένου αυτού στρατού και η μεταφορά από τον χαλίφη Αλ-Μουστασίμ της πρωτεύουσας από τη Βαγδάτη στη Σαμάρα, επέφερε τη διένεξη ανάμεσα στο χαλιφάτο και τους υπηκόους του, ενώ κατέστησε τον χαλίφη όμηρο των τουρκικής καταγωγής στρατιωτικών αρχηγών. Επιπρόσθετα, η δύναμη των Μαμελούκων σταδιακά αυξανόταν, μέχρι που ο χαλίφης Αρ-Ραντί (934–941) αναγκάστηκε να παραδώσει τις περισσότερες εξουσίες του στον Μαμελούκο αξιωματούχο Μουχάμμαντ ιμπν Ράικ (Χάζαρο στην καταγωγή), διατηρώντας ένα διακοσμητικό περισσότερο ρόλο.

Οι Μαμελούκοι τελικώς ανήλθαν στην ηγεσία της Αιγύπτου. Το 1261, μετά την καταστροφή της Βαγδάτης από τους Μογγόλους, οι Μαμελούκοι αφέντες της Αιγύπτου επανίδρυσαν, στο Κάιρο αυτή τη φορά, το αββασιδικό χαλιφάτο. Ο πρώτος Αββασίδης χαλίφης του Καΐρου ήταν ο Αλ-Μουστανσίρ. Οι Αββασίδες χαλίφηδες στην Αίγυπτο διατήρησαν το κύρος τους και κάποιες εξουσίες, αλλά αυτές ήταν περιορισμένες σε θρησκευτικά ζητήματα. Το αββασιδικό χαλιφάτο του Καΐρου διατηρήθηκε μέχρι τον καιρό του χαλίφη Αλ-Μουταουακκίλ Γ΄, ο οποίος πιάστηκε αιχμάλωτος από τον Οθωμανό σουλτάνο Σελίμ Α΄ και μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου είχε καθαρά τυπικό ρόλο, για να νομιμοποιήσει το σφετερισμό και συνέχιση της κληρονομιάς του χαλιφάτου από τους Οθωμανούς, οι οποίοι τη διεκδικούσαν για πολιτικούς λόγους.

Χανάτο της Μπαστάκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1258, χρόνο της πτώσης της Βαγδάτης στους Μογγόλους, και μετά την καταστροφή της πόλης, λίγα επιζώντα μέλη της δυναστείας των Αββασιδών, υπό την ηγεσία του πρεσβύτερου ανάμεσά τους, Ισμαΐλ Β΄ ιμπν Χάμζα ιμπν Άχμαντ ιμπν Μοχάμμεντ, κατέφυγαν στην περιοχή της Φαρς στη νότια Περσία. Εκεί εγκαταστάθηκαν στην πόλη Χοντζ, σπουδαίο τότε κέντρο των γραμμάτων. Στην πόλη αυτή γεννήθηκε πέντε χρόνια μετά, ο σεΐχης Αμπντουλσαλάμ Χόντζι (1263-1348 μ.Χ.), εγγονός του Ισμαΐλ Β΄, που έγινε σπουδαίος θρησκευτικός λόγιος και αγιοποιήθηκε από τους Σουφιστές, αποτελώντας ιερή μορφή για τον τοπικό πληθυσμό. Ο τάφος του υπάρχει ακόμα στη Χοντζ και τον επισκέπτονται πολλοί μουσουλμάνοι απ' όλο τον κόσμο.

Οι απόγονοι του σεΐχη Αμπντουλσαλάμ Χόντζι ήταν θρησκευτικοί λόγιοι και ταγοί, που απολάμβαναν μεγάλου σεβασμού και φήμης για πολλές γενιές. Ένας τέτοιος άμεσος απόγονος του Αμπντουλσαλάμ Χόντζι, ο σεΐχης Μοχάμμεντ ο Πρεσβύτερος, μετακόμισε γύρω στα 1507 στην πόλη Μπαστάκ. Ο εγγονός του, επίσης σεΐχης Μοχάμμεντ ο Πρεσβύτερος, εγκαταστάθηκε στη Χοντζ για ένα διάστημα, αλλά εξαιτίας της αυξανόμενης δύναμης των Σαφαβιδών μετακόμισε το 1540 μόνιμα στη Μπαστάκ, όπως είχε κάνει παλαιότερα ο παππούς του. Ο δικός του εγγονός, σεΐχης Χάσαν (ή μουλάς Χάσαν) (πέθανε το 1691), είναι ο κοινός πρόγονος όλων των Αββασιδών της Μπαστάκ και των γύρω περιοχών.

Τα εγγόνια του σεΐχη Χάσαν, ο σεΐχης Μοχάμμεντ Σαγιέντ (1703–1759) και ο σεΐχης Μοχάμμεντ Χαν Μπαστακί (1720–1804), έγιναν οι πρώτοι δύο Αββασίδες κυβερνήτες της περιοχής. Το 1744, ο σεΐχης Μοχάμμεντ Σαγιέντ, άρχισε να συγκεντρώνει ενισχύσεις για την τελική κατάληψη της πόλης Λαρ, την οποία κατέλαβε και κυβέρνησε με τα υποτελή εδάφη της για 12 με 14 χρόνια πριν πεθάνει το 1759. Ο αδελφός του, σεΐχης Μοχάμμεντ Χαν Μπαστακί, που ήταν στο μεταξύ κυβερνήτης της Μπαστάκ και της περιοχής της Τζαχανγκιρίγιε, έφυγε το 1768 για το κάστρο Ντιντεχμπάν, αφήνοντας τη Μπαστάκ και τα γύρω εδάφη στα χέρια του μεγαλύτερου γιου του, σεΐχη Μοχάμμεντ Σαντέκ και του εξάδελφού του, Αγά Χάσαν Χαν.

Ο σεΐχης Μοχάμμεντ Χαν κυβέρνησε την περιοχή Τζαχανγκιρίγιε από το κάστρο του Ντιντεχμπάν για μια περίοδο 20 με 24 χρόνων, αναφερόμενος εξ΄ αυτού και ως σεΐχης Μοχάμμεντ "Ντιντεχμπάν". Τελικώς, επέστρεψε στη Μπαστάκ και συνέχισε να κυβερνά από εκεί μέχρι το θάνατό του. Στην ακμή της εξουσίας του, το Χανάτο της Μπαστάκ περιελάμβανε όχι μόνο την περιοχή της Τζαχανγκιρίγιε, αλλά και τη Λαρ και το Μπαντάρ Αμπάς καθώς και τα υποτελή τους εδάφη, όπως και αρκετά νησιά στον Περσικό Κόλπο. Ο σεΐχης Μοχάμμεντ Χαν Μπαστακί υπήρξε ο πρώτος Αββασίδης κυβερνήτης της Μπαστάκ που πήρε τον τίτλο του Χάνου. Ο τίτλος παρέμεινε σε όλους τους διαδόχους Αββασίδες κυβερνήτες της Μπαστάκ και της Τζαχανγκιρίγιε.

Ο τελευταίος Αββασίδης χάνος της Μπαστάκ και της Τζαχανγκιρίγιε ήταν ο Μοχάμμεντ Α΄ Μπανιαμπασιάν. Έγραψε το βιβλίο "Ταρίχ-ε Τζαχανγκιρίγιε βα Μπαναμπασιάν-ε Μπαστάκ" (1962), όπου περιγράφει την ιστορία της περιοχής και της οικογένειας των Αββασιδών που την κυβέρνησε. Ο Μοχάμμεντ Α΄ Μπανιαμπασιάν πέθανε το 1967, σηματοδοτώντας το τέλος της αββασιδικής ηγεμονίας στη Μπαστάκ.

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περίοδος της διακυβέρνησης των Αββασιδών αποκαλείται επίσης ως η Ισλαμική χρυσή εποχή,[1] η οποία αντιστοιχεί στα μέσα του 8ου αιώνα και τη μεταφορά της πρωτεύουσας τους από τη Δαμασκό στη Βαγδάτη, έως τα μέσα του 13ου και τις εισβολές των Μογγόλων.[2] Κατά την περίοδο αυτή ο μουσουλμανικός κόσμος υπήρξε ένα από τα κέντρα μελετών της επιστήμης, φιλοσοφίας, ιατρικής και της εκπαίδευσης,[2] καθώς οι Αββασίδες επεδίωκαν την συστηματική καταγραφή της γνώσης, ιδρύοντας παράλληλα τον Οίκο της Σοφίας -βιβλιοθήκη και είδος πανεπιστημίου- στη Βαγδάτη, όπου άνθρωποι όλων των θρησκειών ήταν δεκτοί και συμμετείχαν στην καταγραφή όλης της γνώσης στην αραβική γλώσσα.[2] Με την εξαίρεση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, πολλά από τα ελληνικά έργα της κλασικής αρχαιότητας πιθανώς δεν θα είχαν διασωθεί εάν δεν είχαν μεταφραστεί στα αραβικά και περσικά και κατόπιν στα τουρκικά, εβραϊκά και λατινικά του Μεσαίωνα.[2] Κατά τους αιώνες αυτούς ο μουσουλμανικός κόσμος αποτελούσε σημείο μείξης των διαφόρων πολιτισμών της αρχαιότητας, από τους οποίους συνέλεξε, συνέθεσε και επαύξησε τη γνώση,[2] σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης σκέψης, όπως την αστρονομία, αλχημεία, μαθηματικά, ιατρική, οπτική κ.α.[3].

Αλλά και στις τέχνες, όπως η καλλιγραφία, ζωγραφική, και λογοτεχνία, οι Αββασίδες είχαν μεγάλη επιρροή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της λογοτεχνίας κατά την αββασιδική περίοδο αποτελεί η συλλογή φανταστικών διηγημάτων με τίτλο Χίλιες και μια νύχτες, η οποία πιθανώς πρόκειται για αραβική μετάφραση παλαιοτέρων περσικών ιστοριών της εποχής των Σασσανιδών αλλά και άλλων λαών της Μέσης Ανατολής, και πρόκειται για έργο το οποίο μορφοποιήθηκε σταδιακά στην τελική μορφή του από τον 10ο έως τον 14ο αιώνα.[4][5][6] Πολλοί από τους χαρακτήρες των συλλογών του έργου, έγιναν αυτοτελώς διάσημοι και απέκτησαν τη δική τους μυθιστορηματική παράδοση και επιρροή, όπως ο Αλαντίν και το λυχνάρι, ο Σεβάχ ο Θαλασσινός, και ο Αλί Μπαμπά και οι 40 κλέφτες. Παράλληλα αρκετά από τα στοιχεία της περσικής μυθολογίας, όπως τα τζίνι, έχουν ενσωματωθεί ως χαρακτήρες στα διηγήματα αυτά.

Κατάλογος Αββασιδών χαλίφηδων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το γενεαλογικό δένδρο της οικογένειας των Αββασιδών. Με πράσινο χρώμα, οι Αββασίδες χαλίφηδες της Βαγδάτης. Με κίτρινο χρώμα, οι Αββασίδες χαλίφηδες του Καΐρου. Ο Προφήτης Μωάμεθ και οι απόγονοί του περιλαμβάνονται στα λευκά κουτάκια, όπου φαίνονται οι δεσμοί συγγένειάς τους με τους Αββασίδες.
Χαλίφης Περίοδος Χαλιφείας
Χαλίφηδες της Βαγδάτης
Ας-Σαφφάχ 750–754
Αλ-Μανσούρ 754–775
Αλ-Μάχντι 775–785
Αλ-Χαντί 785–786
Χαρούν Αρ-Ρασίντ 786–809
Αλ-Αμίν 809–813
Αλ-Μαμούν 813–833
Αλ-Μουτασίμ 833–842
Αλ-Ουαθίκ 842–847
Αλ-Μουταουακκίλ 847–861
Αλ-Μουντασίρ 861–862
Αλ-Μουσταΐν 862–866
Αλ-Μουτάζ 866–869
Αλ-Μουχταντί 869–870
Αλ-Μουταμίντ 870–892
Αλ-Μουταντίντ 892–902
Αλ-Μουκταφί 902–908
Αλ-Μουκταντίρ 908–932
Αλ-Καχίρ 932–934
Αρ-Ραντί 934–940
Αλ-Μουτακί 940–944
Αλ-Μουστακφί 944–946
Αλ-Μουτί 946–974
Ατ-Ταΐ 974–991
Αλ-Καντίρ 991–1031
Αλ-Kάιμ 1031–1075
Αλ-Μουκταντί 1075–1094
Αλ-Μουσταζίρ 1094–1118
Αλ-Μουσταρσίντ 1118–1135
Αρ-Ρασίντ 1135–1136
Αλ-Μουκταφί 1136–1160
Αλ-Μουσταντζίντ 1160–1170
Αλ-Μουσταντί 1170–1180
Αν-Νάσιρ 1180–1225
Αζ-Ζαχίρ 1225–1226
Αλ-Μουστανσίρ 1226–1242
Αλ-Μουστασίμ 1242–1258
Χαλίφηδες του Καΐρου
Αλ-Μουστανσίρ 1261–1262
Αλ-Χακίμ Α΄ (του Καΐρου) 1262–1302
Αλ-Μουστακφί Α΄ (του Καΐρου) 1303–1340
Αλ-Ουαθίκ Α΄ (του Καΐρου) 1340–1341
Αλ-Χακίμ Β΄ (του Καΐρου) 1341–1352
Αλ-Μουταντίντ Α΄ (του Καΐρου) 1352–1362
Αλ-Μουταουακκίλ Α΄ (του Καΐρου) 1362–1383
Αλ-Ουαθίκ Β΄ (του Καΐρου) 1383–1386
Αλ-Μουτασίμ 1386–1389
Αλ-Μουταουακκίλ Α΄ (αποκαταστάθηκε) 1389–1406
Αλ-Μουσταΐν 1406–1414
Αλ-Μουταντίντ Β΄ (του Καΐρου) 1414–1441
Αλ-Μουστακφί Β΄ (του Καΐρου) 1441–1451
Αλ-Kάιμ 1451–1455
Αλ-Μουσταντζίντ 1455–1479
Αλ-Μουταουακκίλ Β΄ (του Καΐρου) 1479–1497
Αλ-Μουσταμσίκ 1497–1508
Αλ-Μουταουακκίλ Γ΄ (του Καΐρου) 1508–1517

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Abbas 2011, σελ. 9
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 Gregorian 2003
  3. Huff 2003, σελ. 48
  4. Grant & Clute 1999, σελ. 51.
  5. de Camp 1976, σελ. 10
  6. Grant & Clute 1999, σελ. 52

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]