Ιωσήφ Βρίγγας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ιωσήφ Βρίγγας
Θάνατος
Υπηκοότητα / Χώρα πολιτογράφησης Βυζαντινή Αυτοκρατορία
Ιδιότητα δημόσιος υπάλληλος

Ο Ιωσήφ Βρίγγας (... – 965) ήταν Βυζαντινός αξιωματούχος κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ' (945–959) και του αυτοκράτορα Ρωμανού Β' (959–963), υπηρετώντας ως αντιβασιλέας κατά τη βασιλεία του τελευταίου.

Βίος-δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η καταγωγή του είναι άγνωστη αφού δεν υπάρχουν διαθέσιμες αρκετές πληροφορίες. Πιθανολογείται πως είχε ή απέκτησε στη συνέχεια επιρροή επειδή από την οικογένειά του προερχόταν ο κατοπινός αυτοκράτορας Μιχαήλ ΣΤ'. Η πρώτη αναφορά στο όνομά του συνδέεται με την ανάδειξή του σε σακελλάριο ενώ ήδη κατείχε το αξίωμα του πραιπόσιτου και πατρίκιου -δηλαδή του μεσάζοντος ανάμεσα στον αυτοκράτορα και τους υπόλοιπους αξιωματούχους. Τα γεγονότα αυτά τοποθετούνται μεταξύ Απριλίου και Μαΐου του 956 μ.Χ. Την ίδια εποχή πρέπει να έλαβε και το αξίωμα του δρουγγάριου του πλωίμου.[1] Στην τελευταία περίοδο της διακυβέρνησης από τον Κωνσταντίνο Ζʹ Πορφυρογέννητο η ισχύς του αυξήθηκε καθώς ο αυτοκράτορας του ανέθεσε να εποπτεύει τον γιο και διάδοχό του Ρωμανό Β', ενώ το αρνήθηκε στον Βασίλειο Λακαπηνό.[2]

Η περίοδος διακυβέρνησης της αυτοκρατορίας από τον Ρωμανό Βʹ δεν ήταν λιγότερο ευνοϊκή για τον Βρίγγα. Η εξουσία του ενισχύθηκε σημαντικά καθώς «Την δε της βασιλείας διοίκησιν υπό τον πραιπόσιτον και παρακοιμώμενον τον Βρίγγαν Ιωσήφ εποιήσατο...», όπως αναφέρει ο Ιωάννης Ζωναράς.[3][4] Έτσι, έλαβε τους τίτλους του παραδυναστεύοντος και του παρακοιμώμενου διαδεχόμενος τον Βασίλειο Λακαπηνό. Σημαντικός είναι ο ρόλος του στην ανανέωση του προσωπικού του κρατικού μηχανισμού, στα πιο υψηλά κλιμάκιά του. Οι νεώτεροι ερευνητές θεωρούν καθοριστική τη συμβολή του στην προετοιμασία και εξέλιξη της εκστρατείας των Βυζαντινών με σκοπό την ανάκτηση της Κρήτης το 961. Μάλιστα ήταν ο εισηγητής της ανάληψης της ηγεσίας της συγκεκριμένης πολεμικής επιχείρησης από τον Νικηφόρο Φωκά.[5] Προβλήματα τα οποία ανέκυψαν κατά την πολιορκία του Χάνδακα και που συνδέονταν με την σίτιση των πολιορκητών αντιμετωπίστηκαν επιτυχώς από τον Βρίγγα με την αποστολή μεγάλων ποσοτήτων σιταριού και άλλων εφοδίων στο στρατόπεδο των πολιορκητών.[6] Την ίδια χρονιά απέτρεψε συνωμοσία, που του αποκαλύφθηκε, σε βάρος του Ρωμανού.[7]

Όταν ο Ρωμανός Βʹ πέθανε στις 15 Μαρτίου του 963 ο Βρίγγας, ως παραδυναστεύων, ανέλαβε τη διεκπεραίωση των διοικητικών υποθέσεων της αυτοκρατορίας. Η Θεοφανώ, επιθυμώντας την προστασία της θέσης της και των ανήλικων τέκνων της, αναζήτησε ισχυρό στήριγμα στον Νικηφόρο Φωκά.[8] Ο Βρίγγας, επειδή φοβόταν πιθανό παραγκωνισμό του από τον δημοφιλή Νικηφόρο Φωκά ήταν αρνητικός στην προοπτική ανάρρησής του στον θρόνο. Ο Φωκάς με διπλωματικότητα προσπάθησε να τον καθησυχάσει πως δεν επιδίωκε να παρακάμψει τους νόμιμους διαδόχους του θρόνου. Όμως ο Βρίγγας δεν έμεινε άπραγος και θέλησε να τον τυφλώσει[9] αλλά και να προσεταιριστεί, ανεπιτυχώς, στρατηγούς εναντίον του.[10]

Τα σχέδιά του δεν άργησαν να αποκαλυφθούν από τα ίδια τα πρόσωπα που ο Βρίγγας ήθελε να προσεταιριστεί, τον Ιωάννη Τζιμισκή και τον Ρωμανό Κουρκούα. Με την ανάρρησή του στο θρόνο ο Νικηφόρος Φωκάς ζήτησε από τον Βρίγγα να τον αναγνωρίσει. Τα γεγονότα εξελίχτηκαν ραγδαία και εκδηλώθηκε εξέγερση εναντίον του Βρίγγα στην Κωνσταντινούπολη. Σημειώθηκαν συμπλοκές και λεηλασίες των περιουσιών του Βρίγγα και των λιγοστών οπαδών του. Η άφιξη στην πρωτεύουσα των στρατευμάτων του Νικηφόρου Φωκά έκρινε την έκβαση των γεγονότων, μετά την οποία ο Βρίγγας θα κατέφυγε ικέτης στην Αγία Σοφία Τελικά εξορίστηκε στην Παφλαγονία και ύστερα από σύντομο χρονικό διάστημα στο μοναστήρι του Ασηκρήτις στα Πύθια. Εκεί πέθανε μετά από δύο χρόνια, το 965.[11]

Ιστορική και κοινωνιολογική ερμηνεία της διαμάχης Βρίγγα-Φωκά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H διαμάχη για την εξουσία ανάμεσα στον Ιωσήφ Βρίγγα και τον Νικηφόρο Β' Φωκά εντάσσεται στην ευρύτερη διαμάχη μεταξύ της κεντρικής εξουσίας και της αριστοκρατίας της γης, η οποία χαρακτηρίζει την πολιτική ζωή της αυτοκρατορίας εκείνη την περίοδο.[12]

Ο Βρίγγας αντιπροσώπευε την κρατική εξουσία και ο Νικηφόρος Β' Φωκάς την μεγάλη επαρχιακή αριστοκρατία της γης. Ο Βρίγγας ανήκε στην κωνσταντινουπολίτικη γραφειοκρατική αριστοκρατία. Τα μέλη της ομάδας αυτής ζούσαν από τους μισθούς που εισέπρατταν και επειδή στερούνταν του δικαιώματος να επιδίδονται σε εμπορικές επιχειρήσεις κυρίως επένδυαν τα λεφτά τους σε ακίνητα. Συνδυάζοντας οικονομική ευμάρεια και υψηλή κοινωνική θέση, δεν είχαν περισσότερη πολιτική δύναμη από όση τους εξασφάλιζαν τα κρατικά λειτουργήματα που ασκούσαν. Ως όργανα της κεντρικής γραφειοκρατίας εκφράζονταν πολιτικά με την επιρροή που ασκούσαν στον αυτοκράτορα, με τον οποίον ήταν σε συνεχή επαφή. Από την άλλη μεριά τα μέλη της αριστοκρατίας των επαρχιών αποτελούνταν από πολυμελείς οικογένειες, όπως οι Φωκάδες. Τα εισοδήματά τους προέρχονταν από την άσκηση των στρατιωτικών καθηκόντων τους και την είσπραξη των αντίστοιχων μισθών από το κράτος αλλά και από την κατοχή τεράστιας κτηματικής περιουσίας σε μια περιοχή. Η πολιτική δύναμή τους στην ιδιαίτερη πατρίδα τους οφειλόταν στην πολλαπλή εξάρτηση των ντόπιων καλλιεργητών της γης τους οι οποίοι ήταν ταυτόχρονα και οι στρατευμένοι τους στα σώματα που συγκροτούν αυτές οι οικογένειες.[13]

Έτσι η όλη δράση του Βρίγγα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντίδραση της τότε κρατικής εξουσίας απέναντι σε έναν εκπρόσωπο της μεγάλης επαρχιακής αριστοκρατίας, η οποία το 963 φαίνεται πως διέθετε μεγάλη επιρροή και ισχύ.[14]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Μαρκόπουλος, σελίδες 93–94.
  2. «...ο Κωνσταντίνος όρκισε τον Βρίγγα του διαφυλάξαι αυτόν (=τον γιο και διάδοχό του Ρωμανό Βʹ) τη αυτού εντρεχεία και πυκνώσει», Μαρκόπουλος, σελ. 95.
  3. Μαρκόπουλος, σελ. 95.
  4. «Mέση Βυζαντινή περίοδος (610-1204): Ρωμανός Βʹ». Ίδρυμα Μείζoνος Ελληνισμού. http://www.ime.gr/chronos/09/gr/p/867/main/p9.html. 
  5. Μαρκόπουλος, σελίδες 97–98.
  6. Παναγή, σελ. 50.
  7. Μαρκόπουλος, σελίδες 98–100.
  8. Θεοχαρούδης, σελίδες 35–36.
  9. Μαρκόπουλος, σελ. 103.
  10. Θεοχαρούδης, σελίδες 36–37.
  11. Μαρκόπουλος, σελίδες 105–106.
  12. Νικόλαος Σβορώνος, «Οικονομία-κοινωνία. Οι πολιτικοί και κοινωνικοί αγώνες», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. Η΄ (1979), σελ.211
  13. Νικόλαος Οικονομίδης, «Το Βυζαντινό κράτος στην ακμή της δυνάμεώς του. Κύριες πολιτικές δυνάμεις και δυναστική ιστορία», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. Η΄ (1979), σελ.98-99
  14. Μαρκόπουλος, σελ. 114.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]