Θεοτόκος του Φάρου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Θεοτόκος του Φάρου
Constantinople imperial district.png
Είδοςεκκλησία
ΑρχιτεκτονικήΒυζαντινή αρχιτεκτονική
Γεωγραφικές Συντεταγμένες41°0′21″N 28°58′38″E
Διοικητική υπαγωγήΚωνσταντινούπολη
ΧώραΤουρκία
Έναρξη κατασκευής8ος αιώνας

Η Θεοτόκος του Φάρου ήταν Βυζαντική εκκλησία στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν κτισμένη στο νότιο τμήμα του Μεγάλου Παλατιού και ονομάστηκε έτσι λόγω του φάρου που βρίσκονταν δίπλα της ακριβώς.[1] Στην εκκλησία ετούτη φυλάσσονταν μια από τις σημαντικότερες συλλογές των χριστιανικών κειμηλίων της Κωνσταντινούπολης.

Ιστορική αναδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκκλησία κτίστηκε ίσως τον 8ο αιώνα. Είναι η πρώτη που μνημονεύεται στο χρονικό του Θεοφάνη Ομολογητή. Στην εκκλησία αυτή τελέστηκε ο γάμος του Λέωντα Δ΄ και της Ειρήνης της Αθηναίας.[2] Η εκκλησία βρισκόταν κοντά στο τελετουργικό κέντρο του Μεγάλου Παλατιού, δηλαδή κοντά στη Χρυσοτρίκλινο (αίθουσα του θρόνου) και τα γειτονικά αυτοκρατορικά διαμερίσματα. Μετά το τέλος της εικονομαχίας ανοικοδομήθηκε και διακοσμήθηκε από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄.[2] Στα εγκαίνια της νέας διακόσμησης, ίσως το έτος 864 πραγματοποίησε ομιλία ο Πατριάρχης Φώτιος Α΄.[2][3] Μαζί με τις εκκλησίες του Αγίου Στεφάνου στο Ανάκτορο της Δάφνης και τη Νέα Εκκλησία, η Παναγία του Φάρου συντηρούσε μια από τις σημαντικότερες συλλογές χριστιανικών ιερών κειμηλίων. Κατά συνέπεια, και λόγω της εγγύτητάς της προς τα αυτοκρατορικά διαμερίσματα, έγινε μια από τις σημαντικότερες τελετουργικές τοποθεσίες του αυτοκρατορικού ανακτόρου.[4]

Ο ναός καταλήφθηκε το 1204 από τους Σταυροφόρους, και τα ιερά κειμήλια πέρασαν στην κατοχή του Βαλδουίνου Α'[5] και διαμοιράστηκαν μέσα στις επόμενες δεκαετίες, δόθηκαν δώρο σε διάφορους ισχυρούς ηγέτες της δυτικής Ευρώπης ή εκποιήθηκαν.[6] Ο ναός τελικά καταστράφηκε.[7]

Ιερά κειμήλια του Ναού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ναός είχε μια από τις πλουσιότερες και σημαντικότερες συλλογές κειμηλίων. Το 940 φυλάσσονταν εδώ η ιερή λόγχη και μέρος του τιμίου σταυρού. Εδώ βρίσκονταν το ιερό μανδήλιον το 944, τα οστά του δεξιού χεριού του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή το 945, οι σάνδαλοι του Ιησού και το ιερό κεράμιο το 960, επιστολή του Ιησού προς βασιλέα Αβγαρ το 1032. Σύμφωνα με μαρτυρίες του Νικόλαου Μεσαρίτη, σκευοφύλακα του Ναού και ταξιδιωτών όπως ο Αντώνιος του Νόβγκοροντ η συλλογή των κειμηλίων περιελάμβανε και πολλά άλλα ιερά αντικείμενα, όπως έναν ιερό ήλο, το αγκάθινο στεφάνι, ενδύματα του Ιησού Χριστού, τον πορφυρό μανδύα και την κάλαμο, και ένα κομμάτι από τον ιερό τάφο.[8][9]. Ως εκ τούτου, η εκκλησία αποκαλείτο από τους Βυζαντινούς με διάφορες επωνυμίες "όρος Σινά, Βηθλεέμ, Ιορδάνης, Ιερουσαλήμ, Ναζαρέτ, Βηθανία, Γαλιλαία, Τιβεριάς" [10]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Klein (2006), pp. 79–80
  2. 2,0 2,1 2,2 Maguire (2004), p. 55
  3. Mango (1986), pp. 185–186
  4. Klein (2006), p. 93
  5. Angold (2003), pp. 235–236
  6. Angold (2003), pp. 236–239
  7. Maguire (2004), p. 57
  8. Klein (2006), pp. 91–92
  9. Maguire (2004), pp. 56, 67–68
  10. Maguire (2004), p. 55

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Church of the Virgin of the Pharos της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).