Μεχμέτ Αλή Πασάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μεχμέτ Αλή Πασάς
Βαλής της Αιγύπτου
ModernEgypt, Muhammad Ali by Auguste Couder, BAP 17996.jpg
Πορτρέτο του 1840 του Μεχμέτ Αλή Πασά από τον Ογκίστ Κουντέ
Περίοδος 17 Μαΐου 1805 – 2 Μαρτίου 1848
Προκάτοχος Χουρσίτ Μεχμέτ Πασάς
Διάδοχος Ιμπραήμ Πασάς
Οίκος Δυναστεία Μεχμέτ Αλί
Πατέρας Ιμπραήμ Αγάς
Μητέρα Ζεϊνάμπ
Γέννηση 4 Μαρτίου 1769
Καβάλα, Οθωμανική Αυτοκρατορία
Θάνατος 2 Αυγούστου 1849 (80 ετών)
Αλεξάνδρεια, Οθωμανική Αυτοκρατορία
Commons page Πολυμέσα σχετικά με το θέμα
δεδομέναπ  σ  ε )
Ο Μεχμέτ Αλή πασάς σε σχέδιο του Λουί Ντυπρέ.

Ο Μεχμέτ Αλή ή Μωχάμετ Αλή Πασάς ή Μουχάμμαντ Άλι (1770 ή 17712 Αυγούστου 1849) ήταν βαλής της Αιγύπτου.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στην Καβάλα, το έτος Εγίρας 1184, που αντιστοιχεί στο δικό μας 1770-1771. Αργότερα, όταν ήταν πια κυρίαρχος της Αιγύπτου, ο ίδιος συνήθιζε να λέει σε Ευρωπαίους διπλωμάτες και ταξιδιώτες ότι είχε γεννηθεί το 1769, την ίδια χρονιά με τον Μέγα Ναπολέοντα. Η οικογένεια καταγόταν από το χωριό Ιλίτς στην ανατολική Μικρά Ασία, όπου ήταν κτηνοτρόφοι αλόγων. Κάποια στιγμή η οικογένεια μετακόμισε αρχικά στο Ούμαρ Μπεκίρ (Ömer Bekir) και από εκεί στην Ικόνιο (Konya). Εξαιτίας μιας βεντέτας εγκατέλειψαν το Ικόνιο και έφυγαν στην Καβάλα. Στην Καβάλα ο Ιμπραχίμ Αγά, o πατέρας του Μουχάμμαντ Άλι, παντρεύτηκε την Ζεϊνέμπ (Χαντρά), αδελφή (ή κατά άλλους κόρη) του κυβερνήτη (Çorbaşı) της πόλης. Ο Ιμπραχίμ Αγά, που αργότερα ασχολήθηκε και με το  καπνεμπόριο, διορίστηκε ως διοικητής ενός σώματος άτακτων στρατιωτών (yol ağası) για τη φρούρηση των δρόμων εισόδου και εξόδου της Καβάλας.

Η  μητέρα του Μουχάμμαντ Άλι, η Ζείνέμπ χανούμ (γνωστή και ως Χαντρά) ήταν από το Νουσρατλί (σημ. Νικηφόρος) Δράμας. Από το Νουσρατλί ήταν επίσης η πρώτη γυναίκα του, η Εμινέ χανούμ.Ο αδελφός της μητέρας του ήταν κυβερνήτης της Καβάλας. Στο Νουσρατλί εγκαταστάθηκαν ο Μουχάμμνατ Άλι και η Εμινέ μετά τον γάμο τους (στο 1787) και εκεί γεννήθηκαν όλα τα παιδιά τους. Από τον γάμο με την Εμινέ γεννήθηκαν τρεις γιοι: ο Ιμπραχίμ (1789-1848), ο Άχμαντ Τούσουν (1793-1816), ο Ισμαήλ Κάμιλ (1795-1822) και δύο κόρες: η Τεβχιντέ (1787-1830) και η Ναζλί (1799-1860), γνωστή και ως Χαντιτζέ.

Γύρω στα 1787, ο Μουχάμμαντ Άλι που είχε διακριθεί σε κάποιες ένοπλες συμπλοκές ενάντια σε χωρικούς που αρνούνταν να πληρώσουν τους φόρους, κλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου του ανατέθηκε η θέση του κυβερνήτη μιας κορβέτας για να καταπολεμήσει τους πειρατές στο Αιγαίο. Με αυτή την ιδιότητα απέκτησε χρήσιμες εμπειρίες. εκτίμησε επίσης τις ναυτικές ικανότητες των Ελλήνων.

Μετά την απόβαση του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο, οι οθωμανικές αρχές είχαν διατάξει την πόλη της Καβάλας να στρατολογήσει 300 άνδρες που θα συμμετείχαν στο οθωμανικό εκστρατευτικό σώμα στην Αίγυπτο κατά των Γάλλων. Αρχηγός των Καβαλιωτών ήταν ο Αλί Αγάς, ο γιος του κυβερνήτη της πόλης, και υπαρχηγός ο τότε 31 χρονών Μουχάμμαντ Άλι, ανιψιός του ίδιου κυβερνήτη. Ο Μουχάμμαντ Άλι έφτασε στην Αίγυπτο το 1801. Για κάποιον άγνωστο λόγο, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού προς την Αίγυπτο ο αρχηγός Αλί Αγάς αποφάσισε να γυρίσει πίσω, αφήνοντας τον Μουχάμμαντ Άλι επικεφαλής των Καβαλιωτών. Λίγο αργότερα αυτή η μικρή μονάδα ενώθηκε με άλλη πολύ μεγαλύτερη, δύναμης περίπου 4.000 ανδρών, που απαρτιζόταν από Αλβανούς άτακτους, εξ ου και η λανθασμένη ταύτιση του Μουχάμμαντ Άλι με τους Αλβανούς. Επειδή οι περισσότεροι στρατιώτες που απάρτιζαν το ρουμελιώτικο εκστρατευτικό σώμα ήταν Αλβανοί, επικράτησε η εντύπωση πως και η μονάδα από την Καβάλα αποτελείτο από Αλβανούς. Ωστόσο, αυτή η ερμηνεία είναι λανθασμένη, ο Μουχάμμαντ Άλι ήταν Τούρκος – ορθότερος είναι ο όρος «Οθωμανός» - και η μητρική του γλώσσα ήταν η Τουρκική.

Στην Αίγυπτο ως αρχηγός σώματος τεσσάρων χιλιάδων Αλβανών, διακρίθηκε γρήγορα και αφού προσεταιρίστηκε τους Μαμελούκους, αναδείχθηκε με πραξικόπημα και με απαίτηση των Αλβανών, των Μαμελούκων και του λαού, διοικητής της Αιγύπτου και αναγνωρίσθηκε από την Πύλη το 1805.

Αφού στερέωσε τη θέση του, άσκησε δικτατορική εξουσία στην Αίγυπτο, γιατί αφενός απέναντι στο Σουλτάνο έγινε κατ' ουσίαν ανεξάρτητος, αφετέρου στο εσωτερικό κατόρθωσε να εκμηδενίσει κάθε αντίσταση. Το 1811 εξόντωσε με δόλο όλους τους αρχηγούς των Μαμελούκων και με τους γιους του νίκησε τους Βαχαβίτες της Αραβίας. Η εσωτερική του διακυβέρνηση ήταν ευεργετική για τη χώρα. Κατασκεύασε αρδευτικά έργα, προστάτευσε και προήγαγε τη γεωργία, διευκόλυνε τις μεταφορές με μεγάλο στόλο ποταμόπλοιων, αναδιοργάνωσε το στρατό και το στόλο της Αιγύπτου με τη βοήθεια Ευρωπαίων.

Το 1822 κατέκτησε τη Νουβία, το Σεναάρ, το Κορντοφάν και τμήμα της Αβησσυνίας. Μετά από πρόσκληση του Σουλτάνου Μαχμούτ, έστειλε τον γιο του Ιμπραήμ με ισχυρό στρατό και στόλο να υποτάξει την επαναστατημένη Ελλάδα. Την περίοδο 1831 με 1833 κατέκτησε τη Συρία και ζήτησε να την κρατήσει αφού νίκησε επανειλημμένως τα στρατεύματα του Σουλτάνου. Επενέβησαν όμως οι Μεγάλες Δυνάμεις και τον ανάγκασαν να φύγει από την Ασία. Πέτυχε όμως την αναγνώριση κληρονομικού δικαιώματος επί της αντιβασιλείας για την οικογένεια του. Συνεχίζοντας την αναδιοργάνωση της Αιγύπτου, ανοικοδόμησε την Αλεξάνδρεια, προήγαγε την καλλιέργεια του βαμβακιού και ίδρυσε διάφορες σχολές. Το 1844 επειδή αρρώστησε, παραιτήθηκε υπέρ του γιου του Ιμπραήμ, ο οποίος όμως πέθανε μετά από δύο μήνες. Αυτόν διαδέχθηκε ο Αμπάς ο Α' επί της βασιλείας του οποίου πέθανε ο Μωχάμετ Άλη.

Πηγές και παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Ψηφιακό αρχείο ΕΡΤ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ψηφιακό αρχείο Εθνικού Οπτικοακουστικού Αρχείου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]