Ιστοριογραφία
Με τον όρο ιστοριογραφία εννοείται το γραπτό αρχείο όσων είναι γνωστά για τον άνθρωπο και τις κοινωνίες του παρελθόντος και αφορά στον τρόπο με τον οποίο προσπάθησαν να κατανοήσουν και τα δύο οι ιστορικοί[1]. Σε έναν εναλλακτικό ορισμό η ιστοριογραφία είναι η συγγραφή της ιστορίας, ιδιαίτερα εκείνη που θεμελιώνεται στην κριτική εξέταση των πηγών και τη σύνθεση επιλεγμένων τμημάτων από αυτές τις πηγές σε μία αφηγηματική συνέχεια που αντέχει στην ακαδημαϊκή δοκιμασία κριτικών μεθόδων[2]. Οι θεματικές ακόμη και οι ιδεολογικές αναλύσεις αυτών των γραπτών αρχείων παράγουν εξειδικευμένες ιστοριογραφίες, όπως είναι για παράδειγμα η μαρξιστική ιστοριογραφία, η αρχαιοελληνική ιστοριογραφία, η ρωμαϊκή ιστοριογραφία κ.ο.κ.
Πίνακας περιεχομένων |
[Επεξεργασία] Ιστοριογραφικές πηγές
Εκτός από την ειδική περίπτωση της προσωπικής μαρτυρίας, τα ιστορικά γεγονότα γίνονται γενικώς γνωστά από πρωτογενείς ή δευτερογενείς πηγές, στις οποίες περιλαμβάνονται οι ζωντανές μαρτυρίες, σώματα κειμένων προηγούμενων ιστοριών, τα απομνημονεύματα, οι βιογραφίες, οι αυτοβιογραφίες[3], οι επιστολές, νομικά και οικονομικά αρχεία δικαστηρίων, νομοθετικών σωμάτων, θρησκευτικών οργάνων, ή των επιχειρήσεων και οι μη γραπτές μαρτυρίες που αντλούνται από τα υπολείμματα προηγούμενων πολιτισμών, όπως η αρχιτεκτονική, η τέχνη και οι τέχνες κ.ά.
Το σύνολο αυτών των πηγών διαμορφώνει το υπόβαθρο, πάνω στο οποίο ο ιστορικός προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει τα ιστορικά γεγονότα. Ωστόσο, η σχέση μεταξύ της πληροφορίας και του γεγονότος, είναι τις περισσότερες φορές έμμεση, καθώς φιλτράρεται από πολλαπλές ιδεολογίες και πλαίσια, καθώς επίσης και γλωσσικές εννοιολογικές διαφορές.
[Επεξεργασία] Ιστοριογραφικά προβλήματα
Ακριβώς όπως συμβαίνει με την ιστορία, η ιστοριογραφία διαμορφώνεται σε μια διακριτή χωροχρονική τιμή, παραδοσιακά εκείνη ενός ιδιαίτερου έθνους-κράτους. Κατά συνέπεια, η ιστοριογραφία παράγει συχνά ερμηνείες των ιστοριογραφικών εξελίξεων σε εθνικά πλαίσια, παραμελώντας τις διεθνείς διαστάσεις των γεγονότων[4]. Στον αντίποδα η υλιστική φιλοσοφία προσπάθησε να καθορίσει την ιστοριογραφία με όρους ιστορικής συνείδησης. Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο (1848) από τον Καρλ Μαρξ και τον Φρίντριχ Ένγκελς, για παράδειγμα, ξεκινά με όρους παγκόσμιας ιστοριογραφίας («Η ιστορία όλων των κοινωνιών είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων») κάτι που εξετάζουν οι συγγραφείς μέσω της αποκαλούμενης μαρξιστικής ιδεολογίας και περνά κατόπιν σε μια εξειδικευμένη ιστοριογραφική κριτική του καπιταλισμού και άλλων μορφών πολιτικής αλλαγής, στην τελική υπεράσπιση του κομμουνισμού και της ιδιαίτερης φιλοσοφικής του αντίληψής του για την ιστορική πράξη[5]
Ιδιαίτερη σημασία στην επίλυση, αλλά κυρίως στη συνειδητοποίηση των προβλημάτων της ιστοριογραφίας είχε η ανάπτυξη της φιλοσοφίας της ιστοριογραφίας στον 19ο και 20ό αιώνα. Εξετάζοντας την ιστορία της ταξινόμησης των φιλοσοφιών ο Νίκολας Ρέστσερ (Nicholas Rescher) παρατήρησε ότι η φιλοσοφία της ιστορίας/ιστοριογραφίας εμφανίστηκε ως ανεξάρτητο φιλοσοφικό πεδίο εξαιτίας τη ώθησης που έδωσαν στην ιδέα της φιλοσοφίας οι Φίχτε, Σέλινγκ και Χέγκελ. Από το 1890 έως το 1920 τουλάχιστον στη Βρετανία (σύμφωνα με την Encyclopedia Britannica του 1910) η φιλοσοφία της ιστοριογραφίας/ιστορίας, μαζί με την κοινωνική και πολιτική φιλοσοφία, θεωρείτο υποπεδίο της ηθικής[6]. Ακόμη και στη δεκαετία του 1980 η φιλοσοφία της ιστοριογραφίας φαίνεται πως ανήκε στο φιλοσοφικό υποπεδίο των παράγωγων φιλοσοφιών μαζί με άλλες μεταεπιστήμες όπως η φιλοσοφία των φυσικών και κοινωνικών επιστημών, η φιλοσοφία των μαθηματικών και της λογικής κ.ο.κ.[7]. τούτη η αντίληψη υποβάθμισε οποιαδήποτε προσπάθεια ανάγνωσης των φιλοσοφικών εννοιών που συνδέονταν στενά με την ανάπτυξη της ιστοριογραφίας
[Επεξεργασία] Σύντομη ιστορική επισκόπηση
[Επεξεργασία] Αρχαιότητα
Η καταγραφή και η ερμηνεία παρελθόντων γεγονότων ξεκίνησε τόσο για τη Δύση όσο και για την Ανατολή μέσω της επανάληψης των μύθων που παραδόθηκαν από προφορικές παραδόσεις. Η επική ποίηση του Ομήρου (περ. 800 ΠΚΕ) ήταν ενα παράδειγμα τέτοιας προφορικής ιστορίας.
Στην κλασική εποχή της αρχαίας Ελλάδας ο Ηρόδοτος ο «πατέρας» της ελληνικής ιστορίας και ο Θουκυδίδης έγραψαν αφηγήσεις σχετικές με γεγονότα της εποχής τους. Ο Ηρόδοτος με την αφήγηση των περσικών πολέμων και ο Θουκυδίδης με την κλασική μελέτη του πελοποννησιακού πολέμου μεταξύ της πόλης των Αθηνών και της Σπάρτης. Και οι δύο κατέγραψαν σύγχρονα ή κοντινά σε χρονική απόσταση γεγονότα στηριγμένοι σε αυτόπτες μάρτυρες ή άλλες αξιόπιστες μαρτυρίες. Επικεντρώθηκαν στον πόλεμο, την ιστορία των θεσμών και τον χαρακτήρα των πολιτικών ηγετών για να δημιουργήσουν την εικόνα της αρχαιοελληνικής κοινωνίας σε περιόδους της κρίσης ή μετάβασης.
Κατά τον 4ο αιώνα ΠΚΕ την ελληνική ιστοριογραφική παράδοση στην ελληνιστική περίοδο συνέχισε ο Ξενοφών, ο Θεόπομπος ο Χίος[8] και ο Έφορος. Στον 2ο ΠΚΕ αιώνα ο ιστορικός Πολύβιος κατέγραψε τη ρωμαϊκή ιστορία, θέμα που επανέλαβε επίσης ο Στράβων ο Γεωγράφος και ο Διονύσιος Αλικαρνασσέας στον επόμενο αιώνα. Στην ίδια περίοδο ο Πλούταρχος βιογράφησε επιφανείς Έλληνες και Ρωμαίους, χρησιμοποιώντας ενίοτε δραματικά στοιχεία και ανέκδοτα υλικά για την απεικόνιση χαρακτήρων και την επίδρασή τους στη δημόσια ζωή[9].
Στην Ανατολή και συγκεκριμένα στην Κίνα ο Σίμα Κιάν (περ. 145 – περ. 85 ΠΚΕ) είναι γνωστός ως πατέρας της κινεζικής ιστορίας με το έργο του Σιτζί δηλαδή Αρχεία του Μεγάλου Ιστορικού. Οι ρωμαίοι ιστορικοί όπως ο Πούμπλιος Κορνήλιος Τάκιτος, ο Τίτος Λίβιος και ο Γάιος Σουητόνιος Τρανκουίλος έγραψαν έργα που χρησιμοποιήθηκαν ως πρότυπα απο τους μεταγενέστερους ιστοριογράφους του μεσαίωνα και της αναγέννησης. Στον αραβικό κόσμο ο αλ-Ταμπαρίκ (838 – 923) έγραψε τα Χρονικά, ιστορία του κόσμου από κτίσεώς του έως το 915, ενώ αργότερα ο Ιμπν-Χαλντούν (1332 – 1406) έγραψε το Κιτάμπ αλ-'λμπαρ, δηλαδή το Βιβλίο των Παραδειγμάτων, παράγοντας αφενός μια μείζονα αφήγηση της μουσουλμανικής ιστορίας στη βόρειο Αφρική, αναπτύσσοντας αφετέρου σημαντικές θεωρίες για το ζήτημα της ιστορικής ανάλυσης[10].
[Επεξεργασία] Μεσαίωνας, διαφωτισμός, 18ος αιώνας
Στη μεσαιωνική Ευρώπη και το Βυζάντιο οι ιστοριογράφοι είτε ανήκαν στον μορφωμένο κλήρο είτε ήταν λόγιοι και εν γένει έγραψαν χρονικά. Κατά τον 15ο και 16ο αιώνα οι Ιταλοί ιστοριογράφοι Νικολό Μακιαβέλι και Φραντσέσκο Γκουικιαρντίνι εισήγαγαν στην ιστοριογραφία την πολιτική ανάλυση. Κατά τον 18ο αιώνα οι θεωρίες του διαφωτισμού εμπότισαν την ιστοριογραφία με μια δόση σκεπτικισμού και ορθολογισμού. Μείζων παραγωγή της ιστοριογραφίας 18ου αιώνα θεωρείται το πολύ γνωστό έργο του Έντουαρντ Γκίμπον Η Ιστορία της παρακμής και της πτώσης της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας[11]
[Επεξεργασία] 19ος αιώνας
Στις αρχές του 19ου αιώνα οι Γερμανοί ιστορικοί Μπάρτολντ Γκέοργκ Νίμπουρ (Barthold Georg Niebuhr) και ο Λέοπολντ φον Ράνκε (Leopold von Ranke) άνοιξαν νέους ορίζοντες στη συγγραφή της ιστορίας. Ο Νίμπουρ φέρεται ως ο πρώτος σύγχρονος ιστορικός που ασχολήθηκε με την ιστοριογραφία με επιστημονικό τρόπο, αξιολογώντας με κριτικά τους πρώιμους ρωμαϊκούς μύθους, αποδίδοντας παράλληλα μεγαλύτερη σημασία στην ανάπτυξη των θεσμών και σε κοινωνικά χαρακτηριστικά παρά σε άτομα περιστατικά[12]. Με τη σειρά του, προσπαθώντας να κατανοήσει πώς πραγματικά συνέβησαν τα γεγονότα, ο Ράνκε έθεσε νέα κριτήρια στην ιστορική έρευνα την οποία στήριξε σε κριτικά αξιολογημένες πρωτογενείς πηγές. Παρά το γεγονός ότι το γενικό περίγραμμα παρέμενε στενά εθνικιστικό, η ιστοριογραφική του μέθοδος οδήγησε σε συστηματική συλλογή και ταξινόμηση των πηγών, όπως συνέβη με το Monumenta Germaniae Historicae, 1825 – 1925[13]. Μία άλλη μορφή «επιστημονικής ιστορίας» αναπτύχθηκε μέσω της θετικιστικής πεποίθησης σε υποκείμενους γενικούς νόμους που διέπουν την ιστορία. Πρωτοπόρος στη συγκεκριμένη ιστοριογραφική άποψη υπήρξε ο γάλλος ιστορικός Ογκίστ Κοντ Έναν τέτοιο νόμο, τον νόμο της αλλαγής μέσω της πάλης των τάξεων, παρουσίασε ο Καρλ Μαρξ στη θεωρία του για τον διαλεκτικό υλισμό. Η εστίαση στις οικονομικές εσωτερικές δομές της κοινωνίας θεμελιώθηκε ως αντίλογος ουσιαστικά στη στενή πολιτική θεώρηση.
[Επεξεργασία] 20ός αιώνας
Η οικονομική άποψη της ιστοριογραφίας συνεχίστηκε και τον 20ό αιώνα. Η αναλιστική προσέγγιση με πρωτοπόρο το περιοδικό Annales d'histoire economique et sociale και ιδρυτές τους Λυσιέν Φεβρ (Lucien Febvre) και Μαρκ Μπλοχ (Marc Bloch), όπως επίσης και το έργο του Φερνάν Μπροντέλ (Fernand Braudel), ώθησαν την ιστοριογραφία προς την κατεύθυνση των δομών μέσα στις οποίες δρουν γενικά οι άνθρωποι, έλκοντας το σχετικό αποδεικτικό υλικό από την ψυχολογία και άλλες κοινωνικές επιστήμες.
Η ανάπτυξη των υπολογιστών οι ποσοτικές τεχνικές έγιναν σημαντικές ως αποδεκτικά στοιχεία σε οικονομικό και δημογραφικό επίπεδο για τους ιστοριογράφους. Οι βρετανοί μαρξιστές ιστοριογράφοι, όπως ο Κρίστοφερ Χιλ και ο Έρικ Χόμπσμπομ και ο Έντουαρντ Πάλμερ Τόμσον, απορρίπτοντας το άκαμπτο δόγμα μιας απόλυτης εσωτερικής δομής που καθορίζει όλους τους ιστορικούς παράγοντες, εφάρμοσαν με δημιουργικό τρόπο τις μαρξιστικές ιδέες για να διαμορφώσουν εκείνο το είδος της ιστορίας που παράγεται «εκ των κάτω»[14].
Η μελέτη του ρόλου των γυναικών στην ανάπτυξη των κοινωνιών, αναπτύχθηκε από το γυναικείο κίνημα της δεκαετίας του 1960, με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί αυτό που σήμερα αποκαλείται ιστορία του φύλου. Η πολιτική ιστορία με τη σειρά της αναπτύχθηκε υπό μία νέα οπτική γωνία, χάρη στο έργο του Άλαν Τζον Πέρσιβαλ Τέιλορ (A. J. P. Taylor) ή του Τζέφρεϊ Έλτον (Sir Geoffrey Elton), οι οποίοι έδωσαν έμφαση στην ατομική δράση και την ιστοριογραφική σημασία του αναπάντεχου.
[Επεξεργασία] Παραπομπές-σημειώσεις
- ↑ Historiography
- ↑ historiography. (2009). στην Encyclopædia Britannica. Ανάκτηση 25 Ιουλίου, 2009, από Encyclopædia Britannica Online: http://www.britannica.com/EBchecked/topic/267436/historiography
- ↑ Jaume Aurell «Autobiographical Texts as Historiographical Sources:Rereading Fernand Braudel and Annie Kriegel».
- ↑ Lorenz Chris 1999, «Comparative Historiography: Problems and Perspectives», History and Theory, Vol. 38, No. 1 (Feb.), 25-39.
- ↑ Jarzom Mark 1991, «The Crisis of Interdisciplinary Historiography», Journal of Architectural Education, Vol. 44, No. 3 (May), 150-155.
- ↑ Nicholas Rescher 1994, 135-151.
- ↑ Tucker Aviezer 2001, «The Future of the Philosophy of Historiography», History and Theory, Vol. 40, No. 1 (Feb.), 37-56.
- ↑ Βλ. επίσης Bruce I.A.F. 1970, «Theopompus and Classical Greek Historiography», History and Theory, Vol. 9, No 1, 86-109.
- ↑ Historiography
- ↑ Βλ. Συνοπτική ανάλυση στη βιβλιοπαρουσίαση του Al-Azmeh Aziz 2003, Ibn Khaldun: An Essay in Reinterpretation, Central European University Press, Budapest.
- ↑ "historiography" A Dictionary of World History. Oxford University Press, 2000. Ανάκτηση 25 Ιουλίου 2009 <http://www.oxfordreference.com/views/ENTRY.html?subview=Main&entry=t48.e1701>
- ↑ "Niebuhr, Barthold Georg", The Oxford Companion to English Literature. Ed. Margaret Drabble. Oxford University Press, 2000. Ανάκτηση 26 Ιουλίου 2009, <http://www.oxfordreference.com/views/ENTRY.html?subview=Main&entry=t113.e5438>
- ↑ Βλ. online έκδοση των MGH
- ↑ "historiography", A Dictionary of World History. Oxford University Press, 2000. Ανάκτηση 26 Ιουλίου 2009 <http://www.oxfordreference.com/views/ENTRY.html?subview=Main&entry=t48.e1701>
[Επεξεργασία] Βιβλιογραφία
- Bruce I.A.F. 1970, «Theopompus and Classical Greek Historiography», History and Theory, Vol. 9, No 1, 86-109.
- Jarzom Mark 1991, «The Crisis of Interdisciplinary Historiography», Journal of Architectural Education, Vol. 44, No. 3 (May), 150-155.
- Lorenz Chris 1999, «Comparative Historiography: Problems and Perspectives», History and Theory, Vol. 38, No. 1 (Feb.), 25-39.
- Rescher Nicholas 1994, A System of Pragmatic Idealism, Volume III: Metaphilosophical Inquiries, Princeton University Press, Princeton.
- Tucker Aviezer 2001, «The Future of the Philosophy of Historiography», History and Theory, Vol. 40, No. 1 (Feb.), 37-56.