Φωνολογία της Νέας Ελληνικής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Αυτή η σελίδα παρουσιάζει την φωνολογία της Κοινής Νέας Ελληνικής γλώσσας.

Σύμφωνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σύστημα των συμφώνων της Νέας Ελληνικής παρουσιάζει κάποιες δυσκολίες στην περιγραφή, καθώς υπάρχουν διαφωνίες για την αλλοφωνική φύση κάποιων συμφώνων. Ο πιο κάτω πίνακας παρουσιάζει μια μαξιμαλιστική προσέγγιση που περιλαμβάνει 27 σύμφωνα.

  Χειλικά Οδοντικά Φατνιακά Ουρανικά Υπερωικά
Έρρινα m n ɲ ŋ
Έκκροτα άηχα p t c k
ηχηρά b d ɟ ɡ
Τριβόμενα άηχα f θ s ç x
ηχηρά v ð z ʝ ɣ
Προστριβόμενα άηχα ts
ηχηρά dz
Παλλόμενα r
Πλευρικά l ʎ

Από τα 27 σύμφωνα που παρουσιάζονται, μόνο τα 15 γραμμένα με μαύρα αποτελούν αδιαμφισβήτητα φωνήματα.[1] Αυτοί οι 15 ήχοι είναι και οι μόνοι που σημειώνονται με ένα γράμμα στην ελληνική ορθογραφία, και σχετίζονται άμεσα με τα σύμφωνα της αρχαίας ελληνικής. Σε αυτή την μινιμαλιστική προσέγγιση, όλα τα υπόλοιπα μπορούν να αναλυθούν ως συμπλέγματα δύο φωνημάτων ή αλλοφωνικές παραλλαγές ενός άλλου φωνήματος:

  • Τα ουρανικά [c, ɟ, ç, ʝ] μπορούν να αναλυθούν ως αλλόφωνα των αντίστοιχων υπερωικών, όταν βρεθούν μπροστά σε πρόσθια σύμφωνα. Όταν αυτοί οι ήχοι εμφανίζονται μπροστά από οπίσθια φωνήεντα, τυπικά υπονοείται ένα παρεμβαλλόμενο σιωπηλό φωνήεν /i/ (παρίσταται στην ορθογραφία σαν <ι>, <υ> και <ει).[2] Ο υπερωικός ήχος εμφανίζεται μόνο πριν οπίσθια φωνήεντα.
  • Οι ήχοι [ɲ, ʎ] συνήθως αναλύονται σαν συμπλέγματα των /ni/ και /li/ αντίστοιχα, και έτσι αποτυπώνονται ορθογραφικά.
  • Η ομάδα των ηχηρών έκκροτων συμφώνων μπορεί να αναλυθεί ως ακολουθία έρρινων και άηχων εκκρότων, [b] = /mp/, [d] = /nt/, [ɡ] = /nk/. Όπως και πριν, αυτό ανταποκρίνεται στην ορθογραφική αναπαράσταση τους (χρήση των δίγραφων <μπ>, <ντ>, <γκ>.
  • Τα /ts/ και /dz/ μπορούν να αναλυθούν ως διφωνημικά συμπλέγματα, αντί ως ξεχωριστά φωνήματα.

Η Κοινή Νέα Ελληνική δεν διαθέτει διπλά (ή "μακρά") σύμφωνα εντός των λέξεων, παρόλο που κάποιες νοτιοανατολικές διάλεκτοι, κυρίως η Κυπριακή και η Ροδίτικη, διαθέτουν αυτό το χαρακτηριστικό.

Φωνητική παραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η φωνητική παραγωγή των ηχηρών έκκροτων /b, d, ɡ/ (ή προέρρινων έκκροτων /mp, nt, nk/, ανάλογα με την ανάλυση της βαθείας δομής) ποικίλει. Στην αρχή των λέξεων προφέρονται ως απλά ηχηρά έκκροτα. Σε ενδιάμεση θέση, μπορούν να παραχθούν είτε ως πλήρης ακολουθία έρρινου και έκκροτου [mb, nd, ŋɡ], ή σαν έκκροτο με μόνο ελαφριά προερρινοποιήση [ᵐb, ⁿd, ᵑɡ], ή ακόμα και σαν ένα απλό έκκροτο [b, d, ɡ]. Αυτό παρουσίαζε σημαντική κοινωνιογλωσσολογική και διαλεκτική διαφοροποίηση, και κάποιες ποικιλίες χαρακτηρίζονταν από κάποιο βαθμό κοινωνικού στίγματος. Από το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, ομιλητές, με αυξανόμενη τάση, εξάλειψαν την προερρινοποίηση από την ομιλία τους, προφέροντας αυτούς τους ήχους σαν απλά ηχηρά έκκροτα φωνήεντα σε όλες τις θέσεις. Κάποιοι ομιλητές, ακολουθώντας ένα ρυθμιστικό ρεύμα, παρουσιάζουν οριακή φωνολογική αντίθεση μεταξύ γνήσιων ηχηρών συμφώνων και ρινικών συμπλεγμάτων στο μέσο της λέξης, πχ όπως στο [veˈdeta] ('διάσημος/η', < Ιταλ. vedetta), σε αντίθεση με το [venˈdeta] ('έχθρα ανάμεσα σε οικογένειες', < Ιταλ. vendetta). Οι ίδιοι προέρρινοι έκκροτοι ήχοι μπορούν να παρουσιαστούν σαν αποτέλεσμα αφομοίωσης των συμπλεγμάτων /np, nt, nk/ ανάμεσα στα όρια των λέξεων (Sandhi).

Τα ρινικά σύμφωνα τείνουν να αφομοιώνονται προς τα σύμφωνα που ακολουθούν, ως προς το σημείο άρθρωσης, και αυτό οδηγεί στην εμφάνιση των: υπερωικό ρινικό [ŋ] (γράφεται ⟨γ⟩) προ των /k, ɣ, x/) και χειλοδοντικό ρινικό [ɱ] ⟨μ⟩ προ των /f, v/.

Το /r/ μπορεί να παραχθεί είτε σαν παλλόμενο [r], ή ανάμεσα σε φωνήεντα, σαν μονοπαλλόμενο [ɾ].

Τα [c] και [ɟ] μπορούν να ουρανικοποιηθούν περαιτέρω και να μετατραπούν σε προστριβόμενα [t͡ɕ] και [d͡ʑ] σε κάποιες διαλέκτους, κυρίως Κρητικές και Μανιάτικες.

Τα [s] και [z] μπορούν να είναι ακρογλωσσικά ([s̻], [z̻]).

Τα [s] και [z] σε αρκετές διαλέκτους είναι προραχιαία φατνιακά, και προσεγγίζουν την θέση άρθρωσης των [ɕ] και [ʑ].

Κανόνες Sandhi[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μερικοί από τους κανόνες αφομοίωσης που αναφέρθηκαν πιο πάνω, εμφανίζονται και στα όρια των λέξεων. Πιο συγκεκριμένα, αυτό ισχύει για ένα αριθμό γραμματικών λέξεων που τελειώνουν σε /n/, όπως τα μόρια άρνησης δε(ν) και μη)ν), και η αιτιατική των προσωπικών αντωνυμιών και των οριστικών άρθρων το(ν) και τη(ν).

Αν αυτές οι λέξεις ακολουθούνται από άηχα έκκροτα σύμφωνα, το /n/ τείνει να αφομοιώνεται σύμφωνα με την θέση άρθρωσης του επόμενου ήχου, ή να παραλείπεται. Αντιστρόφως, το έκκροτο τείνει να ηχηροποιείται. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα εκφορές όπως τον πατέρα [to(m)baˈtera] ή δεν πειράζει [ðe(m)biˈrazi] αντί [ton paˈtera] και [ðen piˈrazi]. Η ακριβής έκταση των αποτελεσμάτων αυτής της αφομοίωσης μπορεί να διαφέρει με βάση την διάλεκτο, την ταχύτητα και την επισημότητα του λόγου.[3]

Φωνοτακτικοί περιορισμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Νέα Ελληνική επιτρέπει 45 διαφορετικά συμφωνικά συμπλέγματα στην έμφαση της συλλαβής:[4]

p- t- k- b- d- ɡ- f- θ- s- x- v- ð- z- ɣ-
-p sp
-t ft st xt
-k sk
-f sf
-s ps ts ks
-x kx sx
-v zv
ɣð
-r pr tr kr br dr ɡr fr θr xr vr ðr ɣr
-l pl kl bl ɡl fl θl xl vl ɣl
-n pn kn θn xn ɣn
-m tm zm

Επιπρόσθετα, υπάρχουν επτά τρισυμφωνικά συμπλέγματα, όλα τους με το /s/ σαν πρώτο μέλος: /spr str skr sfr spl skl skn/.

Η έξοδος της συλλαβής, στις περισσότερες ιθαγενείς λέξεις μπορεί να είναι μόνο ένα από τα /m l n r s/, ή πιο σπάνια το σύμπλεγμα /ks/ (όπως άπαξ /ˈapaks/). Υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις, όπως για παράδειγμα σε δάνειες λέξεις (κέικ /ˈke.ik/) και οι δίγραφοι αυ/ευ/ηυ (πχ το όνομα του γράμμτος τ, ταυ /taf/).

Φωνήεντα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απλά φωνήεντα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ελληνικά έχουν ένα απλό πενταφωνηεντικό σύστημα, /a e i o u/. Το φωνήεν /a/ παράγεται σαν ανοικτό κεντρικό φωνήεν. Τα μέσα φωνήεντα /e/ και /o/ έχουν φωνητική αξία που βρίσκεται στα όρια των μέσων ανοικτών και μέσων κλειστών φωνηέντων ([e̞, o̞]). Τα κλειστά φωνήεντα /i/ και /u/ προσεγγίζουν σε ποιότητα τα αντίστοιχα οριακά φωνήεντα. Φωνοτακτικά, τα /e i/ αποτελούν πρόσθια φωνήεντα, και τα /a o u/ ως οπίσθια φωνήεντα. Δεν υπάρχει φωνημική διάκριση όσο αφορά τη διάρκεια (μακρότητα), αλλά τα φωνήεντα στις τονισμένες συλλαβές συνήθως προφέρονται κάπως μακρότερα από αυτά των άτονων συλλαβών.

  Πρόσθια Οπίσθια
Κλειστά i u
Μέσο e o
Ανοικτό a

Δίφθογγοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα νέα ελληνικά δεν διαθέτουν διακριτά διφθογγικά φωνήματα, ωστόσο συγκεκριμένες ομάδες φωνηέντων μπορούν κατ' επιλογή να θεωρηθούν είτε δύο ξεχωριστές συλλαβές, ή ως μια διφθογγική συλλαβή. Η προφορά σαν δίφθογγος είναι πιο συνηθισμένη για τα /a.i/ και /o.i/ σε λέξεις όπως πλάι και μοιρολόι. Πιο συχνά, οι δίφθογγοι εντοπίζονται σε δάνειες λέξεις, για παράδειγμα η λέξη κέικ περιέχει το διφθογγικό /ei/. Ο ίδιος δίφθογγος παρατηρείται και στην ιθαγενή λέξη λέει, όπου τα δύο σύμφωνα χωρίζονταν προηγουμένως από το σύμφωνο <γ>.

Παρόλο που γράφονται ως ακολουθίες φωνηέντων, τα <ευ>, <αυ> και το σπανιότερο <ηυ> προφέρονται /ev av iv/, δηλαδή φωνήεν που ακολουθείται από το σύμφωνο /v/ (το /ev/ χάνει την ηχηρότητα του και προφέρεται σαν [f] όταν έπεται άλλο άηχο σύμφωνο).

Τονισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε αντίθεση με τα αρχαία ελληνικά, που είχαν προσωδιακό τονισμό, τα νέα ελληνικά έχουν δυναμικό τονισμό[5], όπως και πολλές άλλες γλώσσες, περιλαμβανομένων των ισπανικών, ιταλικών, αγγλικών και άλλων. Ωστόσο, όπως και στα αρχαία ελληνικά, κάθε πολυσύλλαβη λέξη φέρει τον τονισμό της σε μια από τις τρεις τελικές συλλαβές της.

Η θέση του τόνου μπορεί να διαφέρει ανάμεσα στις κλιτές μορφές της ίδιας λέξης, όταν σε αυτό το κλιτικό παράδειγμα υπάρχουν περιπτώσεις εισαγωγής επιπλέον συλλαβών (π.χ. το πρόβλημα, τα προβλήματα). Σε κάποιες τάξεις λέξεων, η θέση του τόνου είναι ευαίσθητη στην φωνηεντική διάρκεια από τα αρχαία ελληνικό, οπότε μια λέξη δεν μπορεί να τονιστεί στην προπαραλήγουσα, όταν η λήγουσα ήταν μακρά: π.χ. ο άνθρωπος (-ος: βραχεία συλλαβή στα αρχαία ελληνικά), αλλά των ανθρώπων (-ων: μακρά συλλαβή στα αρχαία ελληνικά). Και οι δύο αυτοί κανόνες προέρχονται από τα αρχαία ελληνικά.

Ωστόσο, στα νέα ελληνικά αυτός ο κανόνας δεν εφαρμόζεται πλέον αυτόματα και καθολικά, καθώς η διάκριση βραχύτητας-μακρότητας δεν υφίσταται πλέον: π.χ. ο καλόγερος, των καλόγερων).

Εγκλιτικές λέξεις, όπως οι προσωπικές αντωνυμίες δημιουργούν μια φωνολογική λέξη μαζί με την λέξη-ξενιστή στην οποία προσαρτώνται, και γιαυτό προσμετρούνται προς τον κανόνα της τρισυλλαβίας. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η προσθήκη ενός κλιτικού να προκαλέσει το ανέβασμα του τόνου μια συλλαβή προς το τέλος της λέξης-ξενιστή.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. D. Holton, P. Mackridge, I. Philippaki-Warburton (1997), Greek grammar. A comprehensive grammar of the modern language. London: Routledge.
  2. H. Foundalis, Details of Modern Greek Phonetics and Phonology
  3. Joseph, Brian, and Irene Philippaki-Warburton (1987): Modern Greek. Beckenham: Croom Helm. p. 246
  4. Joseph, Brian, and Irene Philippaki-Warburton (1987): Modern Greek. Beckenham: Croom Helm. p. 237-238
  5. Adaktylos, Anna-Maria (2007). «The accent of Ancient and Modern Greek from a typological perspective». Στο: Tsoulas, George. Proceedings of the 7th International Conference on Greek Linguistics. http://icgl7.icte.uowm.gr/Adaktylos.pdf. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Modern Greek phonology της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).