Κρητική διάλεκτος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Ιστορία της ελληνικής γλώσσας
(δείτε επίσης: Ελληνικό αλφάβητο)
Πρωτοελληνική (περ. 2000 π.Χ.)
Μυκηναϊκή (περ. 1600–1200 π.Χ.)
Αρχαία ελληνική (περ. 800–300 π.Χ.)
Διάλεκτοι:
Αιολική, Αρκαδοκυπριακή,
ΑττικήΙωνική, Δωρική, Παμφυλιακή, Ομηρική
Πιθανή διάλεκτος: Μακεδονική

Ελληνιστική Κοινή (περ. από 330 π.Χ. ως 330)
Μεσαιωνική ελληνική (περ. 700–1700)
Νέα ελληνική γλώσσα (από το 1700)
Ιδιώματα: Δημοτική, Καθαρεύουσα
Διάλεκτοι:
Καππαδοκική, Κατωιταλική , Κρητική, Κυπριακή, Ποντιακή, Ρωμανιώτικη, Τσακωνική

Το νησί της Κρήτης δεν έχει αλλάξει καθομιλουμένη τις τελευταίες χιλιετίες. Η κρητική διάλεκτος αποτελεί φυσική εξέλιξη της δωρικής διαλέκτου[1][εκκρεμεί παραπομπή], χωρίς ποτέ να υποστεί κεντρικές παρεμβάσεις, διορθώσεις και καθαρισμούς.[εκκρεμεί παραπομπή] Το λεξιλόγιο και οι ιδιωματισμοί της κρητικής διαλέκτου όπως αυτά διασώζονται στην λογοτεχνία της αναγέννησης, την διακρίνουν απόλυτα από την ελληνιστική κοινή διάλεκτο και τις λοιπές διαλέκτους που κατάγονται από αυτήν, και μαρτυρούν την αδιάκοπη εξέλιξη της από την αρχαιότητα έως σήμερα. Κατά τον ύστερο μεσαίωνα η διάλεκτος του νησιού εξελίχθηκε σε λόγια γλώσσα, και εκφράστηκε μέσα από την ποίηση του Κορνάρου του Χορτάτση και άλλων, το κρητικό θέατρο και τα λαϊκά τετράστιχα -μαντινάδες- των οποίων η θεματολογία μπορεί να είναι από σκωπτική έως φιλοσοφική. Σήμερα η κρητική διάλεκτος δεν κινδυνεύει με εξαφάνιση, όπως συχνά συμβαίνει σε μειονοτικές διαλέκτους που δεν διδάσκονται, καθώς κυρίως στο νότο, αποτελεί την μόνη προφορική γλώσσα και συνεχίζει και να εξελίσσεται. Η κρητική διάλεκτος ομιλείται εκτός από την Κρήτη, στο χωριό Χαμιντιέ της Συρίας και στα παράλια της Μικράς Ασίας όπου εγκαταστάθηκαν μουσουλμάνοι Κρητικοί το 1923.

Χαρακτηριστικά σε σχέση με την νέα Ελληνική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Στην κρητική διαλέκτο οι αδύνατοι τύποι των προσωπικών αντωνυμιών μπορούν να μπαίνουν πριν και μετά το ρήμα σχεδόν σε οποιαδήποτε περίπτωση, σε αντίθεση με την νέα ελληνική και την καθαρεύουσα, παραδείγματα: κατέχω το, ξανοίγω σε, μανίζω ντος, γρικώ ντου, ετα το χτύπα, επαε τα θέσε.
  • Ο αόριστος των ρημάτων καταλήγει με τον δωριζμό –ξα αντί του -σα της νέας ελληνικής και της καθαρεύουσας, για παράδειγμα: εζίγωξα, εστέγνωξα, εστέργιωξα.
  • H κρητική διάλεκτος όντας φυσικά διαμορφωμένη, δεν επιτρέπει χασμωδίες, για παράδειγμα: τρώγω αντί του τρώω, κλαίγω αντί του κλαίω κτλ.  
  • Πολλοί τύποι της γενικής πτώσης της δωρικής εγκαταλείφθηκαν στην κρητική διάλεκτο κατά το μεσαίωνα, ενώ άλλοι τύποι της ελληνιστικής περιόδου αναβίωσαν στις μέρες μας μέσα από το ενιαίο εκπαιδευτικό σύστημα στην καθαρεύουσα και στα νέα ελληνικά. Για παράδειγμα στην κρητική διάλεκτο θα λέγαμε περιφραστικά ‘’η γεύση από το αίμα’’  και ποτέ  ‘’η γεύση του αίματος’’ Η χρήση τέτοιων τύπων που έχουν αναβιώσει τεχνητά σε συνδυασμό με την κρητική διάλεκτο έχει αντιαισθητικό αποτέλεσμα.
  • Σε αντίθεση με την νέα ελληνική, στα κρητικά παίρνουν τελικό ''νι'' άρθρα αντωνυμίες και επιρρήματα μόνο όταν η λέξη που ακολουθεί αρχίζει από φωνήεν, ανεξάρτητα από το γένος και το είδους της. Για παράδειγμα Πληθυντικός: των ανθρώπω, όλω τω χωργιώ, τω μπολλώ λογιώ. Όταν ακολουθεί αρσενικό: το δάσκαλο, τον αδερφό. Άκλιτα: δε θέλω, δεν αλλάζω, μη μιλείς, μη γρικάς, μην έργας. Το επίρρημα-σύνδεσμος σαν: σα κουτέντα, σαν οψάργας,

Λέξεις της Κρητικής διαλέκτου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Στην στήλη “προέλευση” ενδέχεται να μην αναφέρονται οι ενδιάμεσοι τύποι ορισμένων λέξεων.
Κρητικά ΜΤΛ Προέλευση Νεα Ελληνικά
θορώ ρημα Δωρική ὁρῶ βλέπω
ξανοίγω ρήμα Δωρική ἐξανοίγω κοιτάω με προσοχή, ατενίζω
τίνος[2] αντων Δωρική τῆνος ποιου (μονο γενική)
δράκα ουσια Δωρική δράττομαι χούφτα, πολύ μικρή ποσότητα
ετα επίρρ μεσαιωνική Κρητική εκεί, στο σημείο που βρίσκεσαι
εκε επίρρ μεσαιωνική Κρητική εκεί, σε σημείο διαφορετικό από το σημείο που βρίσκεσαι
γιάε ρήμα μεσαιωνική Κρητική κοιτά εδώ, προσεξε (μονο προστακτική)
ειδέ ρήμα Δωρική εἴδω κοιτά
γρικώ ρήμα μεσαιωνική Κρητική ακούω
κατέχω[3] ρήμα Δωρική κατέχω ξέρω
απής σύνδε Δωρική άπαξ αφού, μετά
κάτης ουσια Λατινική cattus γάτα
αμανίτος ουσια Λατινική amanitus μανιτάρι
αρισμαρί ουσια Λατινική rosmarinus δενδρολίβανο
αλισάχνη ουσια Ομηρική αλός άχνην[4] πολύ αλμυρό
χοχλιός ουσια Δωρική κοχλίας σαλιγκάρι
όρνιθα ουσια Δωρική ὄρνις κότα
μαδάρα ουσια Δωρική μαδαρός βουνό χωρίς βλάστηση, βράχος
μαδώ ρήμα Δωρική μαδαρός αποψιλώνω
ηντα αντων μεσαιωνική Κρητική τί
γιάηντα σύνδε μεσαιωνική Κρητική γιατί
αρναούτης επίθε Τούρκικο arnaut ατημέλητος
απύρι ουσια Δωρική από-πυρ θειάφι
βεντέτα ουσια Λατινική vindicta εκδίκηση
χάρακας, χαράκι ουσια Δωρική χάραξ βράχος
είς άρθρο Δωρική εἷς ένας
αλάργo επίρρ Λατινική largus μακριά
αθιβολώ[5] ρήμα μεσαιωνική Κρητική κουβεντιάζω
αίγα ουσια Δωρική αἶγα (αιτιατική) κατσίκα
σαλεύω ρήμα Δωρική σαλεύω κινούμαι
σκιάς επίρρ μεσαιωνική Κρητική τουλάχιστον
πορίζω ρήμα Δωρική πορεία+ίζω βγαίνω έξω
ξά ουσια Δωρική ἐξουσία δικαίωμα, ευθύνη
μήδε[6] σύνδε Δωρική μήδε[1][7] ούτε
μανίζω ρήμα Δωρική μῆνις θυμώνω
βεντέμα ουσια Ενετική vendemma συγκομιδή
μαντινάδα ουσια Ενετική mantinada έμμετρο τετράστιχο
μανίκα ουσια Λατινική manica μανίκι
εδά επίρρ μεσαιωνική Κρητική τώρα
κάλυκας ουσια Λατινική caligas μπότα
ντελόγο επίρρ μεσαιωνική Κρητική αμέσως
σαφί επίρρ Δωρική σαφές πάντα , συνεχώς
ντρέτα επίρρ μεσαιωνική Κρητική ίσια, ευθεία, μεταφορικά τίμια
ταχιά επίρρ Δωρική ταχέα αύριο πρωί
οψάργας επίρρ μεσαιωνική Κρητική χθες βράδυ
πόδε επίρρ μεσαιωνική Κρητική κοντά
ποθές επίρρ μεσαιωνική Κρητική πουθενά
θέτω ρήμα Δωρική τίθημι ξαπλώνω
λέσκα[8] ουσια μεσαιωνική Κρητική χαράδρα
καράνης ουσια Δωρική καρανώ ξεροκέφαλος
εργώ ρήμα Δωρική εν-ῥιγῶ κρυώνω
ξόδι ουσια Ελληνιστική ἐξόδιον κηδεία
δροσά αντων μεσαιωνική Κρητική τίποτα
αγλακώ ρήμα μεσαιωνική Κρητική τρέχω
κουτέντα ουσια μεσαιωνική Κρητική κολακείες
επαε επίρρ μεσαιωνική Κρητική εδώ
μιλιούνια ουσια Λατινική milia χιλίαδες
μαντάτο[9] ουσια Λατινική mandatum νέο, στοιχείο, περιστατικό
κεντώ[10] ρήμα μεσαιωνική Κρητική παίρνω φωτιά, καίω
απολλυμάρι ουσια Δωρική απόλλυμι πτώμα
αντίσκαρος ουσια μεσαιωνική Κρητική αντικαταστάτης
αντισκάρι ουσια μεσαιωνική Κρητική αντάλλαγμα
δόγα ουσια Ενετική doga ξύλινο κομμάτι από σκάφος λαούτου
δραγουμάνος ουσια Ενετική dragoman διερμηνέας
νοντάρος[11] ουσια Ενετική nodaro συμβολαιογράφος
αβοκάτης ουσια Λατινική advocatus συνήγορος
αλαργινός επίθε Λατινική largus μακρινός
αλαργεύω ρήμα Λατινική largus απομακρύνομαι
μολάρω - έρνω ρήμα Ενετική molar φεύγω
μολαριτός μετοχ Ενετική molar λυμένος (από δεσμά)
πάντης[12] σύνδε μεσαιωνική Κρητική μήπως
θο πρόθε μεσαιωνική Κρητική προς
μολεύω ρήμα μεσαιωνική Κρητική ατιμάζω, μολύνω
ξεκρίνω ρήμα Δωρική ξε-κρίνω ξεχωρίζω
ξεβγάνω ρήμα Δωρική ξε-βγάζω σκοτώνω


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 R. F. Willetts, The Law Code of Gortyn, 1967.
  2. Η Δωρική δεικτική αντωνυμία τῆνος αντί του Αττικού (ἐ)κεῖνος.
  3. Kορνάρος, Βιτσέντζος Eρωτόκριτος 1590 - 1610, verse 756
  4. Οδύσσεια (ε 403) «είλυτο δε πανθ άλός άχνη», Ιλιάδα (Δ 426) «Ως δ΄ ότε κύμα θαλάσσης μεγάλα βρέμει, αμφί δε τ`άκρας κυρτόν εόν κορυφούται, αποπτύει δ αλός άχνην»
  5. Kορνάρος, Βιτσέντζος Eρωτόκριτος 1590 - 1610, verse 8
  6. Kορνάρος, Βιτσέντζος Eρωτόκριτος 1590 - 1610, verse 94, 221, 288, αναφέρεται συνολικά 66 φορές.
  7. Κώδικας της Γόρτυνας – VI 4, 9, 7, 35; X 28, 29 (Ο σύνδεσμος ‘’μήδε’’ της κρητικής διαλέκτου με ακριβώς τη ίδια σημασία)
  8. Ριζίτικα, Αγριμία κι αγριμάκια μου, verse 5
  9. Kορνάρος, Βιτσέντζος Eρωτόκριτος 1590 - 1610, verse 364
  10. Kορνάρος, Βιτσέντζος Eρωτόκριτος 1590 - 1610, verse 100
  11. Kορνάρος, Βιτσέντζος Eρωτόκριτος 1590 - 1610, verse 856
  12. Kορνάρος, Βιτσέντζος Eρωτόκριτος 1590 - 1610, verse 615

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολιτιστικός Σύλλογος Δαφνών - Λέξεις από την Κρητική διάλεκτο

Κρητικό Λεξικό - Κρητική Διάλεκτος