Διωνυμική ονοματολογία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Στη βιολογία, η διωνυμική ονοματολογία (Λατινικά: binominal = bis (δις) + nomen (όνομα)) είναι η επίσημη μέθοδος ονοματοδοσίας των ειδών. Αφού προτάθηκε η λογική του 'διώνυμου', τα επιστημονικά ονόματα των ειδών σχηματίζονται από το συνδυασμό δύο όρων: το όνομα του γένους και το όνομα του είδους. Στην περίπτωση που υπάρχει και τρίτη λέξη αυτή αποτελεί διευκρίνηση του υποείδους ή της ποικιλίας. Παρόλο που οι τελικές λεπτομέρειες μπορεί να διαφέρουν, υπάρχουν αδιαφιλονίκητες απόψεις που έχουν υιοθετηθεί διεθνώς:

  • Η επιστημονική ονομασία γράφεται πάντα με πλάγια γράμματα, π.χ. Homo sapiens (Άνθρωπος ο σοφός). Όταν είναι χειρόγραφη πρέπει να είναι υπογραμμισμένη.
  • Το πρώτο γράμμα του πρώτου όρου, δηλαδή του ονόματος του γένους, είναι κεφαλαίο ενώ ο δεύτερος όρος, το όνομα του είδους δηλαδή, γράφεται με πεζά. Παραδείγματα: Canis lupus - Κύων ο λύκος[1] (λύκος), Felis silvestris - Αίλουρος ο άγριος (αγριόγατα).
  • Το επιστημονικό όνομα πρέπει να γράφεται ολοκληρωμένο όταν αναφέρεται για πρώτη φορά. Στη συνέχεια μπορεί να γράφεται μόνον το αρχικό του γενικού ονόματος, για παράδειγμα το Canis lupus θα γίνει C. lupus. Σε σπάνιες περιπτώσεις γίνεται κοινή χρήση αυτής της μορφής συντομογραφίας, για παράδειγμα το βακτήριο Escherichia coli συχνά αναφέρεται απλώς ως E. coli.
  • Η συντομογραφία "sp." (ή "spec.") χρησιμοποιείται όταν το πραγματικό όνομα του είδους είναι άγνωστο: για παράδειγμα το Canis sp. δηλώνει "ένα είδος του γένους Canis". Η συντομογραφία "spp." (πληθυντικός) υποδηλώνει "αρκετά άγνωστα είδη" (ή μπορεί να εννοεί πολλά είδη του συγκεκριμένου γένους, χωρίς να χρειάζεται να αναφερθούν αναλυτικά στη συγκεκριμένη αναφορά).
  • Δίπλα από την ονομασία μετά από κόμμα γράφεται το όνομα του ερευνητή που περιέγραψε και κατέγραψε πρώτος το είδος ή το υποείδος και αμέσως μετά η χρονολογία καταγραφής: Canis lupus, Linnaeus, 1758
  • Η γραφή του ονόματος του ερευνητή μέσα σε παρένθεση υποδηλώνει ότι το παρόν γένος του είδους είναι διαφορετικό από το αρχικό: Canis lupus filchneri (Matschie, 1907)
  • Όταν η χρονολογία περιγραφής βρίσκεται μέσα σε αγκύλες υποδηλώνεται αβεβαιότητα γι'αυτήν: Pelophylax kurtmuelleri [Gayda, 1940]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τη χρήση της διωνυμικής ονοματολογίας την εισήγαγε ο Λινναίος το 1735 με το έργο του Systema Naturae

Από τις παλαιότερες προσπάθειες συστηματοποίησης της ταξινόμησης, ο Λινναίος επηρεάστηκε περισσότερο από τις εργασίες των Γκασπάρ Μπάουχιν (Gaspard Bauhin, 1560-1624), Τζων Ραίη (John Ray, 1627–1705) και Ζοζέφ Πιτόν ντε Τουρνεφόρ (Joseph Pitton de Tournefort, 1656—1708). Ο Ελβετός Μπάουχιν ήταν ο πρώτος που εισήγαγε τη διάκριση του γένους και του είδους στη βοτανική και δημιούργησε μ' αυτόν τον τρόπο μία δυαδική ονοματολογία. Ο Άγγλος Τζων Ραίη εισήγαγε ένα πιο περιεκτικό σύστημα ταξινόμησης και μια νέα έννοια του είδους. Και ο Γάλλος βοτανολόγος Τουρνεφόρ δημιούργησε ένα σύστημα ταξινόμησης φυτών με ακριβείς ορισμούς των γενών.

Η αξία της διωνυμικής ονοματοδοσίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αξία του συστήματος της διωνυμικής ονοματοδοσίας αντλείται κυρίως από την οικονομία της και την εκτεταμένη χρήση της:

  • κάθε είδος μπορεί να αναγνωριστεί αναμφίβολα από δύο απλώς λέξεις
  • το ίδιο όνομα χρησιμοποιείται σε όλο τον κόσμο, σε όλες τις γλώσσες, αποφεύγοντας τις δυσκολίες των μεταφράσεων

Κώδικες ονοματοδοσίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τα μέσα του 19ου αιώνα άρχισε να εμφανίζεται η ανάγκη της δημιουργίας μιας σειράς κανόνων που θα ελέγχουν τα επιστημονικά ονόματα. Στην πορεία του χρόνου αυτό εξελίχθηκε σε Κώδικες ονοματολογίας, ελέγχοντας την ονομασία των ζώων (ICZN), των φυτών (περιλαμβανομένων των μυκήτων, των κυανοβακτηριδίων) (ICBN), των βακτηρίων (ICNB) και των ιών.

Αυτοί οι κώδικες διαφέρουν.

  • Για παράδειγμα, ο ICBN, ο Κώδικας των φυτών δεν επιτρέπει την ταυτωνυμία, ενώ ο ICZN, ο Κώδικας των ζώων επιτρέπει τα ταυτώνυμα.
  • Τα σημεία εκκίνησης, ο χρόνος δηλαδή που ξεκίνησαν να εφαρμόζονται αυτοί οι "Κώδικες" διαφέρουν από ομάδα σε ομάδα. Στην βοτανική το σημείο έναρξης είναι συνήθως το 1753, στην ζωολογία το 1758. Η Βακτηριολογία ξεκίνησε εκ νέου, με σημείο έναρξης το 1980[1]).

Ένας Βιοκώδικας έχει προταθεί για να αντικαταστήσει διάφορους κώδικες, αν και η υλοποίησή του δεν πρόκειται να γίνει στο εγγύς μέλλον. Υπάρχει επίσης διαμάχη σχετικά με την ανάπτυξη ενός Φυλοκώδικα (Phylocode) για να ονομαστούν κλάδοι φυλογενετικών δένδρων παρά τα taxa. Υποστηρικτές του Φυλοκώδικα χρησιμοποιούν την ονομασία "Κώδικες του Λινναίου" για τους συνυπάρχοντες Κώδικες και την Ταξονομία του Λινναίου οι οποίοι χρησιμοποιούνται για επιστημονική ταξινόμηση.

Ευστάθεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι υπάρχοντες κώδικες ονοματοδοσίας στοχεύουν (επιτυχώς) στην ευστάθεια των ονομάτων. Ωστόσο, η ευστάθεια που εξσφαλίζεται δεν είναι απόλυτη. Ένας μόνο οργανισμός μπορεί να έχει διάφορα επιστημονικά ονόματα, ένα για κάθε διαφορετική ταξινομική άποψη. Μία άλλη πηγή αστάθειας είναι η ανάσυρση ξεχασμένων ονομάτων τα οποία διατείνονται προτεραιότητα στη δημοσίευση. Στην τελευταία περίπτωση, η συντήρηση είναι δυνατή σύμφωνα με τους κώδικες ονοματοδοσίας.

Προέλευση ονομάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ονοματοδοσία γίνεται από τον ερευνητή που πρωτοπεριέγραψε επιστημονικά το είδος. Συνήθως είναι λατινικές ή λατινοποιημένες (συχνα ελληνικές) λέξεις. Το όνομα του γένους είναι πάντα ουσιαστικό στον ενικό της ονομαστικής ενώ το όνομα του είδους είναι συνήθως επίθετο. Αντί επιστημονική ονομασία αποκαλείται συχνά και λατινική ονομασία. Το ειδικό επίθετο είναι πολλές φορές αναφορά στο όνομα του ατόμου που ανακάλυψε το είδος, ή στον τόπο όπου βρέθηκε.

Επεκτάσεις της διωνυμικής ονοματοδοσίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τριωνυμική ονοματοδοσία των ζώων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη ζωολογία, για ένα είδος ζώου μπορεί να χρησιμοποιείται η τριωνυμική ονοματοδοσία για να δηλώσει το υποείδος, π.χ. ο Κορμοράνος (Phalacrocorax carbo) που υπάρχει στη Νέα Ζηλανδία διαφέρει ελαφρά από τους υπόλοιπους κορμοράνους, και ταξινομείται σαν υποείδος Phalacrocorax carbo novaehollandiae.

Βοτανικές υποδιαιρέσεις των ειδών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη βοτανική, υπάρχουν αρκετές υποδιαιρέσεις κάτω από το είδος, όπως το υποείδος, η ποικιλία, και το form. Σε αντίθεση με τη ζωολογία, όπου υπάρχει μόνο μία υποδιαίρεση (υποείδος) κάτω από το είδος. Έτσι τα περιλαμβανόμενα ονόματα των φυτών πρέπει να συνοδεύονται από ένα δείκτη (όπως είναι το "subsp.") για να δηλώσουν την ταξινόμησή τους, σε αντίθεση με τα τριώνυμα ονόματα των ζώων που δε χρειάζονται κάτι ανάλογο. Για παράδειγμα:

  • Pinus nigra subsp. salzmannii - Πεύκη η μαύρη υποειδ. του Ζάλτσμαν
  • Pinus nigra var. caramanica - Πεύκη η μαύρη ποικ. καραμανική

Ένα ενδιάμεσο υβρίδιο χαρακτηρίζεται με το σύμβολο του πολλαπλασιασμού πριν το επίθετο, π.χ. Dianthus × allwoodii (Dianthus caryophyllus × Dianthus plumarius). An intergeneric cross is designated by a multiplication sign before the generic name, π.χ. × Heucherella tirelloides (Heuchera sanguinea × Tiarella cordifolia) [2]. Όταν το σύμβοπλο του πολλαπλασιασμού δεν είναι διαθέσιμο (σε μια γραφομηχανή ή σε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή), τότε χρησιμοποιείται το πεζό γράμμα "x" για να δηλώσει το υβρίδιο.

Πατρότητα επιστημονικών ονομάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια πλήρης αναφορά σε κάποιο είδος δεν περιλαμβάνει μόνο το λατινικό διώνυμο, αλλά και το όνομα του ερευνητή που περιέγραψε και κατέγραψε επιστημονικά για πρώτη φορά το είδος. Ενώ το επιστημονικό όνομα γράφεται πλαγίως, η αναφορά στο όνομα του επιστήμονα γράφεται κανονικά. Οι κανόνες για την αναφορά του ερευνητή διαφέρουν κάπως μεταξύ της βοτανικής και της ζωολογίας, και κατευθύνονται από τον Διεθνή Κώδικα Βοτανικής Ονοματοδοσίας (International Code of Botanical Nomenclature) και τον Διεθνή Κώδικα Ζωολογικής Ονοματοδοσίας (International Code of Zoological Nomenclature) αντιστοίχως.

Στη βοτανική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομα ή τα ονόματα των ερευνητών συντομογραφουνται σε ένα προτυποποιημένο ευρετήριο ονομάτων των ερευνητών από τον Βασιλικό Βοτανικό Κήπο στο Κιου της Αγγλίας. Η ημερομηνία δημοσίευσης δεν αναφέρεται σε σύντομες παραθέσεις. Οι αναγνωρισμένες συντομογραφίες μπορούν να βρεθούν στο Διεθνές Ευρετήριο Ονομάτων Φυτών.

Για παράδειγμα στην Pinus koraiensis (Πεύκη η κορεατική) Siebold & Zucc., το Siebold αναφέρεται στον Philipp Franz von Siebold και το Zucc. αποδίδεται στον Joseph Gerhard Zuccarini.

Μερικές φορές, όταν ένα είδος μεταφερθεί σε διαφορετικό γένος, το όνομα του αρχικού ερευνητή τοποθετείται σε παρένθεση και το του υπεύθυνου για την μετακίνηση επισυνάπτεται. Για παράδειγμα, η σεκόια καταγράφηκε αρχικά από τον David Don, ως Taxodium sempervirens D. Don. Στη συνέχεια, ο Stephan Ladislaus Endlicher παρατήρησε ότι ήταν ανόμοιο με τα υπόλοιπα είδη του γένους Taxodium, και το μετέφερε σε νέο γένος, δημοσιεύοντας το ως Sequoia sempervirens - Σεκόια η αειθαλής (D. Don) Endl.

Σε άρθρα που αφορούν τη λεπτομερή λίστα ή την ταξινόμηση ενός φυτού, παρουσιάζεται η ημερομηνία και ο τόπος δημοσίευσης, όμως αυτή η πρακτική σπανίζει σε εγκυκλοπαίδειες ή άλλες μη-ταξινομικές εργασίες. Στο προηγούμενο παράδειγμα η πλήρης αναφορά είναι Sequoia sempervirens (D. Don) Endl., Syn. Conif. 198 (1847), παραπέμποντας στη σελίδα 198 του Synopsis Coniferarum του Endlicher, που δημοσιεύτηκε το 1847.

Στη ζωολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη ζωολογία, γράφεται ολόκληρο το και μόνον το επώνυμο του ερευνητή. Εξαιρέσεις είναι ο Λινναίος που συντομογραφείται με το αρχικό του (L.) και η περίπτωση συνωνυμίας οπότε δίνονται και τα αρχικά τον ονομάτων. Μετά το όνομα αναγράφεται επίσης η ημερομηνία της πρώτης καταγραφής.

Για παράδειγμα, η φάλαινα μυστακοκήτος περιγράφηκε και ονομάστηκε από τον Κάρολο Λινναίο στην εργασία του Systema Naturae που δημοσιεύτηκε το 1758, οπότε γράφεται ως Balaena mysticetus Linnaeus, 1758.

Αν ένα είδος μεταφερθεί αργότερα σε ένα διαφορετικό γένος, το όνομα του ερευνητή και η ημερομηνία γράφονται μέσα σε παρένθεση. Για παράδειγμα, η ασπρομέτωπη χήνα περιγράφηκε αρχικά από τον Giovanni Antonio Scopoli, με το όνομα Branta albifrons Scopoli, 1769. Αργότερα παρατηρήθηκε ότι έχει περισσότερες ομοιότητες με την σταχτόχηνα του γένους Anser παρά με την μαύρη χήνα του γένους Branta, οπότε μεταφέρθηκε σε αυτό το γένος και πλέον γράφεται ως Anser albifrons (Scopoli, 1769).

Εδώ, επίσης, σε επίσημες δημοσιεύσεις, μία πλήρη παράθεση δίνεται, παραθέτοντας το αρχικό όνομα και δημοσίευση, σε αυτήν την περίπτωση ως Branta albifrons Scopoli, 1769, Annus I Hist.-Nat. 69.

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. ^ Ο βοτανικός κώδικας κρατούσε αναφορές σε βακτήρια από το 1975. Ο βακτηριδιολογικός κώδικας ονοματοδοσίας εγκρίθηκε στο 4ο Διεθνές Συνέδριο για τη Μικροβιολογία το 1947, αλλά απορρίφθηκε αργότερα. Η επίσημη "Εναρκτήρια Ημερομηνία Ονοματοδοσίας" για τον τρέχοντα Διεθνή Κώδικα για τα βακτήρια είναι η 1 Ιανουρίου 1980.
  2. ^ Η Γλώσσα της Φυτοκομίας (αγγλικά)

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Απειλούμενα Είδη Ζώων: Καφέ αρκούδα - Λύκος» (στα Ελληνικά). Bιοποικιλότητα: Το εργαστήρι της Ζωής. http://kpe-kastor.kas.sch.gr/biod_net/schools1/lipohori-programme.htm. Ανακτήθηκε στις 2012-11-04. 

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]