Ελεγεία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Στην αρχαιότητα ελεγεία χαρακτηριζόταν κάθε ποίημα που αναπτυσσόταν σε δίστιχα. Πατρίδα της ελεγείας ήταν η αρχαία Ελλάδα.

Αρχικά ο όρος ελεγεία εκ του έλεγος σήμαινε θρησκευτικό άσμα σε μορφή δίστιχου ποιήματος. Αργότερα σήμαινε εκείνη την Ωδή της οποίας ο πρώτος στίχος ήταν δακτυλικός εξάμετρος (αποτελούμενος από δύο ακατάληκτες τριποδίες) και ο δεύτερος δακτυλικός πεντάμετρος, (αποτελούμενος από δύο καταληκτικές τριποδίες) λεγόμενα "ελεγειακά ποιήματα", καταλήγοντας έτσι και σε χαρακτηρισμό ποιητικού μέτρου. Χαρακτηριστικότερο, κλασικό παράδειγμα ελεγείας αποτελεί το περίφημο επίγραμμα των πεσόντων Λακεδαιμονίων στις Θερμοπύλες που συνέγραψε ο Σιμωνίδης ο Κείος:

Ὦ ξεῖν', ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε
κείμεθα, τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι.

Οι ελεγείες εξέφραζαν διάφορα συναισθήματα, από την καθημερινή ζωή των αρχαίων Ελλήνων, έτσι διακρίνονταν, ανάλογα αυτών, σε:

  1. Πολεμικές ελεγείες, που αποτελούσαν και θούρια, όπως π.χ. έγραψαν ο Τυρταίος και ο Καλλίνος.
  2. Ελεγείες αγάπης, όπως π.χ. έγραψε ο Μίμνερμος
  3. Ελεγείες λύπης
  4. Ελεγείες διδακτικές, με τις οποίες μεταδίδονταν φιλοσοφικές ιδέες όπως τέτοιες έγραψε ο Ξενοφάνης
  5. Ελεγείες σοφιστικές, που περιείχαν αποφθέγματα όπως π.χ. έγραψε ο Φωκυλίδης.
  6. Ελεγείες θριαμβικές, όπως π.χ. έγραψαν ο Σόλων και ο Θέογνις ο Μεγαρεύς με έντονο πολιτικό χαρακτήρα κ.ά.

Γενικά οι ελεγείες στην αρχαία Ελλάδα απαγγέλονταν με συνοδεία αυλητών. Ελεγείες επίσης συνέγραψαν εκτός των παραπάνω και πολλοί άλλοι όπως οι Αντίμαχος, Αισχύλος, Ίων, οι φιλόσοφοι Ξενοφάνης, Παρμενίδης, Πλάτων, Αριστοτέλης καθώς και ο Κριτίας ένας εκ των τριάκοντα.

Στην ελληνιστική περίοδο οι ελεγείες αν και διατήρησαν την μορφή τους, εμπλουτίστηκαν έντονα, ιδίως από τους Αλεξανδρινούς ποιητές, με θέματα από την Ελληνική Μυθολογία, χάνοντας έτσι τον παλαιότερο χαρακτήρα τους. Σπουδαίοι ελεγειακοί ποιητές της περιόδου εκείνης ήταν οι: Φιλητάς ο Κώος, Ερμησιάναξ ο Κολοφώνιος, Καλλίμαχος ο Κυρηναίος (που κρίθηκε άριστος πάντων), Αλέξανδρος ο Αιτωλός (σύγχρονος του Καλλιμάχου) καθώς και ο Παρθένιος ο Νικαεύς που υπήρξε και δάσκαλος του Βεργιλίου.
Στη Ρωμαϊκή περίοδο οι ελεγείες συνεχίστηκαν από εξαίρετους Λατίνους ποιητές οι οποίοι επανέφεραν το είδος αυτό στον αρχικό του χαρακτήρα. Επιφανέστεροι εξ αυτών ήταν οι: Οβίδιος, Τίβουλλος, Κάτυλλος και ο Προπέρτιος.
Κατά τον Μεσαίωνα η ελεγεία έχει ήδη λάβει τον χαρακτήρα της έκφρασης του ερωτικού πάθους και περισσότερο της ερωτικής απογοήτευσης. Πολλοί θεωρούν τον μεσαιωνικό θρήνο ως συνέχεια της ελεγείας. Με την εμφάνιση όμως του ουμανισμού που εμπνεόταν από την αρχαία ποίηση, η ελεγεία αρχίζει μια έντονη αρχαιοπρεπή παρουσία με την επιστροφή της στον αρχαίο λυρισμό.
Έργα σπουδαίων ποιητών αποτελούν σταθμούς της εξέλιξης της ελεγείας στους νεότερους αιώνες, ειδικότερα στη γαλλική και περισσότερο στην αγγλική και γερμανική λογοτεχνία όπου άρχισε να δίνει τη θέση της στο σύγχρονο λυρισμό.

Στη νεότερη Ελλάδα διαπιστώνεται με έκπληξη η διατήρηση της ελεγείας μέσα στο δημοτικό τραγούδι. Στη νεοελληνική λογοτεχνία - ποίηση, του 19ου και του 20ου αιώνα την ελεγεία εκπροσώπησαν με τα έργα τους οι Διονύσιος Σολωμός, Βαλαωρίτης, Κωστής Παλαμάς, Λάμπρος Πορφύρας, Καρυωτάκης κ.ά. ενώ ο Καβάφης ακολούθησε μάλλον τους απόηχους του ποιητικού αυτού είδους.