Φερδινάνδος Β΄ της Αραγωνίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Φερδινάνδος Β΄ της Αραγωνίας
ο Καθολικός
Michel Sittow 004.jpg
Περίοδος 1479-1516
Προκάτοχος Ιωάννης Β΄ της Αραγόνας
Διάδοχος Κάρολος Α΄ της Αραγώνας
Βασιλιάς της Καστίλης
Περίοδος 1475-1504
Οίκος Οίκος της Αραγωνίας - Οίκος Τρασταμάρα
Commons page Πολυμέσα σχετικά με το θέμα
δεδομέναπ  σ  ε )

Ο Φερδινάνδος Β΄ της Αραγώνας (Fernando II de Aragón, 10 Μαρτίου 1452 - 23 Ιανουαρίου 1516) ήταν, μαζί με τη σύζυγό του, Ισαβέλλα Α΄ της Καστίλης, ένας από τους Καθολικούς Βασιλείς. Πέραν των εδαφών του Στέμματος της Αραγώνας υπήρξε τιτλούχος μονάρχης της Καστίλης, της Ναβάρρας και της Σικελίας. Θεωρείται ο πρώτος μονάρχης της λεγόμενης Καθολικής Μοναρχίας,[1] από τους σημαντικότερους στην ιστορία των ισπανικών βασιλείων. Τα μεγάλα του σχέδια και η πολύπλευρη στρατηγική του κυρίως για τον περιορισμό του βασιλείου της Γαλλίας, τον έφεραν για περίπου μισό αιώνα στο επίκεντρο της υστερομεσαιωνικής ευρωπαϊκής τάξης πραγμάτων.[2] Η υπό την ηγεσία του σύγκλιση του Στέμματος της Αραγώνας με αυτό της Καστίλης ξεκίνησε παράλληλα μια διαδικασία κατά την οποία το αραγωνικό Στέμμα θα απομακρυνόταν από το επίκεντρο του ενδιαφέροντος των μοναρχών του και θα παραγκωνιζόταν μπροστά στην ασύγκριτα μεγαλύτερη ισχύ του ιβηρικού του γείτονα.[3]

Καταγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φερδινάνδος ανήκε στην αραγωνική πλευρά του καστιλιανικού οίκου της Τραστάμαρα, που μετά τον Συμβιβασμό του Κάσπε κατείχε το Στέμμα της Αραγώνας. Ήταν γιος του Ιωάννη Β΄ της Αραγώνας (βασίλευσε από το 1458 μέχρι το 1479) και της δεύτερης συζύγου του, Ιωάννας Ενρίκεθ. Το 1461, ένα χρόνο μετά του θάνατο του ετεροθαλούς του αδερφού Καρόλου, πρίγκιπα της Βιάνα, έλαβε τον τίτλου του πρίγκιπα της Ζιρόνα, που επιβεβαίωσε τη θέση του ως διαδόχου του θρόνου.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γάμος με την Ισαβέλλα της Καστίλης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1468 έλαβε τον τίτλο του βασιλιά της Σικελίας από τον πατέρα του. Ένα χρόνο αργότερα, ο διάδοχος στο Στέμμα της Καστίλης, Αλφόνσος, πέθανε, και η Ισαβέλλα, ανιψιά του καστιλιανού μονάρχη Ερρίκου Δ΄, αναγνωρίστηκε ως διάδοχος. Μετά από πολλές προσπάθειες του Ιωάννη Β΄, οι δύο διάδοχοι της Αραγώνας και της Καστίλης παντρεύτηκαν στις 19 Οκτωβρίου 1469 στο Βαγιαδολίδ. Ένα χρόνο πριν, ο Φερδινάνδος είχε λάβει τον τίτλο του βασιλιά της Σικελίας από τον πατέρα του.[4] Ο θάνατος του καστιλιανού μονάρχη σηματοδότησε την έκρηξη του καστιλιανικού πολέμου διαδοχής, μεταξύ των υποστηρικτών της Ιωάννας Μπελτράν και αυτών της Ισαβέλλας. Η αποδοχή του Φερδινάνδου από την καστιλιανική αριστοκρατία ως συμβασιλέα της Καστίλης (Συμφωνία της Σεγόβια, 1475)[5] και η αποφασιστική στρατιωτική ηγεσία του[6] στις μάχες εναντίον των στρατευμάτων της Ιωάννας οδήγησαν στην υπογραφή της Συνθήκης της Αλκασόβας το 1479 και την παραίτησή της από τη διεκδίκηση του θρόνου.[7] Τον ίδιο χρόνο ο Φερδινάνδος διαδέχθηκε τον πατέρα του στο Στέμμα της Αραγώνας.[7]

Γενικά ωστόσο ο Φερδινάνδος δεν έτυχε ποτέ ολικής αποδοχής από τους καστιλιανούς ευγενείς. Η παραδοσιακή τάση των αραγωνέζων Τραστάμαρα να εμπλέκονται στις υποθέσεις την Καστίλης και η πικρία των ηττημένων του πολέμου εναντίον της Ισαβέλλας συνέβαλαν αποφασιστικά στην απόρριψή του, που έγινε ιδιαίτερα εμφανής κατά τη σύντομη βασιλεία του Φίλιππου Α΄.[2]

Καταλονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την έναρξη της βασιλείας του, ο Φερδινάνδος ισχυροποίησε την θέση του Καταλανικών Συνελεύσεων, υποτάσσοντας το βασιλική εξουσία στους νόμους της Καταλονίας. Όρισε επίσης την Ζενεραλιτάτ και το Βασιλικό Δικαστήριο της Καταλονίας υπεύθυνους της επιβολής της έννομης τάξης στο Πριγκιπάτο. Αυτές οι δύο διατάξεις αποτέλεσαν την βάση του νομικού καθεστώτος της Καταλονίας μέχρι την κατάλυσή του από τον Φίλιππο Ε΄ το 1716.

Με την Διαιτητική Απόφαση της Γκουαδαλούπε, προσπάθησε να δώσει λύση στην κύρια αιτία που είχε προκαλέσει τον Καταλανικό Εμφύλιο Πόλεμο, τις συγκρούσεις των χωρικών remensa και των κυρίων τους, ορίζοντας την παύση των mals usos (ημιδουλοπαροικιακών νόμων που ίσχυαν στην Παλαιά Καταλονία) και την δυνατότητα των χωρικών να εξαγοράζουν την ελευθερία τους. Η ελευθερία κινήσεων των καταλανών χωρικών, πρωτοποριακή για την Ευρώπη του 15ου αιώνα, επέτρεψε την μερική άνθηση των, κατά τα άλλα ερημωμένων από τον εμφύλιο, αγροτικών περιοχών της Καταλονίας.[8]

Κατάκτηση του Εμιράτου της Γρανάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1482 οι Καθολικοί Βασιλείς ξεκίνησαν την πολεμική τους δράση εναντίον του Εμιράτου της Γρανάδα[9], που θα κατέληγε, έντεκα χρόνια αργότερα, στην οριστική του κατάλυση. Μέσα από αυτόν τον πόλεμο αναδείχθηκαν οι πολεμικές αρετές του Φερδινάνδου· η κατάκτηση του τελευταίου μουσουλμανικού βασιλείου της Ιβηρικής εδραίωσε ταυτόχρονα την εξουσία των δύο τόσο στα βασίλειά τους όσο και στην Ευρώπη.

Όσον αφορά τη θρησκεία, ο Φερδινάνδος ίδρυσε το 1478 την Ισπανική Ιερά Εξέταση (που δεν αποτελεί άμεση συνέχεια του αντίστοιχου θεσμού που υφίστατο στο Στέμμα της Αραγόνας από το 1249), επέβαλε την απέλαση των Εβραίων το 1492. Τον Μάρτιο του 1500 ο Φερδινάνδος ηγήθηκε της στρατιωτικής κατάπνιξης της εξέγερσης των μουσουλμάνων στα όρη Αλπουχάρας.[10] Τέτοια αντίδραση, δικαιολογημένη βάσει της χριστιανικής καταπίεσης προς τους μουσουλμάνους του Βασιλείου της Γρανάδα, οδήγησε το 1502 σε αναγκαστική εξορία τους μουσουλμάνους του βασιλείου.

Αντιγαλλικό μέτωπο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το προσωπικό έμβλημα του Φερδινάνδου Β΄ προς το τέλος της ζωής του.

Βόρεια Καταλονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1492, ο Φερδινάνδος επικεντρώθηκε στη συνέχιση της μεσογειακή πολιτικής του Στέμματος της Αραγώνας.[11] Μεγάλος του αντίπαλος ήταν η γαλλική μοναρχία. Βάσει της Συνθήκης της Μπαγιόν, ο Ιωάννης Β΄ είχε παραδώσει τις βορειοκαταλανικές κομητείες της Σερδάνια και του Ροσελιό στον γάλλο μονάρχη Λουδοβίκο ΙΑ΄, ως αντάλλαγμα για την βοήθειά του στον Καταλανικό Εμφύλιο. Με το τέλος του Εμφυλίου, ωστόσο, ο Ιωάννης Β΄ μπήκε στο Περπινιάν και πολιορκήθηκε από γαλλικά στρατεύματα. Παρά τον μετέπειτα χαρακτηρισμό των δύο αυτών κομητειών ως ουδέτερων ζωνών, ο Λουδοβίκος ΙΑ΄ τις ανακατέκτησε το 1474. Αυτή η πραγματικότητα αναιρέθηκε με τη Συνθήκη της Βαρκελώνης το 1493, όπου ο Κάρολος Θ΄ της Γαλλίας επέστρεψε τις κομητείες στον Φερδινάνδο Β΄.[12]

Νάπολη και Μεσόγειος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αντίστοιχα στην Ιταλία οργάνωσε την Ιερά Συμμαχία (1495) εναντίον της γαλλικής προσπάθειας επιβολής τους στο βασίλειο της Νάπολης. Εκδίωξε τους αραγωνέζους μονάρχες του βασιλείου και, μετά από μια πολύχρονη εκστρατεία που καθοδηγήθηκε από τον Γκονθάλο Φερνάντεθ δε Κόρδοβα, δούκα της Άλβα, νίκησε και τα γαλλικά στρατεύματα κι ενσωμάτωσε το 1504 τη Νάπολη στο Στέμμα.[13] Παρά τις αμφιβολίες περί της τύχης του βασιλείου, το οποίο είχε κατακτηθεί από έναν καστιλιανό στρατηγό με οικονομικά και στρατιωτικά μέσα που προέρχονταν κυρίως από το κέντρο της Ιβηρικής, ο Φερδινάνδος κατάφερε να επανεντάξει το ναπολιτάνικο βασίλειο στο Στέμμα της Αραγώνας.[13] Ο Πάπας Αλέξανδρος Στ΄, που είχε διατηρήσει μια επιφυλακτική στάση έναντι του Φερδινάνδου, το 1496 ανακήρυξε αυτόν και τη σύζυγό του Καθολικούς Βασιλείς.

Στη Βόρεια Αφρική περιορίστηκε στην περιορισμένη χρονική κατοχή παραλιακών εδαφών στη Μεσόγειο (π.χ. Οράν)· τόσο η Ισαβέλλα όσο και ο αντιβασιλέας της Καστίλης, Καρδινάλιος Θισνέρος, είχαν υποστηρίξει παραδοσιακά μια μεγαλύτερη δράση εναντίον των μουσουλμάνων, κάτι το οποίο απέτρεψαν οι ιταλικές βλέψεις του Φερδινάνδου.[14] Εν τέλει, η Μεσογειακή του πολιτική απέτυχε, τόσο λόγω του συνεχούς γαλλικού κινδύνου, όσο και λόγω των εσωτερικών τριγμών που προκάλεσαν τα έξοδα των πολεμικών επιχειρήσεων κυρίως στην Καστίλη.[11]

Η επιτυχής αποστολή εξερεύνησης του Κολόμβου δεν υπήρξε κάποιο σπουδαίο γεγονός για τον Φερδινάνδο, ο οποίος, απασχολημένος με τη Μεσόγειο, παραχώρησε τα δικαιώματα από τις μελλοντικές ανακαλύψεις στο Στέμμα της Καστίλης.

Δυναστική πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα ακόμη μέσο που χρησιμοποίησε ο Φερδινάνδος εναντίον της Γαλλίας ήταν η δυναστική πολιτική του. Οι γάμοι των τέκνων του, Ισαβέλλας και Μαρίας με τον βασιλιά Μανουέλ Α΄ της Πορτογαλίας, του Ιωάννη με τη Μαργαρίτα της Αυστρίας, της Ιωάννας με τον Φίλιππο, δούκα της Γάνδης και της Αικατερίνης αρχικά με τον Αρθούρο, πρίγκιπα της Ουαλίας κι έπειτα με τον Ερρίκο Η΄ της Αγγλίας, απομόνωσε τη Γαλλία και αποτέλεσε μια σημαντική επιτυχία των Καθολικών Βασιλέων.

Ο θάνατος της Ισαβέλλας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το θάνατο της Ισαβέλλας το 1504, ο Φερδινάνδος ανέλαβε την εκ των πραγμάτων διακυβέρνηση της Καστίλης. Ωστόσο ο Φίλιππος, δούκας της Γάνδης, σύζυγος της Ιωάννας, νέας βασίλισσας της Καστίλης, δεν αποδέχθηκε τις παρεμβάσεις του πεθερού του.[13] Με τη Συμφωνία της Σαλαμάνκα, ο Φίλιππος και η Ιωάννα ορίστηκε να συγκυβερνούν ως βασιλείς και ο Φερδινάνδος να λειτουργεί ως κυβερνήτης. Παράλληλα, ο αραγωνέζος μονάρχης είχε νυμφευθεί τη Ζερμαίν ντε Φουά, ανιψιά του Λουδοβίκου ΙΒ΄. Οι ευγενείς της Καστίλης είδαν σε αυτή την κίνηση την πρόθεση του Φερδινάνδου να μην επιτρέψει την κληρονομιά του αραγωνικού Στέμματος από την Ιωάννα. Εν τούτοις, ο μοναδικός γιος του νέου γάμου, Ιωάννης, πέθανε στη γέννα. Όταν οι νέοι βασιλείς της Καστίλης κατέφθασαν στην Ιβηρική, φάνηκε ξεκάθαρα η αντιπαλότητα που υφίστατο μεταξύ των δύο αντρών.[13] Βάσει της Συμφωνίας της Μπιγιαφάφιλα το 1506, ο Φερδινάνδος αποχώρησε στην Αραγώνα και ο Φίλιππος ανακηρύχθηκε βασιλιάς. Ο θάνατός του όμως και η ανικανότητα της Ιωάννας να κυβερνήσει έφεραν τον καρδινάλιο Θισνέρος στη θέση του αντιβασιλέα, την οποία και άσκησε εκ των πραγμάτων στη θέση του Φερδινάνδου. Ο ίδιος ο βασιλιάς έκλεισε την κόρη του, και νόμιμη βασίλισσα της Καστίλης, στο κάστρο της Τορδεσίγιας για να περιορίσει τον κίνδυνο που απέρρεε από τις αξιώσεις της στο θρόνο.[13]

Ενσωμάτωση της Ναβάρρας στην Καστίλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεταξύ 1512 και 1513, ο Φερδινάνδος έλαβε μέρος στον εμφύλιο που ταλάνιζε το Βασίλειο της Ναβάρρας. Με βασκικά και καστιλιανικά στρατεύματα κατάφερε να επιβληθεί στρατιωτικά και να αναγνωριστεί από μία εκ των αντιμαχόμενων πλευρών, βασιλιάς της Ναβάρρας. Το 1515, η Καστιλιανική Συνέλευση αποδέχθηκαν την ενσωμάτωση της Ναβάρρας στην Καστίλη, παρά την απουσία ναβαρρέζων από την Συνέλευση.[15]

Θάνατος και διαθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φερδινάνδος απεβίωσε στις 23 Ιανουαρίου. Στη διαθήκη του μετέφερε όλες τις κτήσεις του στην κόρη του Ιωάννα και, μέσω αυτής, στον εγγονό του Κάρολο της Γάνδης, μελλοντικό Κάρολο Ε΄. Ως αντιβασιλέας της Αραγώνας ορίστηκε ο νόθος γιος του Αλόνσο, και της Καστίλης επιβεβαιώθηκε ο Θισνέρος. Διέταξε επίσης να θαφτεί στο Βασιλικό Παρεκκλήσι της Γρανάδα, δίπλα στην Ισαβέλλα.[16]

Η εικόνα του Φερδινάνδου στην ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εικόνα και η φήμη του Φερδινάνδου δεν είχε την τύχη που είχε η αντίστοιχη της πρώτης του συζύγου. Τόσο όσο ζούσε αυτή, αλλά ιδιαίτερα μετά τον θάνατό της, η καστιλιανική αριστοκρατία ήταν ξεκάθαρα ταγμένη υπέρ του γαμπρού του, Φιλίππου.[17] Στην πορεία της εξέλιξης της ισπανικής ιστοριογραφίας, οι Καθολικοί Βασιλείς ποτέ δεν κρίθηκαν συλλογικά· η ζυγαριά των ιστορικών πάντα έκλινε προς κάποιον από τους δύο. Για τον καταλανικό εθνικισμό και τη καταλανιστική ιστοριογραφία, ο Φερδινάνδος Β΄ θεωρείται ο κύριος υπεύθυνος της καταλανικής παρακμής του 15ου και 16ου αιώνα που, μαζί με την δεδομένη εχθρική τους στάση εναντίον των Τραστάμαρα, συνέβαλε στην υποβάθμιση της εικόνας του.[18]

Μαζί με την Ισαβέλα, η εικόνα του Φερδινάνδου συμμετέχει και στην εν πολλοίς λανθασμένη ιδέα ότι επί της βασιλείας τους, για πρώτη φορά ενώθηκε η Ισπανίας διαμέσου της δυναστικής ένωσης των δύο Τραστάμαρα.[19] Η απουσία τέτοιας ιδέας περί ενώσεως των δύο στεμμάτων και «ενοποίησης» της Ισπανίας αποδεικνύεται από τα σχέδια του Φερδινάνδου να αποκτήσει ένα νέο απόγονο με τη δεύτερη σύζυγό του, Ζερμαίν ντε Φουά.[20]

Παράλληλα, ο αραγωνέζος μονάρχης σχετίστηκε ιδιαίτερα με τον Μακιαβέλι και τη σκέψη του. Πολλοί ιστορικοί θεωρούν ότι ο Φερδινάνδος αποτέλεσε για τον φλορεντίνο συγγραφέα το πρότυπο της τελειότητας της πολιτικής δράσης.[21]

«Nissuna cosa fa tanto stimare un Principe, quanto fanno le grandi imprese, e il dare di sè esempi rari. Noi abbiamo nei nostri tempi Ferrando Re d'Aragona, presente Re di Spagna. Costui si può chiamare quasi Principe nuovo, perchè d'un Re debole è diventato per fama e per gloria il primo Re dei Cristiani; (...)»[22]

Σήμερα υφίσταται ένα ερευνητικό κέντρο, που υπόκειται στο Εθνικό Κέντρο Ερευνών της Ισπανίας, που φέρει το όνομά του.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Suárez Fernández 2004: 8.
  2. 2,0 2,1 Suárez Fernández 2004: 10.
  3. Elliot, 2002: 29.
  4. Suárez Fernández 2004: 31.
  5. Suárez Fernández 2004: 49.
  6. Elliot, J. H. (2002), Imperial Spain, Penguin, Λονδίνο. σελ. 17.
  7. 7,0 7,1 Elliot, 2002: 18.
  8. Ryder, Alan (2007), The Wreck of Catalonia, Oxford University Press, σελ. 261.
  9. Elliot, 2002: 31.
  10. Elliot, 2002: 33.
  11. 11,0 11,1 Suárez Fernández 2004: 16.
  12. Ryder, Alan, ibidem. σελ. 268.
  13. 13,0 13,1 13,2 13,3 13,4 Soria Mesa, Enrique. «Los últimos años de Fernando el Católico». Historia National Geographic nº 107. http://www.nationalgeographic.com.es/articulo/historia/grandes_reportajes/7768/los_ultimos_anos_fernando_catolico.html. Ανακτήθηκε στις 3/5/2015. 
  14. Elliot, 2002: 35.
  15. García-Mercadal, Fernando, Los títulos y la Heráldica de los Reyes de España: Estudios de derecho dinástico, Editorial Bosch, 1995
  16. Ernest Belenguer (1999), Fernando el Católico. Península. ISBN 978-84-8307-183-0
  17. García Cárcel, Ricardo (2013), La herencia del pasado. 3η έκδοση. Galaxia Gutenberg, Βαρκελώνη. σελ. 507.
  18. García Cárcel (2013), ibidem, σελ. 300.
  19. García Cárcel (2013), ibidem, σελ. 512.
  20. García Cárcel (2013), ibidem, σελ. 513.
  21. Miguel Saralegui (2013), «El príncipe afortunado: Fernando el Católico en la obra de Maquiavelo», στο Virtudes políticas en el siglo de oro, Ediciones Universidad de Navarra, Παμπλόνα. σελ. 33.
  22. Niccolò Machiavelli (1513), Il Principe.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Aurora Egido y José Enrique Laplana (2013) (επιμ.), La imagen de Fernando el Católico en la Historia, la Literatura y el Arte, Jornadas Fernandinas desarrolladas en la Facultad de Filosofía y Letrasde la Universidad de Zaragoza y en el Palacio Español de Niño de Sos del Rey Católico entre los días 7 y 9 de marzo de 2013. Ινστιτούτο Φερδινάνδος ο Καθολικός, Σαραγόσα.
  • Elliot, J. H. (2002), Imperial Spain, Penguin, Λονδίνο.
  • Suárez Fernández, Luis (2004), Fernando el Católico, Ariel, Βαρκελώνη.
  • Vicens Vives, Jaime (2006), Historia crítica de la vida y reinado de Fernando II de Aragón. 1η έκδοση 1962. Επιμέλεια, Miquel A. Gelabert. Cortes de Aragón/ Ινστιτούτο Φερδινάνδος ο Καθολικός, Σαραγόσα.