Αλφόνσος Α΄ της Παμπλόνα και της Αραγωνίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αλφόνσος Α΄
Estatua de Alfonso I de Aragón.jpg
Βασιλιάς της Αραγωνίας
Περίοδος 28 Σεπτεμβρίου 11048 Σεπτεμβρίου 1134
Προκάτοχος Πέτρος Α΄ της Παμπλόνα και της Αραγωνίας
Διάδοχος Ραμίρο Β΄ της Αραγωνίας
Βασιλιάς της Παμπλόνα
Περίοδος 28 Σεπτεμβρίου 11048 Σεπτεμβρίου 1134
Προκάτοχος Πέτρος Α΄ της Παμπλόνα και της Αραγωνίας
Διάδοχος Γκαρθία Ραμίρεθ της Ναβάρρας
Σύζυγος Ουράκα της Λεόν
Οίκος Οίκος των Χιμένεθ
Πατέρας Σάντσο Ραμίρεθ της Αραγωνίας
Μητέρα Φελίσια της Roucy
Γέννηση 1073/1074
Θάνατος 8 Σεπτεμβρίου 1134 (ετών 60)
Poleñino
Τόπος ταφής Μοναστήρι του Αγίου Πέτρου του Παλιού, Ουέσκα
Commons page Πολυμέσα σχετικά με το θέμα
δεδομέναπ  σ  ε )

Ο Αλφόνσος Α΄ (1073/1074[1] – 7 σεπτεμβρίου 1134), ο Μαχητής (ισπανικά: Alfonso I de Aragón y I de Pamplona el Batallador‎), ήταν ο βασιλιάς της Αραγωνίας και της Παμπλόνα από το 1104 μέχρι το θάνατό του το 1134. Ήταν ο δεύτερος γιος του Βασιλιά Σάντσο Ραμίρεθ και διάδοχος του αδελφού του Πέτρου Α´. Με τον γάμο του με την Ουράκα της Καστίλης, βασίλισσα της Καστίλης, του Λεόν και της Γαλικίας το 1109, άρχισε να χρησιμοποιεί, έχοντας κάποια δικαιοδοσία, το μεγαλεπήβολο τίτλο του Αυτοκράτορα της Ισπανίας, που είχε χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν από τον πεθερό του, Αλφόνσο ΣΤ´ της Λεόν. Ο Αλφόνσος ο Μαχητής απέκτησε το προσωνύμιο του στην εποχή της Reconquista. Είχε τις μεγαλύτερες στρατιωτικές επιτυχίες στις περιοχές στα μέσα του ποταμού Έβρου, όπου κατέκτησε την Σαραγόσα το 1118 και πήρε τις πόλεις Εχέα, Τουδέλα, Καλαταγιούδ, Μπόρχα, Ταραθόνα, Δαρόκα, και Monreal del Campo. Πέθανε τον Σεπτέμβριο του 1134, μετά από μια ανεπιτυχή μάχη με τους Μουσουλμάνους στη Μάχη της Φράγα.

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα του χρόνια τα πέρασε στην μονή Σαν Πέδρο ντε Σιρέσα, μαθαίνοντας να διαβάζει και να γράφει και εξασκώντας τις στρατιωτικές τέχνες υπό την κηδεμονία του Λόπε Γκαρθές του Προσκυνητή, τον οποίο αργότερα ο Αλφόνσο όταν ανέβηκε στο θρόνο, εξόφλησε για τις υπηρεσίες του με την κομητεία της Pedrola.

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αδελφού του, συμμετείχε στην κατάληψη της της Ουέσκας (στη Μάχη του Αλκοράθ, το 1096), η οποία έγινε η μεγαλύτερη πόλη του βασιλείου και η νέα πρωτεύουσα. Επίσης, πήρε μέρος και στις αποστολές του Ελ Σιντ στην Βαλένθια. Ο πατέρας του του έδωσε τους τίτλους κυριότητας των Biel, Luna, Ardenes, και Bailo.

Μια ακολουθία θανάτων έφερε τον Αλφόνσο σε σειρά διαδοχής του θρόνου. Τα παιδιά του αδερφού του Ισαβέλλα και ο Πέτρος (ο οποίος παντρεύτηκε την Μαρία Ροντρίγκεθ, κόρη του Ελ Σιντ), πέθαναν το 1103 και 1104 αντίστοιχα.

Συζυγικές συγκρούσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όντας παθιασμένος μαχητής (αγωνίστηκε σε είκοσι εννέα μάχες ενάντια τόσο σε Χριστιανούς όσο και σε Μαυριτανούς), παντρεύτηκε (παραμένοντας όμως για μεγάλο διάστημα πριν, έως και μετά τα 30 του χρόνια εργένης) το 1109 την φιλόδοξη Βασίλισσα Ουράκα της Λεόν, χήρα του Ραϊμόνδου της Βουργουνδίας, μια παθιασμένη γυναίκα που ήταν ακατάλληλη να δεχτεί ένα δευτερεύοντα ρόλο. Ο γάμος είχε κανονιστεί από τον πατέρα της, Αλφόνσο ΣΤ´ της Λεόν το 1106 για να ενώσει τα δύο κυρίαρχα χριστιανικά κράτη κατά των Αλμοραβίδων και να τα εξοπλίσει με έναν ικανό στρατιωτικό ηγέτη. Όμως η Ουράκα ήταν επίμονη ως προς τις βασιλικές της εξουσίες ενώ μέσα στο πολυγαμικό οικογενειακό περιβάλλον του πατέρα της δεν είχε διδαχθεί την αγνότητα. Οι δύο σύζυγοι διαπληκτίζονταν με την αγριότητα της εποχής μέχρι που κατέληξαν σε πόλεμο μεταξύ τους, σε σημείο που η Ουράκα βρέθηκε μέχρι και υπό πολιορκία στην Αστόργα το 1112.[2] Ο Αλφόνσο είχε την υποστήριξη ενός τμήματος των ευγενών που βρέθηκαν σε σύγχυση. Όντας πολύ καλύτερος πολεμιστής από όλους τους αντιπάλους του, κέρδισε την Μάχη της Candespina και τη Μάχη του Viadangos, αλλά οι μόνοι αξιόπιστοι υποστηρικτές του ήταν οι Αραγωνέζοι, που δεν ήταν όμως αρκετοί σε αριθμό για να κρατήσουν την Καστίλη και τη Λεόν υποταγμένες. Ο γάμος του Αλφόνσο με την Ουράκα κηρύχθηκε άκυρος από τον Πάπα το 1110, καθώς ήταν δεύτερα ξαδέρφια, όμως αυτός αγνόησε τον παπικό αντιπρόσωπο και διατήρησε τον δεσμό του με Ουράκα μέχρι το 1114. Κατά τη διάρκεια του γάμου του, αποκαλούσε τον εαυτό του "Βασιλέα και Αυτοκράτορα της Καστίλης, του Τολέδο, της Αραγωνίας, της Παμπλόνα, του Σοβράρμπε, και της Ριβαγόρθα" στα πλαίσια των δικαιωμάτων του ως άντρας της Ουράκα, λόγω της κληρονομιάς του από τη γη του πατέρα του, συμπεριλαμβανομένου και του βασιλείου του θείο του Γκονζάλο, αλλά και λόγω του προνομίου του να κατακτήσει την Ανδαλουσία από τους Μουσουλμάνους. Εισήγαγε τον τίτλο του Αυτοκράτορα στη βάση ότι είχε τρία βασίλεια υπό την κυριαρχία του.

Ο αργοπορημένος γάμος του Αλφόνσου και η αποτυχία του να ξαναπαντρευτεί και να φέρει τον απαραίτητο νόμιμο διάδοχο που θα γινόταν ο κινητήριος μοχλός της δυναστείας στις επιθετικές εδαφικές πολιτικές του, ερμηνεύτηκαν ως έλλειψη ενδιαφέροντος για τις γυναίκες. Ο Ibn al-Athir (1166-1234) περιγράφει τον Αλφόνσο ως ένα ακούραστο στρατιώτη που θα μπορούσε να κοιμάται στην πανοπλία του και χωρίς κάλυψη, ο οποίος όταν ρωτήθηκε γιατί δεν είχε λάβει ποτέ την γυναικεία ευχαρίστηση από κάποια από τις αιχμάλωτες του από τους Μουσουλμάνους αρχηγούς, απάντησε ότι ο άνθρωπος που είναι αφοσιωμένος στον πόλεμο χρειάζεται την συντροφιά των ανδρών και όχι των γυναικών.[3]

Σχέσεις με την εκκλησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλιάς μάλωνε και με την εκκλησία, και ιδιαίτερα με το Τάγμα των Κιστερκιανών, σχεδόν τόσο βίαια όσο και με τη γυναίκα του. Όπως την νίκησε αυτή [εκκρεμεί παραπομπή] έτσι έστειλε και τον Αρχιεπίσκοπο Μπερνάρδ στην εξορία και έδιωξε τους μοναχούς της Sahagún [εκκρεμεί παραπομπή]. Τελικά υποχρεώθηκε να παραδώσει τη Καστίλη και τη Λεόν στον παραγιό του, Αλφόνσο Ζ´ της Λεόν, γιο της Ουράκας από τον πρώτο της σύζυγο. Η παρέμβαση του Πάπα Κάλλιστου Β´ έφερε τη συμφωνία μεταξύ του μεγάλου και του νεαρού συνονόματου του.

Το 1122 στο Belchite, ίδρυσε μια αδελφότητα των ιπποτών για να πολεμήσουν εναντίον των Αλμοραβίδων. Αυτή ήταν και η έναρξη των στρατιωτικών εντολών στην Αραγωνία. Χρόνια αργότερα, οργάνωσε ένα παράρτημα της Πολιτοφυλακής Christi (Militia Christi), των Αγίων Τόπων στο Monreal del Campo.

Στρατιωτική επέκταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα δηνάριο του Αλφόνσο, που κόπηκαν στην Χάκα, που φέρει το ομοίωμα και την επιγραφή ANFUS-REX ARA-GON (Anfusus rex Aragonensium, Βασιλιάς Αλφόνσος της Αραγωνίας).

Ο Αλφόνσος πέρασε τα πρώτα τέσσερα του χρόνια σε σχεδόν συνεχή πόλεμο με τους Μουσουλμάνους. Το 1105, κατέκτησε τις Ejea και Tauste και επανοχύρωσε τα Castellar και Juslibol. Το 1106, νίκησε τον Άχμαντ II αλ-Μουσταΐν της Σαραγόσας στη Βαλτιέρα. Το 1107, πήρε το Ταμαρίτε ντε Λιτέρα και το Εστεβάν ντε λα Λιτέρα. Στη συνέχεια, ακολούθησε μια περίοδος που κυριαρχείται από τις σχέσεις του με την Καστίλη και τη Λεόν μέσω της συζύγου του, Ουράκας. Επανήλθε στις κατακτήσεις το 1117 με την κατάκτηση των Fitero, Corella, Cintruénigo, Murchante, Monteagudo, και Cascante.

Το 1118, το Συμβούλιο της Τουλούζης κήρυξε μια σταυροφορία για να βοηθήσει στην κατάκτηση της Σαραγόσας. Πολλοί Γάλλοι ως εκ τούτου, συντάχθηκαν με τον Αλφόνσο στο Αγιέρβε. Κατέλαβαν τις Αλμουδέβαρ, Gurrea de Gállego, και Θουέρα, πολιορκώντας και την ίδια τη Σαραγόσα μέχρι τα τέλη Μαΐου. Η πόλη έπεσε στις 18 Δεκεμβρίου, και οι δυνάμεις του Αλφόνσο κατέλαβαν την Αθούδα, τον κυβερνητικό πύργο. Το μεγάλο παλάτι της πόλης δόθηκε στους μοναχούς του Μπερνάρδ. Αμέσως μετά, η πόλη έγινε η πρωτεύουσα του Αλφόνσου. Δύο χρόνια αργότερα, το 1120, αναχαίτισε έναν Μουσουλμανικό στρατό που είχε πρόθεση να ανακτήσει τη νέα πρωτεύουσα στη Μάχη της Κουτάνδα. Διακήρυξε το fuero της "tortum per tortum", διευκολύνοντας στο να πάρει το νόμο στα χέρια του, το οποίο μεταξύ άλλων, επανέφερε το μουσουλμανικό δικαίωμα κατοικίας στην πόλη και το δικαίωμα τους να κρατήσουν τις ιδιοκτησίες τους και να ασκούν τη θρησκεία τους με δική τους δικαιοδοσία, αρκεί να διατηρείται η καταβολή φόρων και να μεταφερθούν αυτοί στα προάστια.

Το 1119, ανακατέλαβε τις Cervera, Tudejen, Καστεγιόν, Ταραθόνα, Ágreda, Magallón, Μπόρχα, Alagón, Novillas, Mallén, Ρουέδα, Épila και αποίκησε την περιοχή της Σόρια. Άρχισε την πολιορκία της Καλαταγιούδ, αλλά έφυγε προκειμένου να νικήσει τον στρατό στην Κουτάνδα προσπαθώντας να ξαναπάρει τη Σαραγόσα. Όταν η Καλαταγιούδ έπεσε, πήρε τις Bubierca, Alhama de Aragón, Αρίζα, και Δαρόκα (το 1120). Το 1123, πολιόρκησε και πήρε Λιέιδα, η οποία ήταν στα χέρια του κόμη της Βαρκελώνης. Από το χειμώνα του 1124 έως τον Σεπτέμβρη του 1125, ήταν σε μια επικίνδυνη αποστολή στην Πένια Καδιέγια στα βάθη της Ανδαλουσίας.

Στη μεγάλη επιδρομή του 1125, παρέσυρε ένα μεγάλο μέρος Χριστιανών από τη Γρανάδα και στην νότιο-δυτική Γαλλία, είχε αξιώσεις ως σφετεριστής βασιλιάς της Ναβάρρας. Από 1125 έως το 1126, ήταν σε εκστρατεία εναντίον της Γρανάδας, όπου προσπαθούσε να εγκαταστήσει ένα Χριστιανό πρίγκιπα, και στην Κόρδοβα όπου έφτασε μόνο μέχρι το Μοτρίλ. Το 1127, ανακατέλαβε το Longares, αλλά ταυτόχρονα έχασε όλες του τις Καστιλιάνικες κτήσεις του από τον Αλφόνσο Ζ´ της Λεόν. Επικύρωσε τη συνθήκη με την Καστίλη το επόμενο έτος (το 1128) με την ειρήνη της Tamara, που καθόρισε τα όρια των δύο βασιλείων.

Κατέκτησε την Μολίνα ντε Αραγόν και αποίκησε το Μονθόν το 1129, πριν από την πολιορκία της Βαλένθια, η οποία είχε πέσει και πάλι μετά το θάνατο του Σιντ.

Πήγε βόρεια από τα Πυρηναία, τον Οκτώβριο του 1130 για να προστατεύσει την Κοιλάδα του Αράν. Στις αρχές του 1131, πολιόρκησε την πόλη Bayonne. Λέγεται ότι κυβέρνησε συνολικά "από Belorado μέχρι το Παλιάρς και από το Bayonne μέχρι το Monreal."

Κατά την Πολιορκία της Bayonne , τον Οκτώβριο του 1131, τρία χρόνια πριν από το θάνατό του, δημοσίευσε μια διαθήκη αφήνοντας το βασίλειό του σε τρία αυτόνομα θρησκευτικά τάγματα που βασίζονταν στην Παλαιστίνη και ήταν πολιτικά σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα - τους Ναΐτες Ιππότες, τους Ιωαννίτες και τους Ιππότες του Αγίου Τάφου - των οποίων οι επιρροές θα ήταν αναμενόμενο να ακυρώσουν το ένα το άλλο. Η διαθήκη του έχει σε μεγάλο βαθμό προβληματίσει τους ιστορικούς, που το έχουν ερμηνεύσει ως μια παράξενη χειρονομία ακραίας ευσέβειας που δεν χαρακτηρίζει τον χαρακτήρα του Αλφόνσου, που ουσιαστικά διέλυσε όλο το έργο της ζωής του. Η Elena Lourie το 1975 αντιπρότεινε, ότι ήταν η προσπάθεια του Αλφόνσου να εξουδετερώσει το ενδιαφέρον του παπισμού σε μια αμφισβητούμενη διαδοχή — Η Αραγωνία ήταν φέουδο του Παπισμού από το 1068 — και να απομακρύνει τον γιο της Ουράκας από τον πρώτο της γάμο, Αλφόνσο Ζ´ της Καστίλης, καθώς για τον Παπισμό θα ήταν δέσμευση να πιέσει τους όρους μιας τέτοιας ευσεβούς διαθήκης.[4] Γενναιόδωρα κληροδοτήματα σε σημαντικές εκκλησίες και μονές στην Καστίλη είχαν ως αποτέλεσμα να κάνουν εκεί τους ευγενείς κληρικούς δικαιούχους οι οποίοι θα ενθαρρύνονταν στο να φρενάρουν τις φιλοδοξίες του Αλφόνσου Ζ´ της Καστίλης να σπάσει την διαθήκη — ωστόσο ανάμεσα στους άρχοντες όπως μαρτυρά η διαθήκη το 1131 δεν υπάρχει ούτε ένας κληρικός. Σε περίπτωση που ήταν μια διαθήκη που οι ευγενείς του αρνούνταν να εκτελέσουν — αντί αυτού φέρνοντας τον αδερφό του Ραμίρο από το μοναστήρι, για να αναλάβει τις βασιλικές δυνάμεις — ένα ενδεχόμενο που η Lourie προτείνει πως ήταν η κρυφή πρόθεση του Αλφόνσου.

Οι τελευταίες του εκστρατείες ήταν εναντίον της Mequinenza (το 1133) και της Φράγας (το 1134), όπου ο Γκαρθία Ραμίρεθ, ο μελλοντικός βασιλιάς της Ναβάρρας, και άλλοι 500 ιππότες πολέμησαν μαζί του. Έπεσε αυτή στις 17 Ιουλίου. Πέθανε μέχρι τον Σεπτέμβριο. Ο τάφος του βρίσκεται στο Μοναστήρι του Αγίου Πέτρου στην πόλη Ουέσκα.

Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διαδοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διαθήκη του Αλφόνσο να αφήσει το βασίλειό του στα τρία τάγματα απορρίφθηκε χωρίς πολύ σκέψη από την αριστοκρατία των βασιλείων του, και αναζητήθηκαν οι πιθανοί του διάδοχοι. Ο μοναδικός αδερφός του Αλφόνσου, Ραμίρο, είχε γίνει Βενεδικτίνος μοναχός από την παιδική του ηλικία και η δέσμευσή του για την εκκλησία, η ιδιοσυγκρασία του και ο όρκος αγαμίας του, τον καθιστούσαν ακατάλληλο να κυβερνήσει ένα βασίλειο που βρισκόταν υπό συνεχή στρατιωτική απειλή και χρειαζόταν μια σταθερή γραμμή διαδοχής. Ο παραγιός του αποθανόντος βασιλιά Αλφόνσος Ζ´ της Λεόν, όντας βασιλεύον μονάρχης και νόμιμος απόγονος του Σάντσο Γ´ της Ναβάρρας, έθεσε τον εαυτό του υποψήφιο, αλλά δεν κέρδισε την τοπική υποστήριξη. Η αριστοκρατία της Ναβάρρας ήταν ευθυγραμμισμένη πίσω από τον Πέτρο ντε Αταρές, τον εγγονό του νόθου θείου του Αλφόνσο, ενώ αυτή της Αραγωνίας συσπειρώθηκε γύρω από τον ηγούμενο-επίσκοπο Ραμίρο. Μια συνέλευση κλήθηκε στην πόλη Μπόρχα προκειμένου να επιτευχθεί συναίνεση, αλλά ο Πέτρος κάνοντας αντιληπτή την αλαζονεία του, αποξενώθηκε τόσο πολύ από τους δικούς του υποστηριχτές, που τελικά τον εγκατέλειψαν, αλλά όμως ήταν και αδιάλλακτοι στο να δεχτούν τον Ραμίρο. Η συνέλευση διαλύθηκε χωρίς να καταλήξει σε ένα συμβιβασμό και οι δύο περιφερειακές παρατάξεις στη συνέχεια ενήργησαν ανεξάρτητα.

Η επιλογή των Ναβαρρέζων αρχόντων για τον βασιλιά τους έπεσε στον Γκαρθία Ραμίρεθ, Κύριο του Μονθόν, απόγονο ενός νόθου γιου του Γκαρθία Σάντσεθ Γ´ και προστατευόμενο του Αλφόνσο Ζ´ της Λεόν, ενώ στην συνέχεια το βασίλειο της Παμπλόνα θα μετονομαστεί σε Βασίλειο της Ναβάρρας. Οι Αραγωνέζοι έβγαλαν τον Ραμίρο έξω από το μοναστήρι και τον έκαναν βασιλιά, παντρεύοντας τον, χωρίς την ευλογία του πάπα, με την Αγνή, αδελφή του Δούκα της Ακουιτανίας, και έπειτα αρραβώνιασαν την νεογέννητη κόρη τους με τον Ραϋμόνδο Βερεγγάριο Δ´, Κόμη της Βαρκελώνης, που έγινε στη συνέχεια κληρονόμος του Ραμίρο. Το αποτέλεσμα της κρίσης που προέκυψε από το αποτέλεσμα της διαθήκης του Αλφόνσου θα ήταν ένας ριζικός επαναπροσδιορισμός των βασιλείων της χερσονήσου: ο διαχωρισμός της Αραγωνίας και της Ναβάρρας, η ένωση της Αραγωνίας με την Καταλονία — και ένα επίμαχο σημείο, αλλά ιδιαίτερα τονισμένο από κάποιους Καστιλιάνους ιστορικούς — η επιβεβαίωση της "Καστιλιάνικης ηγεμονίας " στην Ισπανία[5] από την απόδοση του φόρου τιμής για την Σαραγόσα από τον τελικό κληρονόμο του Αλφόνσου , Ραϋμόνδο Βερεγγάριο Δ´ της Βαρκελώνης.

Ψευτο-Αλφόνσος ο Μαχητής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αλφόνσου Β´ της Αραγωνίας, του εγγονού του αδερφού του Μαχητή, εμφανίστηκε ένας άντρας που ισχυρίστηκε ότι είναι ο Αλφόνσος ο Μαχητής. Οι μόνες σύγχρονες αναφορές σε αυτή την περίπτωση είναι δύο επιστολές του Αλφόνσου Β´ που απευθύνονται στον Λουδοβίκο Ζ´ της Γαλλίας, και οι οποίες μεταφέρθηκαν στον Λουδοβίκο από τον Βερεγγάριο,  επίσκοπο της Λιέιδα, αλλά δεν αναγράφουν ημερομηνία.[6] Σύμφωνα με τη δεύτερη από αυτές, ο διεκδικητής ζούσε τότε στις περιοχές του Λουδοβίκου, δηλαδή στο Πριγκιπάτο της Καταλονίας, που διοικούνταν από τον Αλφόνσο υπό την επικυριαρχία του Λουδοβίκου. Ο υποκριτής αυτός ήταν ένας γέρος (που ταιριάζει με τις συνθήκες, δεδομένου ότι ο Μαχητής είχε πεθάνει εδώ και μερικές δεκαετίες νωρίτερα) και ο Αλφόνσος εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι ο Λουδοβίκος θα τον συλλάμβανε το ταχύτερο δυνατόν, και θα τον έφερνε ενώπιον της δικαιοσύνης. Το πρώτο γράμμα παρέχει επαρκείς πληροφορίες για τον προσδιορισμό της ημερομηνίας κατά προσέγγιση, καθώς ο επίσκοπος διέμεινε στην αυλή του Λουδοβίκου στο δρόμο του για τη Ρώμη. Είναι γνωστό από άλλες πηγές ότι ο Βερεγγάριος παρακολούθησε το Τρίτο Συμβούλιο του Λατερανού, τον Μάρτιο του 1179. Τα γράμματα ήταν πιθανώς γραμμένα προς το τέλος του 1178 ή το αργότερο τον Ιανουάριο του 1179.[7] Σύμφωνα με μια ανάλυση της πηγή για τα έτη 1089-1196, τον διεκδικητή τον υποδέχτηκαν  με τιμές και μεγαλοπρέπεια στην Σαραγόσα, την Καλαταγιούδ και την Δαρόκα, τις οποίες ο Μαχητής είχε κατακτήσει, αλλά όταν αποκαλύφθηκε το ψέμα του εκτελέστηκε πριν από την πόλη της Βαρκελώνης το 1181.[8] Ο σύγχρονος ιστορικός Antonio Ubieto Arteta έχει υποθέσει ότι οι Αραγωνέζοι άρχοντες των περιοχών της Σαραγόσας, της Καλαταγιούδ, και της Δαρόκα — Pedro de Luesia, Loferrench de Luna, Pedro de Castillazuelo (κύριος της Καλαταγιούδ), Pedro Cornel (κύριος του Murillo de Gállego), και ο αρχη-οικονόμος Jimeno de Artusilla, οι οποίοι όλοι τους εξαφανίζονται μεταξύ 1177 και 1181 από τα πρακτικά έγγραφα των περιοχών τους — υποστήριζαν, τουλάχιστον αρχικά, τον διεκδικητή.[9] Αυτοί οι άρχοντες, εμφανίζονται επίσης στον μεταγενέστερο θρύλο της Καμπάνας της Ουέσκας, ο οποίος όμως δεν έχει καμία ιστορική βάση, ως θύματα του Ραμίρο Β´ (το 1136). Από την στιγμή που ιστορικά δεν ήταν ενεργοί την δεκαετία του 1130, είναι πιθανό ότι ο ιστορικά-βασισμένος θρύλος του ψευτο-Αλφόνσου είχε κάποια επιρροή στη γένεση της Καμπάνας της Ουέσκας.

Η πρώτη χρονικά πηγή για την απάτη αυτή προέρχεται από τον Rodrigo Jiménez de Rada, γράφοντας στα μέσα του δέκατου τρίτου αιώνα, που καταγράφει ότι υπήρχαν αρκετοί μύθοι και που εξακολουθούν να υπάρχουν για το θάνατο του Αλφόνσο του Μαχητή: κάποιοι πιστεύουν πως πέθανε στη μάχη της Φράγας, κάποιοι άλλοι ότι το σώμα του δεν ανακτήθηκε ποτέ, άλλοι ότι ήταν θαμμένος στο μοναστήρι του Μοντεαραγόν και άλλοι ακόμα πως είχε δραπετεύσει από το Φράγα από ντροπή μετά την ήττα του και έγινε προσκυνητής ως πράξη μετανοίας. Μερικά χρόνια αργότερα, ο Rodrigo γράφει, αν και δεν  δίνει χρονολογία, πως ένας απατεώνας εμφανίστηκε και έγινε δεκτός από πολλούς ως ο "Μαχητής", ωστόσο ο Αλφόνσος Β´ τον συνέλαβε και να τον κρέμασε. Αυτή είναι η παλαιότερη αναφορά για το τέλος του απατεώνα.[10] Ο θρύλος διογκώθηκε κατά τα επόμενα χρόνια. Σύμφωνα με το , Crónica de los Estados Peninsulares, του δεκάτου τετάρτου αιώνα, ο Μαχητής πήγε για προσκύνημα στην Ιερουσαλήμ, όπου έζησε για πολλά χρόνια.[11] Το Χρονικό του Σαν Χουάν ντε λα Πένια, επίσης, αφηγείται το περιστατικό, αλλά αυτό εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τον Rodrigo και το Estados Peninsulares. Μέχρι τον ιστορικό Jeronimo Zurita τον δέκατο έβδομο αιώνα δεν υπήρχαν άλλα στοιχεία, όταν και αυτός έγραψε την Anales de la Corona de Aragón και νέες λεπτομέρειες προστέθηκαν στο μύθο.[12] Ο Zurita προσδιορίζει χρονικά την εμφάνιση του απατεώνα με το θάνατο του Ραϋμόνδου Βερεγγάριου Δ´ της Βαρκελώνης, ο οποίος είχε ασκήσει εξουσία στην Αραγωνία, και με τη διαδοχή του Αλφόνσου Β´ το 1162. Ο θάνατος του απατεώνα με απαγχονισμό πρέπει να συνέβη το 1163.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. According to the fourteenth-century Crónica de San Juan de la Peña he died in his sixty-first year (Lourie 1975:639 note).
  2. Bernard F. Reilly, The Contest of Christian and Muslim Spain, 1031-1157, (Blackwell, 1995), 133-134.
  3. Quoted in Lourie 1975:639 note.
  4. Pope Innocent II indeed did write Alfonso VII to just this effect, 10 June 1135 or 36 (Lourie 1995:645).
  5. Lourie 1975:636.
  6. They were first published in the Recueil des Historiens des Gaules et de la France (Correspondance de Louis VII), XV (Paris: 1878), 2nd ed., no. 223–4, pp. 71–2, and utitised extensively by Marcelin Defourneaux, "Louis VII et le souverains espagnols.
  7. Ubieto Arteta (1958), 35, cites the evidence for Aragon's early support for Alexander III against the Antipope Victor IV.
  8. Antonio C. Floriano, "Fragmentos de unos viejos anales (1089–1196).
  9. Ubieto Arteta (1958), note 24, who also connects the appearance of the pretender with the economic disasters that befell Aragon in 1174.
  10. The account in De rebus Hispaniae (Madrid: 1793), II, 150–51, quoted in Ubieto Arteta (1958), note 1:
  11. The account in the Crónica de los Estados Peninsulares: texto del siglo XIV, ed.
  12. Zurita's account is found in his second book, twenty-second chapter, and is completely recapitulated by Ubieto Arteta (1958), 29–30.

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Lourie, Elena. "Η διαθήκη του Αλφόνσου, του Μαχητή, Βασιλιά της Αραγωνίας και της Ναβάρρας: Μια Επανεκτίμηση." Speculum, 50:4 (Οκτώβριος 1975), 635-51.
  • Ubieto Arteta, Antonio. "La aparición del falso Alfonso I el Batallador." Argensola, 38 (1958), 29-38.
Προκάτοχος:
Πέτρος Α΄
Βασιλιάς της Παμπλόνα
Coat of Arms of the Kingdom of Navarre (Variant).svg
11041134
Διάδοχος:
Γκάρσια ο Αποκαταστάτης