Μάχη στον Μαραθώνα (1824)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μάχη στον Μαραθώνα (1824)
Ελληνική Επανάσταση του 1821
Ioannis Gouras.jpg
Ο Ιωάννης Γκούρας ευχαριστεί τον Θεό μετά τη νίκη του στον Μαραθώνα. Πίνακας του Peter von Hess.
Χρονολογία3 Ιουλίου 1824
ΤόποςΠεδιάδα του Μαραθώνα (θέση Οινόη)
38°09′26″N 23°55′54″E / 38.15726°N 23.93168°E / 38.15726; 23.93168Συντεταγμένες: 38°09′26″N 23°55′54″E / 38.15726°N 23.93168°E / 38.15726; 23.93168
ΑίτιαΕισβολή του Ομέρ Πασά στην Αττική.
ΣτόχοιΑναχαίτηση των τουρκικών δυνάμεων από τους Έλληνες.
ΜέθοδοιΠολιορκία οχυρωματικού έργου.
ΑποτέλεσμαΝίκη των Ελλήνων.
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Flag of the Ottoman Empire (1453-1844).svg Ομέρ Πασάς της Καρύστου
Δυνάμεις
600 άνδρες

2.000 γενίτσαροι

1.000 στρατιώτες (συμπεριλαμβανομένου ιππικού και πυροβολικού)
Απολογισμός
Άγνωστες απώλειες.
200 νεκροί

Πύργος της Οινόης. is located in Greece
Πύργος της Οινόης.
Πύργος της Οινόης.
Ο πύργος στην Οινόη του Μαραθώνα, στον οποίο οχυρώθηκαν οι Έλληνες.
Οι τρεις φάσεις της μάχης του Μαραθώνα: 1) Έλευση του Γκούρα στην Οινόη και οχύρωσή του. 2) Έλευση των Τούρκων και αρχή των επιθέσεων. 3) Εμφάνιση Ευμορφόπουλου, έξοδος των Ελλήνων από το οχυρό και νίκη τους.

Η μάχη στον Μαραθώνα αποτελεί τμήμα της Ελληνικής Επαναστάσεως.  Διεξήχθη στην ομώνυμη περιοχή της Αττικής (συγκεκριμένα στην τοποθεσία Οινόη) στις 3 Ιουλίου του 1824, μεταξύ των ελληνικών στρατευμάτων υπό τους Ιωάννη Γκούρα και Διονύσιο Ευμορφόπουλο και των τουρκικών δυνάμεων[1] υπό τον Ομέρ Πασά της Καρύστου.[2]  Έληξε με νίκη των Ελλήνων.[1]

Ιστορικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατάσταση της Ελληνικής Επανάστασης το 1824[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έτος 1824 αρχίζει μια σημαντική καμπή του Αγώνα των Ελλήνων. Κατά το μεγαλύτερο μέρος της χρονιάς, διεξάγεται ένας καταστροφικός εμφύλιος πόλεμος κυβερνητικών και αντικυβερνητικών. Και αυτό, ενώ ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ κάνει το παν για να καταστείλει την Ελληνική Επανάσταση. Τον Μάρτιο ζητά τη βοήθεια του ηγεμόνα της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή γι’ αυτόν τον σκοπό, και εκείνος δέχεται να αποστείλει στρατό. Στα τέλη Μαΐου ο αιγυπτιακός στόλος καταπνίγει την επανάσταση στην Κρήτη, ενώ στις 7-8 Ιουνίου καταστρέφει το νησί της Κάσου. Μόλις στις 12 Ιουνίου οι Έλληνες καταφέρνουν να επιβάλλουν μια -προσωρινή- παύση του εμφυλίου πολέμου και να στραφούν στην αντιμετώπιση του κινδύνου των Τούρκων και Αιγυπτίων.[3]

Η επανάσταση στην Ανατολική Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εν τω μεταξύ, κατά τα μέσα Ιουνίου του 1824, ο Δερβίς Πασάς εκστράτευσε εναντίον της Ανατολικής Ελλάδας. Στάθμευσε στη Γραβιά και ανέθεσε σε κατωτέρους του αξιωματικούς να πραγματοποιήσουν εκστρατευτικές επιχειρήσεις εναντίον διαφορετικών επαναστατικών εστιών της Στερεάς. Ένας από αυτούς ήταν και ο Ομέρ Πασάς της Καρύστου, ο οποίος ανέλαβε εκστρατεία κατά της Αττικής.[4]

Η ελληνική κυβέρνηση πρόλαβε και τοποθέτησε οπλαρχηγούς με τα στρατιωτικά τους σώματα σε καίρια σημεία της Στερεάς Ελλάδας, ώστε να ανακόψουν την πορεία του. Για τον λόγο αυτό προσεταιρίσθηκε οπλαρχηγούς της Στερεάς, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Γιάννης Γκούρας. Έλπιζε πως αυτός θα κατάφερνε να ανακόψει την πορεία του Ομέρ Πασά, όταν εκείνος θα διενεργούσε την εκστρατεία του, αφού θεωρούσε τον Γκούρα πολλά υποσχόμενο στρατιωτικό. Για να τον ενισχύσει, μάλιστα, τον διόρισε φρούραρχο της Ακροπόλεως.[2]

Η εκστρατεία του Ομέρ Πασά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτες τουρκικές επιθέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τις διαταγές που είχε λάβει από τον Δερβίς Πασά, ο Ομέρ Πασάς, στις αρχές Ιουλίου, αποβίβασε στον Ωρωπό 2.000 γενιτσάρους, 1.000 απλούς στρατιώτες, ιππικό και πυροβολικό.[2] Ο στρατός του στρατοπέδευσε στο Καπανδρίτι και διενεργούσε αρχικά λεηλασίες στην περιοχή σε καθημερινή βάση.[5]

Οχύρωση των Ελλήνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ζωγραφική απεικόνιση της πεδιάδας του Μαραθώνα.

Μόλις ο Γκούρας έμαθε για τη απόβαση του Ομέρ στην Αττική, αποφάσισε να του επιτεθεί, αν και δε διέθετε αρκετές δυνάμεις. Έκανε τη διαθήκη του[6] και ξεκίνησε από την Αθήνα στις 3 Ιουλίου. Με δύναμη 600 ανδρών, μαζί με τους οπλαρχηγούς Πρεβεζιάνο, Ρούκη και Μαμούρη, κινήθηκε προς την πόλη του Μαραθώνα. Την επομένη, έφτασε εκεί και οχυρώθηκε στο τείχος που βρισκόταν στην κορυφή του λόφου της πεδιάδας, όντας σίγουρος πως από εκεί θα περάσει ο Ομέρ.[7] Στις 5 Ιουλίου, εμφανίστηκαν τα τουρκικά στρατεύματα και αντάλλαξαν ακροβολισμούς με τους Έλληνες.[8]

Την άλλη μέρα, ο τουρκικός στρατός άρχισε έναν σύντομο βομβαρδισμό, κατά τον οποίο εκτόξευσαν περίπου 50 οβίδες κατά του οχυρώματος των Ελλήνων.[5] Αμέσως μετά, οι γενίτσαροι διενέργησαν επίθεση, αλλά οι εκεί οχυρωμένοι Έλληνες τους έτρεψαν σε φυγή, αφού σκότωσαν μερικούς. Μετά από λίγο, διενεργήθηκε δεύτερη τουρκική επίθεση. Και οι δυο αρχηγοί προσπαθούσαν να ανυψώσουν το ηθικό των στρατιωτών τους. Ο Ομέρ Πασάς, προσπαθώντας να ενθαρρύνει τους γενιτσάρους, τους υπενθύμιζε τα προηγούμενα κατορθώματα του στρατού του. Ο Γκούρας υπενθύμιζε αντίστοιχα στους δικούς του τη νίκη του Μιλτιάδη στην ίδια περιοχή, πριν 2.000 περίπου χρόνια.[6]

Έλευση ενισχύσεων υπό τον Ευμορφόπουλο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ οι Τούρκοι εξακολουθούσαν τις επιθέσεις τους στις θέσεις των Ελλήνων, εμφανίσθηκε ο Διονύσιος Ευμορφόπουλος, που ερχόταν με ενισχύσεις από τον Ισθμό της Κορίνθου. Οι Έλληνες, βλέποντας τις επικουρίες να πλησιάζουν αναθάρρησαν. Ο Γιάννης Γκούρας, με τον χιλίαρχο Ιωάννη Ρούκη και τους άνδρες του, εξήλθαν από το οχύρωμα στο οποίο βρίσκονταν και άρχισαν να καταδιώκουν τους Τούρκους, που υποχώρησαν αφήνοντας στο πεδίο της μάχης πλούσια λάφυρα και 200 νεκρούς, μεταξύ των οποίων βρισκόταν και ο Ιμπραήμ, αρχηγός των γενιτσάρων. Ο Γκούρας, μετά τη νίκη του, ακολουθώντας μια άγρια τουρκική πολεμική συνήθεια, απέστειλε στην Αθήνα 30 κεφάλια πεσόντων Τούρκων, μαζί με δύο πολεμικές σημαίες από τα λάφυρα.[9] Υποστήριζε μάλιστα ο ίδιος, πως η νίκη του ήταν μεγαλύτερη από αυτή στο Χάνι της Γραβιάς, αφού νίκησε στο ίδιο σημείο με τον Μιλτιάδη.[10]

Μετά τη μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την ήττα του, ο Ομέρ Πασάς επέστρεψε στο στρατόπεδό του, στο Καπανδρίτι, ενώ ο Γκούρας μαζί με τον Ευμορφόπουλο γύρισαν στην Αθήνα. Εκεί ζήτησε από τους δημογέροντες να κηρύξουν γενική επιστράτευση, έχοντας σκοπό να επιτεθεί κατά της εχθρικής βάσης του Καπανδριτίου. Η παραίνεση του έγινε δεκτή και έπειτα από λίγες ημέρες ο Γκούρας ξεκίνησε με 2.000 άνδρες. Κατέλαβε τη θέση Κατσιμίδι, απέναντι από το τουρκικό στρατόπεδο, αλλά η είδηση πως τουρκικός στρατός 8.000 στρατιωτών κατευθύνεται από τη Λαμία προς την Αθήνα τον έκανε να επιστρέψει στην πόλη για να οργανώσει την άμυνά της.[9]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Κρέμος 1879, σελ. 20. 
  2. 2,0 2,1 2,2 Κούκκου 1975, σελ. 362. 
  3. Δρακόπουλος & Ευθυμίου 2004, σελ. 84-85. 
  4. Κόκκινος 1974, σελ. 179. 
  5. 5,0 5,1 Βακαλόπουλος 1986, σελ. 683. 
  6. 6,0 6,1 Κόκκινος 1974, σελ. 181. 
  7. Κούκκου 1975, σελ. 362-363. 
  8. Τρικούπης 1862, σελ. 146. 
  9. 9,0 9,1 Κόκκινος 1974, σελ. 182. 
  10. Κούκκου 1975, σελ. 363. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βακαλόπουλος, Α. (1986). Ιστορία του Νέου Ελληνισμού: Η μεγάλη ελληνική επανάσταση (1821-1829) – Τόμος 6: Η εσωτερική κρίση (1822-1825). Θεσσαλονίκη.
  • Δρακόπουλος, Β. & Ευθυμίου, Γ. (Επιμ.) (2004). Επίτομο λεξικό της ελληνικής ιστορίας: Ημερομηνίες. Αθήνα: Το Βήμα.
  • Κρέμος, Γ. (1879). Χρονολόγια της ελληνικής ιστορίας – Τόμος 3: 1453-1830. Αθήνα: Τυπογραφείο Δημητρίου Ιασεμίδου.
  • Κούκκου, Ε. (1975).  Η Επανάσταση κατά το 1824. Τα πολεμικά γεγονότα από τον Ιούλιο ως τον Δεκέμβριο. Ιστορία του ελληνικού έθνους – Τόμος 12: Η ελληνική επανάσταση και η ίδρυση του ελληνικού κράτους (1813-1822) (σελ. 361-371). Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.
  • Κόκκινος, Δ. (1974). Η ελληνική επανάστασις, Τόμος 4. Αθήνα: Μέλισσα.
  • Τρικούπης, Σ. (1862). Ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως, Τόμος 3. Λονδίνο: Τυπογραφία της Αυλής του Ερυθρού Λέοντος.