Καταστροφή της Κάσου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Καταστροφή της Κάσου
Ελληνική Επανάσταση του 1821
Χρονολογία30 Μαΐου 1824
ΤόποςΚάσος
Έκβασηήττα των Ελλήνων και καταστροφή της νήσου
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Διακο-Μάρκος Μαλλιαράκης
Χουσεΐν Μπέης
Δυνάμεις
 
στόλος της Αιγύπτου (45 πλοία + 4.000 στρατός)
Απώλειες
καταστροφή του νησιού

Η καταστροφή της Κάσου (γνωστότερη ως Ολοκαύτωμα της Κάσου) ήταν αιματηρό επεισόδιο της επανάστασης του 21.

Αιγυπτιακή εμπλοκή στο ελληνικό ζήτημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τα τρία πρώτα έτη της ελληνικής επανάστασης, οι Έλληνες μαχητές, μονοιασμένοι, πέτυχαν σημαντικές νίκες κατά των στρατιών που ο σουλτάνος Μαχμούτ Β' έστειλε σε Πελοπόννησο και Στερεά Ελλάδα, με σκοπό την καταστολή της εξέγερσης. Ωστόσο, τον τέταρτο χρόνο ξέσπασαν εμφύλιες διαμάχες μεταξύ αντίθετων φατριών της ελληνικής πλευράς, που κλόνισαν τον αγώνα. Περαιτέρω, η Υψηλή Πύλη απευθύνθηκε, για στρατιωτική αρωγή στον υποτελή της, διοικητή της επαρχίας της Αιγύπτου, Μεχμέτ Άλι. Ο τελευταίος, εξασφαλίζοντας σαφή ανταλλάγματα, δέχτηκε να αποστείλει στην Ελλάδα μία σημαντική ναυτική δύναμη, τοποθετώντας επικεφαλής της, το θετό γιο του Ιμπραχίμ Πασά. Ο στόλος του Ιμπραχίμ ήταν μία τεράστια αρμάδα Αιγυπτιακών, Αλγερινών και Τυνησιακών σκαφών (54 μάχιμα πλοία, πολύ μεγάλος αριθμός μεταγωγικών, συνολικά 400 καράβια) επί της οποίας βρίσκονταν τουλάχιστον 14.000 πεζοί, 2.000 ιππείς και 500 πυροβολητές με 150 κανόνια. Οι Χουσειν Μπέης και Ισμαίλ Γιβραλτάρ ήσαν οι δυο υποδιοικητές, διοικώντας έναν στόλο που που είχε να εμφανιστεί στην Ανατολική Μεσόγειο σε τέτοιο μέγεθος ισχύος, από την εκστρατεία του Ναπολέοντα κατά της Αιγύπτου (1799)[1].

Η εξέλιξη των γεγονότων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 27 Μαΐου 1824 ο στόλος της Αιγύπτου επιτέθηκε στο νησί με 45 πλοία εφοδιασμένα με τέσσερις χιλιάδες στρατό υπό του Χουσεΐν Μπέη. Έκαναν απόβαση σε απόκρημνο μέρος και κυρίευσαν το νησί. Στις 30 Μαΐου (ν. ημερολ.) ακολούθησε καταστροφή του νησιού, φόνος των νησιωτών, αιχμαλωσία των γυναικών και των παιδιών. Όσοι μπόρεσαν κατέφυγαν στο βουνό, ενώ άλλοι προσκύνησαν. Ο στόλος του εχθρού μετά την καταστροφή του νησιού αναχώρησε για την Αλεξάνδρεια.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κάσος λόγω της γεωγραφικής της θέσης αλλά και της ναυτικής δύναμης που διέθετε, αποτελούσε σημαντικότατο έρεισμα των ελληνικών επαναστατικών δυνάμεων στο Αιγαίο πέλαγος και κύριο στήριγμα της Κρήτης, την εξέγερση της οποίας οι Κάσιοι υπερασπίστηκαν με επιτυχία. Για το λόγο αυτό, αλλά και διότι πλοία των Κασίων είχαν πραγματοποιήσει σειρά επιθετικών ενεργειών σε βάρος Αιγυπτιακών και Τουρκικών καραβιών όπως και προσβάλει τις ακτές της Ρόδου και των παραλίων της Μικράς Ασίας, το νησί έγινε στόχος των Οθωμανικών Αρχών (λόγοι εκδίκησης και τιμωρίας). Ωστόσο, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των κατοίκων του τόσο προς τα υπόλοιπα ναυτικά νησιά (Ύδρα, Σπέτσες), όσο και προς την ελληνική κυβέρνηση για την όσο το δυνατόν πιο γρήγορα ενίσχυση της Κάσου με πλοία, πολεμοφόδια κ.λ.π. οι Κάσιοι απέμειναν απροστάτευτοι την κρίσιμη ώρα της Τουρκοαιγυπτιακής εισβολής στο νησί τους και υπέστησαν πλήρη καταστροφή. Η απόβαση των Οθωμανικών δυνάμεων (25 πλοία υπό τη γενική διοίκηση του Χουσεΐν Μπέη επί των οποίων επέβαιναν Τούρκοι, Αιγύπτιοι και 3.000 – 4.000 Αλβανοί υπό το ναύαρχο Ισμαήλ Γιβραλτάρ) επετεύχθη ύστερα από αρχική, παραπλανητική ενέργεια και οδήγησε σε περικύκλωση των λιγοστών Κασίων και Κρητών επαναστατών.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Brewer, David, "1821 - 1833, η Φλόγα της Ελευθερίας", Κεφάλαιο 23: "Ο Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο", σελ. 324, Πατάκης, Αθήνα, 2019