Μάχη της Βογόρτσας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μάχη στο κάστρο της Βογόρτσας
Ελληνική Επανάσταση του 1821
Χρονολογία18 Απριλίου 1821
ΤόποςΆσσος Πρέβεζας
ΈκβασηΝίκη των Σουλιωτών
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις
400 Τουρκομακεδόνες [1]

Η Μάχη της Βογόρτσας ήταν πολεμική εμπλοκή της Επανάστασης του 1821, με νικηφόρα έκβαση για τους εμπλεκόμενους Σουλιώτες.

Η εξέλιξη των γεγονότων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μάχη πραγματοποιήθηκε τη νύχτα της 18ης Απριλίου 1821 (λίγες μέρες μετά το Πάσχα) στο ύψωμα της Μπογόρτσας (ή Βογόριτσας ή Βογόρτσας), στη θέση "Λαμπρή", ανάμεσα από το Σούλι και τα Ιωάννινα, βορειοανατολικά των Θεσπρωτικών Ορέων, στα όρια του χωριού Νάσσιαρη. Εκεί βρισκόταν ένας από τους δεκάδες πύργους που είχε κτίσει στα 1799-1800 ο Αλή Πασάς, προκειμένου να προστατεύσει το στρατό του από τις νυχτομαχίες των Σουλιωτών. Ο πύργος ήταν τρίτοιχος και κυκλοτερής στην κατασκευή του. Επειδή το κάστρο είχε ερημώσει από τότε που οι Σουλιώτες είχαν εγκαταλείψει το Σούλι (1803) και οι πολεμίστρες του είχαν σχεδόν γκρεμιστεί, ο Ισμαήλ Πασάς Πλιάσας έδωσε εντολή ν' ανακαινιστεί και εγκατέστησε εκεί τουρκική φρουρά.

Η αδυναμία όμως του Ισμαήλ Πασά να υποτάξει τους επαναστάτες εξόργισε τον Σουλτάνο, που αποφάσισε να τον αντικαταστήσει με τον ικανότατο Χουρσίτ Πασά, ο οποίος έφτασε στα Ιωάννινα στις 15 Μαρτίου και ανέλαβε τις επιχειρήσεις εναντίον του Αλή Πασά και των Σουλιωτών. Ο στρατηγικός στόχος των αρχηγών του Σουλίου ήταν η επέκταση της ζώνης επιρροής των Σουλιωτών στον ευρύτερο χώρο της Ηπείρου, οι αντιπερισπαστικές κινήσεις στα σουλτανικά στρατεύματα και εντέλει ο ξεσηκωμός όλων των κατοίκων της Ηπείρου. Στη βάση αυτής της στρατηγικής έθεσαν στόχο να διώξουν με κάθε τρόπο τις φρουρές των Οθωμανών από την περιοχή της Λάκκας.

Ύστερα από συμβούλιο αποφάσισαν πρώτα να χτυπήσουν το οχυρωμένο κάστρο της Βογόρτσας, που ήταν το πλησιέστερο προς το Σούλι, περίπου πέντε ώρες απόσταση πεζή. Το κάστρο το υπεράσπιζαν Τούρκοι από τη Μακεδονία, με επικεφαλής τον Χασάν Πασά. Ο αριθμός τους ήταν 400 άνδρες, (300 άνδρες, σύμφωνα με τον Ιωάννη Φιλήμονα, και 500 σύμφωνα με τον Χριστόφορο Περραιβό). Αρχηγοί της πολεμικής επιχείρησης ήταν οι Νότης Μπότσαρης, Μάρκος Μπότσαρης και Γεώργιος Δράκος, που ξεκίνησαν από το Σούλι με όσους άνδρες διέθεταν, και με την εθελούσια ενσωμάτωση κατοίκων των γύρω περιοχών του Παρασουλίου, έφτασαν το μεσημέρι της 18ης Απριλίου στον ποταμό Αχέροντα, ένα μίλι από το κάστρο.

Όταν νύχτωσε αποφάσισαν να επιτεθούν. Τα νυχτερινά χτυπήματα, οι νυχτομαχίες, ήταν το ισχυρότερο και ακατανίκητο όπλο των Σουλιωτών, καθώς προκαλούσαν σύγχυση και φόβο στις δυνάμεις του εχθρού. Καταλυτική σ' αυτού του είδους τα χτυπήματα ήταν η άριστη γνώση του χώρου. Σ' αυτό βοήθησαν οι κάτοικοι της Νάσσιαρης, οι οποίοι γνώριζαν σπιθαμή προς σπιθαμή την περιοχή του υψώματος της Βογόρτσας, καθώς και όλα τα περάσματα και τα μονοπάτια. Οι Σουλιώτες, αφού πολιόρκησαν μία εκκλησία, άρχισαν να επιτίθενται στο κάστρο. Η επίθεση πραγματοποιήθηκε από δύο πλευρές. Ο Μάρκος Μπότσαρης με τους Λακκιώτες από τη μια και ο Γεώργιος Δράκος με τους Σουλιώτες από την άλλη. Ο Νότης Μπότσαρης, γέροντας πια, κάθισε σε ασφαλή θέση χωρίς να συμμετέχει στην επιχείρηση αυτή. Ο Γεώργιος Δράκος κάλεσε τους Τουρκομακεδόνες να παραδώσουν τα όπλα, αλλά εκείνοι απάντησαν πως προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να προσκυνήσουν. Η μάχη υπήρξε σκληρή. Οι Τουρκομακεδόνες έριχναν σωρηδόν βόλια και πέτρες και οι Σουλιώτες απέκλεισαν τις πολεμίστρες τους, με αποτέλεσμα να αχρηστευτούν τα όπλα και οι Τουρκομακεδόνες να περιοριστούν στο να ρίχνουν πέτρες. Μια καταρρακτώδης βροχή συνοδευμένη από αστραπές, κεραυνούς και δυνατό αέρα ανάγκασε τους Σουλιώτες να υποχωρήσουν, προκειμένου να βρουν κάποιο μέρος να προφυλαχθούν από τις άσχημες καιρικές συνθήκες. Η μάχη διήρκεσε δυόμισι ώρες, από τις δέκα το βράδυ μέχρι μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα. Οι απώλειες για τους Σουλιώτες και τους Λακκιώτες που πήραν μέρος ήταν είκοσι νεκροί και αρκετοί τραυματίες. Μεταξύ των νεκρών ήταν και το πρωτοπαλίκαρο του Μάρκου Μπότσαρη, ο Γιάννης Μακρυγιάννης.

Αν και οι απώλειές τους ήταν μεγάλες, οι ελληνικές δυνάμεις αποφάσισαν να συνεχίσουν τον αγώνα και την επόμενη μέρα. Πριν επιτεθούν έστειλαν τρεις άνδρες να πλησιάσουν τον οχυρωμένο πύργο με μεγάλη προσοχή, για να παρατηρήσουν εάν μέσα υπήρχαν ακόμα οι εχθρικές στρατιωτικές δυνάμεις. Εκείνοι διαπίστωσαν πως το κάστρο είχε εκκενωθεί. Όταν αργότερα μπήκαν μέσα βρήκαν τριάντα δύο Τουρκομακεδόνες νεκρούς και δύο θανάσιμα τραυματισμένους, από τους οποίους πληροφορήθηκαν ότι οι υπόλοιποι στρατιώτες, μία ώρα μετά την υποχώρηση των Σουλιωτών, εγκατέλειψαν μαζικά τον πύργο. Ο πανικός τους είχε μεταδοθεί και στους Οθωμανούς των γειτονικών περιοχών.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. ΙΒ', σ. 123.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. ΙΒ', 1975.