Εκστρατεία της Χίου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Εκστρατεία της Χίου 1827-1828
Ελληνική Επανάσταση του 1821
Charles Favier.jpg
Κάρολος Φαβιέρος
Τόπος Χίος
Έκβαση Αδιέξοδη επιχείρηση
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα

Η Εκστρατεία της Χίου ήταν μία προσπάθεια του τακτικού ελληνικού στρατού καθώς και άτακτων στρατιωτικών τμημάτων για την απελευθέρωση της Χίου, από τον Οκτώβριο του 1827 ως τον Μάρτιο του 1828. Τον εφοδιασμό και τη χρηματοδότηση της εκστρατείας ανέλαβε η Επιτροπή των Χίων.

Οι Έλληνες τους τελευταίους μήνες του 1827 ξεκίνησαν στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Χίο, την Κρήτη και την ανατολική και δυτική Ελλάδα[1]. Αυτό συνέβη γιατί ανησυχούσαν πολύ ότι μεγάλες περιοχές θα έμεναν εκτός του νέου υπό διαμόρφωση ελληνικού κράτους, περιοχές μάλιστα που είχαν επαναστατήσει και είχαν υποστεί πολλά δεινά κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης.

Οι προσπάθειες των Χίων να ενταχθεί η Χίος στον πολεμικό σχεδιασμό του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τους τελευταίους μήνες του 1827 οι Χίοι έμποροι της Σύρου και οι, ανά την Ελλάδα και Ευρώπη, διεσπαρμένοι συμπατριώτες τους έστελναν επιστολές στην κυβέρνηση μέσα από τις οποίες την εκλιπαρούσαν να αναλάβει εκστρατεία για την απελευθέρωση της πατρίδας τους. Παρά την καταστροφή που είχαν υποστεί στον δεύτερο χρόνο της επανάστασης, έκαναν προσπάθειες για να απομακρυνθούν από τον τουρκικό ζυγό προσπερνώντας τις δυσκολίες που θα είχε μια τέτοια επιχείρηση.

Η επιτροπή των Χίων έγραψε στις 12 Αυγούστου στον συμπατριώτη τους, Αδαμάντιο Κοραή, ζητώντας να κινηθεί δραστικά για την εύρεση πόρων που θα εξασφάλιζαν μια εκστρατεία. Οι Xίοι στόχευαν σε μια εκστρατεία, διότι τα μέρη στα οποία θα εξακολουθούσαν να υπάρχουν πολεμικές κινήσεις θα εντάσσονταν στο νέο ελληνικό κράτος[1]. Η εκστρατεία της Χίου άρχισε ύστερα από προσπάθειες του Χιώτη Γεώργιου Γλαράκη και των προσφύγων συμπατριωτών του, της Σύρου.

Η Αντικυβερνητική Επιτροπή διέταξε στις 19 Αυγούστου του 1827, και κατόπιν αιτήσεως των Χίων, τον Αρχιστράτηγο των κατά ξηρά ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων Ρίτσαρντ Τσωρτς, να εκδώσει τις αναγκαίες διαταγές προς τον συνταγματάρχη Κάρολο Φαβιέρο ώστε με τη βοήθεια του τακτικού στρατού να ελευθερώσει την Χίο. Διορίστηκε τριμελής επιτροπή για να έρθει σε επαφή με τον Κάρολο Φαβιέρο. Ο Φαβιέρος έμενε αδρανής στα Μέθανα, αλλά αργότερα δέχθηκε την πρόταση των Χίων και οργάνωσε άμεσα εκστρατευτικό σώμα από 600-700 τακτικούς στρατιώτες χωρισμένους σε 3 τάγματα και 4 πεδινά πυροβόλα, 6-7 βαριάς πολιορκίας, τρεις όλμους μαζί με 250 πυροβολητές με επικεφαλής τον Γάλλο λοχαγό Ζαντέρ. Το ιππικό του αποτελούταν από 2 ίλες με επικεφαλής τον Πορτογάλο ταγματάρχη Αντόνιο Αλμέιντα. Ο Σπηλιάδης υπολογίζει 60 έφιππους, ενώ ο Γκος μιλά για 20-30 διαθέσιμα άλογα. Οι υπόλοιποι 140 ήταν άννιποι. Στο μεταξύ είχαν στρατολογηθεί και 1000 περίπου Στερεοελλαδίτικες άτακτοι. Συμμετείχαν επίσης στην εκστρατεία και αρκετοί ένοπλοι Χιώτες. Το γαλλικό φιλελληνικό κομιτάτο προμήθευσε 3000 κιλά μπαρούτι, καθώς και 350 βόμβες.[2]

Τα πολεμικά γεγονότα από τον Οκτώβριο έως τον Δεκέμβριο του 1827[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οκτώβριος 1827[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τόπος συναντήσεως όλων ορίσθηκαν τα Ψαρά. Οι Χιώτες ξεκίνησαν από την Σύρο, οι άτακτοι Ρουμελιώτες από το Ναύπλιο και ο Φαβιέρος με τους τακτικούς από τα Μέθανα στις 9 Οκτωβρίου του 1827[3].

Στις 17 Οκτωβρίου αποβιβάστηκαν όλοι στον Μαυρολιμένα. Στο νησί βρίσκονταν γύρω στους 2000 Τούρκους από τους οποίους 400 τακτικοί της φρουράς και 700-800 άτακτοι μισθοφόροι, καθώς και 150 πυροβολητές, με επικεφαλής τον Γιουσούφ πασά που είχε στην διάθεσή του και πολεμικά πλοία. Την άλλη μέρα, 18 Οκτωβρίου, έφτασε ο Λόρδος Κόχραν και αποβίβασε 5 όλμους και 1000 βόμβες καθώς και μερικές άλλες προμήθειες. Τρεις ημέρες αργότερα απέπλευσε. Αυτή ήταν και η τελευταία πολεμική πράξη του πολύπρακτου λόρδου. Καλά πληρωμένος αποχώρησε από το ελληνικό προσκήνιο για πάντα.

Παρέμβαση των Τριών Δυνάμεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πίνακας του Φιλέλληνα Αντόνιο Αλμέιντα. Από την μόνιμη έκθεση του Εθνικού και Ιστορικού Μουσείου.

Στο μεταξύ οι κινήσεις του Φαβιέρου, που αποσκοπούσαν στην απελευθέρωση της Χίου, είχαν υποπέσει στην αντίληψη των ναυάρχων και των Τριών Δυνάμεων (Αγγλία - Γαλλία - Ρωσία). Λίγες μέρες πριν αποβιβασθούν τα ελληνικά στρατεύματα στο νησί κυκλοφόρησε μια ανακοίνωση των ναυάρχων με ημερομηνία 12 Οκτωβρίου 1827. Σε αυτή την ανακοίνωση αναφέρεται ότι δεν ήθελαν να κάνουν οι Χίοι καμία επανάσταση. Η διαμαρτυρία αυτή είχε την έννοια της προλήψεως νέων ενδεχόμενων γεγονότων που θα μπορούσαν να διαταράξουν την ισορροπία των Τριών Δυνάμεων με την Οθωμανική κυβέρνηση.

Εκστρατεία υπό τον Φαβιέρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φαβιέρος δεν πτοήθηκε από την αντίδραση των ξένων δυνάμεων. Η εκστρατεία του στη Χίο ξεκίνησε από το Μαυρολίμανο. Κατευθύνθηκε προς την πόλη με το πρώτο τάγμα και έτρεψε σε φυγή τους Τούρκους που κλείστηκαν στο βενετσιάνικο κάστρο του νησιού. Το ίδιο βράδυ το δεύτερο τάγμα του Φαβιέρου έστησε ενέδρα και χτύπησε ένα σώμα ατάκτων στρατιωτών και μαμούρηδων (συλλεκτών φόρου μαστίχας) με επικεφαλής τον Σακίζ Εμίν. Οι περισσότεροι Τούρκοι σκοτώθηκαν και την επόμενη ημέρα ο Σακίζ Εμίν με 20 ακόμη άνδρες παραδόθηκε. Επίσης, 120 Τουρκοαλβανοί στα βόρεια του νησιού αναγκάστηκαν να παραδοθούν.

Μετά από λίγες ημέρες και μετά από υπόμνημα των αιχμαλώτων η κυβέρνηση τους απελευθέρωσε. Χαρακτηριστικό είναι απόσπασμα από άρθρο της Εφημερίδας της Ελλάδος:

Είναι θαυμαστόν, ότι οι Έλληνες εκεί εφάνησαν έτι φιλανθρωπότεροι προς τους Τούρκους, μολονότι οι βάρβαροι εκεί έπραξαν τας απανθρωπότερας ωμότητας, και μαρτυρούσι την αλήθειαν ταύτην εκατοντάδες Τούρκοι, οίτινες αιχμαλωτισθέντες φιλανθρώπως, και πολλοί εξ αυτών σταλέντες προς την Κυβέρνησιν οι μεν απελύθησαν, οι δε διάγουν ελευθέρως ενταύθα.

— Εφημερίδα της Ελλάδος, έτος 1828, σελ. 29

Πολιορκία του κάστρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φαβιέρος έχοντας ωθήσει τους Τούρκους να κλειστούν στο Κάστρο και να εγκαταλείψουν το υπόλοιπο νησί στράφηκε εξ ολοκλήρου στην πολιορκία του. Οργάνωσε τις θέσεις του και τοποθέτησε πολυβόλα σε κατάλληλα σημεία. Η πολιορκία από ξηρά γινόταν όλο και πιο στενή. Ζήτησε από τους Τούρκους να παραδοθούν, αλλά αυτοί αρνήθηκαν, γιατί περίμεναν ενισχύσεις από την θάλασσα. Συνεχώς ο Φαβιέρος ζητούσε από την Επιτροπή των Χίων να μεριμνήσει να αποκλεισθούν και από την θάλασσα οι Τούρκοι, όμως αυτοί ενδιαφέρονταν για την οργάνωση υγειονομικών και άλλων αρχών και έκαναν απολογισμό των εξόδων.

Ένα σοβαρό πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο Φαβιέρος ήταν η διαταγή από τον Γάλλο ναύαρχο Ερρίκο Δεριγνύ να παραιτηθεί από κάθε πολεμική δράση στο νησί και να αποχωρήσει. Ο Φαβιέρος του απάντησε ότι δέχεται διαταγές μόνο από την Ελληνική κυβέρνηση την οποία υπηρετεί.[4] Αντίθετα, ο Κόχραν απέπλευσε από την Χίο εκτελώντας την απόφαση των Δυνάμεων.

Ο Φαβιέρος εξακολουθούσε να πολιορκεί τους Τούρκους. Στα τέλη του Οκτωβρίου κυνήγησε και έδιωξε ένα μικρό αυστριακό πλοίο που μετέφερε μηνύματα στους πολιορκημένους.

Νοέμβριος 1827[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενισχύσεις προς τον ελληνικό στρατό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 5 Νοεμβρίου 1827 ενισχύθηκε από τον συνταγματάρχη Αλμέιντα, διοικητή του ιππικού, ο οποίος έφτασε στο νησί με δύο ίλες που αποτελούνταν από 80 άλογα και 200 άντρες. Λίγες ημέρες αργότερα ήρθε στο νησί και ο γνωστός υπονομοποιός Κώστας Χόρμοβας ή Λαγουμιτζής για να επιστατήσει και να ανατινάξει τα τείχη του κάστρου[5] .

Απόφαση για επίθεση από τον Φαβιέρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόλο που ο Φαβιέρος συνειδητοποιούσε τη δύσκολη κατάσταση που επικρατούσε, λόγω της άλωσης, δεν υποχώρησε. Σχεδίαζε και εκτελούσε καταδρομές στην απέναντι μικρασιατική ακτή, άσχετα από τις κακές καιρικές συνθήκες, μιας και ήταν χειμώνας, για να σταματήσει την επικοινωνία και την αποστολή εφοδίων προς τους πολιορκημένους στο φρούριο από τους κατοίκους των απέναντι περιοχών. Έτσι αποφάσισε να χτυπήσει την πόλη Τσεσμέ.

Δεκέμβριος 1827[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 5 Δεκεμβρίου 1827 συνεννοήθηκε με τον ναύαρχο Κανάρη που βρισκόταν στη Χίο και αποβίβασε ένα τάγμα έξω από το Τσεσμέ. Ο Κανάρης με το πυρπολικό του θα προσπαθούσε να κάψει όσα τουρκικά πλοία βρισκόταν στο λιμάνι του Τσεσμέ, απέναντι από την Χίο που ανεφοδίαζε τους Τούρκους. Τελικά η επιχείρηση του Κανάρη να κάψει τα τουρκικά πλοία στο λιμάνι του Τσεσμέ απέτυχε λόγω δυνατών ανέμων που τον εμπόδισαν να πλησιάσει το λιμάνι και επέστρεψε στη Χίο[6] .

Τα πολεμικά γεγονότα από τον Ιανουάριο έως τον Μάρτιο του 1828[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιανουάριος 1828[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φαβιέρος θέλοντας εκ νέου να βελτιώσει την θέση του αποφάσισε να αιφνιδιάσει τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις του εχθρού στη Σμύρνη και συγχρόνως να αρπάξει αιγοπρόβατα για τον ανεφοδιασμό του στρατού του. Η επίθεση ήταν προγραμματισμένη για τις 6 Ιανουαρίου, αλλά μια καταιγίδα είχε ως συνέπεια να καταστραφεί το ελληνικό μπρίκι «Σωτήρ» που θα βοηθούσε στην επιχείρηση. Έτσι αναβλήθηκε για τις 11 Ιανουαρίου χωρίς όμως να πραγματοποιηθεί ποτέ.

Επίθεση των Τούρκων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το επόμενο πρωί, περισσότεροι από 1000 Τούρκοι οργανωμένοι και μη βγήκαν από το φρούριο και επιτέθηκαν στο ελληνικό κανονιοστάσιο της Τουρλωτής, που φυλασσόταν ανεπαρκώς από τμήμα του ελληνικού στρατού. Οι Τούρκοι επεκτάθηκαν και σε άλλα ελληνικά χαρακώματα τα οποία κατέλαβαν εύκολα. Σε ένα μόνο χαράκωμα βρήκαν αντίσταση από τον οπλαρχηγό Γκέκα και από ένα απόσπασμα του τακτικού στρατού που το φύλασσαν. Το δεύτερο τάγμα του τακτικού στρατού που ήταν επιφυλακή πήγε στο χαράκωμα που ήταν ο Γκέκας, επιτέθηκε στους Τούρκους, τους έτρεψε σε φυγή προς το φρούριο, σκότωσε και αιχμαλώτισε αρκετούς και ανακατέλαβε και μερικά από τα άλλα χαρακώματα.

Ανακατάληψη από τους Έλληνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο μεταξύ, καθώς ο Φαβιέρος βρισκόταν στο κατάλυμα του, άκουσε κανονιοβολισμούς και παρατήρησε τούρκικες σημαίες στο κανονιοστάσιο της Τουρλωτής. Αμέσως, ανέβηκε στο άλογο του και με απόσπασμα του ιππικού πήγε στο κανονιοστάσιο. Στο δρόμο πήρε μαζί του το Γ' Τάγμα πεζικού του Σωνιέρου. Χωρίς να δώσουν σημασία στα ισχυρά πυρά των Τούρκων, έφτασαν γρήγορα στο κανονιοστάσιο και το κατέλαβαν. Πρώτος μπήκε μέσα στο οχυρό ο Φαβιέρος. Οι Τούρκοι είχαν αποκλειστεί από παντού από τους Έλληνες, οι οποίοι είχαν ανακαταλάβει τα χαρακώματα μαζί με Σμυρναίους εθελοντές. Μόνο ένα μέρος των Τούρκων διασώθηκε, αφού πέρασαν από το χαράκωμα που δεν είχε καταληφθεί.

Το γραφείο και το κάθισμα του Ιωάννη Καποδίστρια όπως εκτίθενται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Απολογισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Τούρκοι που σκοτώθηκαν ήταν 240, όμως, κατά τον Χρήστο Βυζάντιο ήταν 500 που πέθαναν και 24 αιχμάλωτοι. Οι Έλληνες που σκοτώθηκαν ήταν 48.

Πέθαναν πολλοί, ένας από αυτούς ο Άγγλος φιλέλληνας Λούτιενς. Τραυματίστηκαν οι Χίοι αρχηγοί ατάκτων Α. Καρδαμιλίτης και ο Νεόφυτος Διάκος. Ο ίδιος ο Φαβιέρος τραυματίστηκε στον μηρό.

Επόμενες κινήσεις των Ελλήνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο εφοδιασμός δεν γινόταν να εμποδίζεται μόνιμα και γι' αυτό η νίκη αυτή δεν ήταν καθοριστική. Ο Φαβιέρος όταν έμαθε την άφιξη του Καποδίστρια, σε επιστολή που του έστειλε στις 12 Ιανουαρίου 1828 του ζήτησε ενισχύσεις σε εφόδια και χρήματα. Ο Κυβερνήτης, αν και γνώριζε ότι η εκστρατεία στη Χίο ήταν ατυχής και δεν θα είχε καλή έκβαση, αποφάσισε να στείλει όλες τις δυνατές ενισχύσεις του, επειδή δεν ήθελε να διακινδυνεύσει τη ζωή των κατοίκων της νήσου. Γι' αυτό διέθεσε 6000 δίστηλα που του είχαν δώσει οι Χίοι της Μάλτας, ενδύματα για τους στρατιώτες και άλλα εφόδια.

Τέλος, διέταξε τον Ναύαρχο Μιαούλη να κατευθυνθεί μετά από την καταστολή της πειρατείας, μαζί με τον Κανάρη στη Χίο, μήπως με την βοήθεια τους φτάσει η επιχείρηση σε καλό τέλος ή διαφορετικά να φροντίσουν για τη διενέργεια εκκένωσης του νησιού[7].

Φεβρουάριος 1828[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο μεταξύ, η κατάσταση στη Χίο χειροτέρευε παρά τις ενισχύσεις που είχε αποστείλει ο Καποδίστριας. Η Επιτροπή της Χίου είχε σταματήσει να πληρώνει τους στρατιώτες τακτικά και δεν τους παρείχε πολεμοφόδια πια, όπως είχαν συμφωνήσει με τον Φαβιέρο. Έπειτα, ακολούθησε η δυσαρέσκεια των ατάκτων που καταπίεζαν τους κατοίκους των χωριών και τα φαινόμενα αυτά άρχισαν να εκτείνονται και στον τακτικό στρατό. Ο Φαβιέρος κατόρθωνε να συγκρατεί την κατάσταση.

Στις 27 Φεβρουαρίου 1828 ο τουρκικός στόλος, που αρχικά αποτελούνταν από 5 μόνο πλοία και έπειτα συμπληρώθηκε με ένα δίκροτο με τον Τούρκο Ναύαρχο Ταχήρ Πασά και μια κορβέτα, πήγε στο στενό Χίου-Τσεσμέ και μετά από ναυμαχία μιας ώρας ανάγκασε τα ελληνικά πλοία να αποχωρήσουν. Το ένα είχε κυβερνήτη τον Δημήτριο Παπανικολή και το άλλο τον Κολαντρούτσο.

Αποβίβαση των Τούρκων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα τουρκικά πλοία γύρισαν στο Τσεσμέ και στις 28 Φεβρουαρίου 1828 συνόδευσαν ως τη Χίο πλοιάρια με 3000 περίπου Τούρκους στρατιώτες που σκόπευαν να αποβιβαστούν στο νησί. Ο Φαβιέρος προβλέποντας τις προθέσεις τους είχε παρατάξει το Δεύτερο Τάγμα Πεζικού σε κατάλληλες θέσεις. Οι Τούρκοι αρχικά βομβάρδισαν την περιοχή της Αγίας Ελένης, όμως διαπιστώνοντας ότι το Πρώτο Τάγμα Πεζικού κρατούσε τις θέσεις του στράφηκαν προς την άλλη πλευρά και συγκεκριμένα στη θέση των Μύλων, όπου το έδαφος ήταν πιο ομαλό. Τα πλοιάρια προσέγγισαν τις ακτές και άρχισαν να αποβιβάζουν στρατεύματα, τα οποία αμέσως δέχθηκαν επίθεση από το Δεύτερο Τάγμα υπό τον Ταγματάρχη Καββάλο και υπέστησαν βαριές απώλειες. Ένα μικρό μέρος από όσους είχαν αποβιβαστεί σώθηκε κολυμπώντας έως τα πλοιάρια. Μετά από την αποτυχία αυτή οι Τούρκοι αποβιβάστηκαν στο φρούριο[8].

Φυγή των Χίων και του ελληνικού στρατού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλοί κάτοικοι του νησιού καθώς και η Επιτροπή των Χίων τρομοκρατήθηκαν λόγω της αποβίβασης και της εμφάνισης του τουρκικού στόλου, με αποτέλεσμα τη φυγή τους με πλοία. Ο Φαβιέρος προσπάθησε να ανακάμψει το ηθικό του στρατού προβάλλοντας τα θετικά στοιχεία της απόβασης. Οι οπλαρχηγοί των ατάκτων διαπίστωσαν ότι είχε γίνει εγκατάλειψη των χαρακωμάτων από τους περισσότερους στρατιώτες, ότι οι υπόλοιποι σκόπευαν επίσης να φύγουν και απέδωσαν στην Επιτροπή των Χίων λιποταξία.

Σχέδιο αποχώρησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φαβιέρος χωρίς να το θέλει πήρε την απόφαση την ίδια νύχτα να γίνει εφαρμογή του σχεδίου αποχώρησης με τόπο συγκέντρωσης το χωριό Μεστά, όπου θα περίμεναν εντολές του κυβερνήτη. Σε λίγο όμως ήρθαν οι οπλαρχηγοί με τους σημαιοφόρους τους και ανέφεραν στο Φαβιέρο ότι είχαν φύγει από τα χαρακώματα όλοι οι στρατιώτες.

Ο Φαβιέρος έδωσε εντολή να μετακινηθούν προς τα Μεστά όλα τα τμήματα του τακτικού στρατού, εκτός από το Γ' Τάγμα που πρώτα θα εκτελούσε ακατάπαυστα πυρά, ώστε να μην καταλάβουν οι Τούρκοι ότι εγκατέλειψαν τη περιοχή και στη συνέχεια θα έφευγε και αυτό. Τελευταίος στις 10 το βράδυ έφυγε ο Φαβιέρος και μετά από πορεία δύο ημερών έφτασε στο χωριό Σταμνά μαζί με το επιτελείο του[9].

Μάρτιος 1828[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Επιτροπή των Χίων ανήγγειλε στον Φαβιέρο ότι είχε έρθει ο Μιαούλης με το δίκροτο «Ελλάς» και άλλα πολεμικά, είχε διώξει τα τουρκικά πλοία και είχε κανονιοβολήσει το φρούριο. Ζήτησαν από τον Φαβιέρο να επιστρέψει και αυτός συμφώνησε.

Οι οπλαρχηγοί των ατάκτων ζήτησαν η Επιτροπή των Χίων να τους χορηγήσει από πριν δύο μισθούς και να τους δίνει τακτικά πολεμοφόδια και τροφές. Η Επιτροπή συμφώνησε μόνο αν θα επέστρεφαν και κατάφερναν να κλείσουν τους Τούρκους στο φρούριο.

Αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο στρατός την επόμενη μέρα κατευθύνθηκε σε ακρωτήριο στη περιοχή Κόκκινα εξαιτίας της διαμάχης που συνεχιζόταν. Από το ακρωτήριο πέρασαν σε κοντινό ερημονήσι όλα τα ελληνικά τμήματα κατά τη νύχτα. Την επόμενη μέρα το νησί εκκενώθηκε χωρίς απώλειες παρά τις δυσκολίες που εμφανίστηκαν με τη βοήθεια του δίκροτου «Ελλάς», ενός γαλλικού δίκροτου και πολλών άλλων πλοίων που παρέλαβαν όλα τα ελληνικά τμήματα. Μετά την αποχώρηση του ελληνικού στρατού δεν έγιναν διωγμοί των κατοίκων του νησιού, οι άτακτοι μεταφέρθηκαν στα Ψαρά και ο τακτικός στρατός στη Σύρο.[10]

Πέρας της εκστρατείας - απολογισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Καποδίστριας ως κυβερνήτης της Ελλάδας χρειαζόταν να ενισχύσει τον στρατό της Χίου και της Κρήτης, άλλα δεν είχε χρήματα για να το επιχειρήσει. Αυτό φαίνεται και από το απόσπασμα της επιστολής του που ακολουθεί και απευθύνεται στον Ελβετό Ιππότη και φιλέλληνα Εϋνάρδο:

Την νήσον Χίον απέλειψαν οι ημέτεροι στρατιώται τακτικοί τε και άτακτοι, και ο λαός όλος, εκτός εκατόν περίπου κατοίκων Χίων, ευτάκτως αποχωρήσαντες. Επράχθη δε τούτο, καθότι η κυβέρνησις αδυνάτως είχε να βαστάση την μακρινήν και πολυδάπανον εκείνην εκστρατείαν, και δια πολλούς ακόμη αξίους λόγους, τους οποίους δεν ειμπορώ να σε δώσω εδώ. Αλλ΄ εκ τούτου έχω τον Φαβιέρον και χιλίους τακτικούς στρατιώτας, δι΄ων θέλω βάλη ίσως κάποιαν τάξι εις την διοίκησιν της Πελοποννήσου όθεν και χώραν έχει ενταύθα το λεγόμενον, η δυστυχία εις κάτι χτήσιμος γίνεται

— Επιστολή 22ας Μαρτίου 1828 του Καποδίστρια

Η εκστρατεία της Χίου, που χρηματοδοτήθηκε από Χιώτες της Σύρου, καθώς και από την Αντικυβερνητική Επιτροπή που διέθεσε τακτικό στρατό υπό τον συνταγματάρχη Φαβιέρο, φαινόταν ότι θα είναι αποτυχημένη, διότι οι Χιώτες αλλά και οι υπόλοιποι Έλληνες, δεν είχαν τα απαιτούμενα οικονομικά μέσα για να την στηρίξουν.

Στις 5 Ιουνίου 1828 ο Αδαμάντιος Κοραής σε επιστολή του προς τους Ρώτα και Βλαστό, έγραψε:

Η τελευταία απροσόκητος αποτυχία της Χίου αύξησε τας ασθένειας και του σώματος και της ψυχής μου

— Κοραή, Επιστολαί (εκδόσεις Ν. Δαμαλά), τόμος ΙΙΙ, σελίδα 370

Παρά τις επιτυχίες του Φαβιέρου, που είχε ως αποτέλεσμα να εκδιωχθούν οι Τούρκοι από την πρωτεύουσα και να περιοριστούν στο φρούριο, η επιχείριση βρέθηκε τελικά σε αδιέξοδο.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Ελληνική Επανάσταση, ΙΒ, σελ. 469
  2. Ελληνική Επανάσταση, ΙΒ, σελ. 470
  3. Γ΄Εθνοσυνέλευση, σελ. 210
  4. Γ΄Εθνοσυνέλευση, σελ 212, 213
  5. Η εκστρατεία της Χίου υπό τον Φαβιέρον, σελ. 28
  6. Γ΄ Εθνοσυνέλευση, σελ. 214}}
  7. Ελληνική Επανάσταση, ΙΒ, σελ 490
  8. Η εκστρατεία της Χίου υπό τον Φαβιέρον, σελ 57
  9. Ελληνική Επανάσταση, ΙΒ, σελ 491
  10. Η εκστρατεία της Χίου υπό τον Φαβιέρον, σελ. 59

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Παναγής Δ. Ζούβας (1971). Η εκστρατεία της Χίου υπό τον Φαβιέρον κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν. Αθήναι. 
  • Η Ελληνική Επανάσταση και η ίδρυση του Ελληνικού Κράτους (1821-1832) - (τόμος ΙΒ). Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών. 1975. ISBN 960-213-095-4. 
  • Σπυρίδωνας Τρικούπης (1994). Από τη Γ΄ Εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο ως την ανακύρηξη της Ανεξαρτησίας - (τόμος Τέταρτος). Αθήνα: Νέα σύνορα - Α. Α. Λιβάνη. ISBN 960-236-370-3.