Οροπέδιο
Οροπέδιο αγγλ. (plateau) είναι η ευρεία επίπεδη ή ελαφρώς κυματοειδής εδαφική επιφάνεια η οποία βρίσκεται από μερικές εκατοντάδες έως χιλιάδες μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας και περικλείεται σε όλα τα σημεία από απότομες πλαγιές ή οροσειρές ή διακόπτεται από βαθιές χαράδρες. Η δημιουργία τους οφείλεται γενικά στην ανύψωση μεγάλων μαζών του στερεού φλοιού της Γης και στη συνέχεια στη διάβρωση τους από τη δράση του νερού και των ανέμων.[1]
Η σημασία των οροπεδίων[Επεξεργασία]
Πιο απλά οροπέδιο ορίζεται ως μια υπερυψωμένη κοιλάδα δηλαδή μια πεδιάδα ανάμεσα σε βουνά. Για τον άνθρωπο τα οροπέδια έχουν μεγάλη σημασία, γιατί του προσφέρουν επίπεδες επιφάνειες, κατάλληλες για εγκατάσταση και καλλιέργεια. Στις Τροπικές περιοχές το υψόμετρο τους μετριάζει την τραχύρτητα του κλίματος, δημιουργώντας νησίδες με τοπικό μικροκλίμα, πιο υγιεινό από το κλίμα των γύρω χαμηλών εδαφών, όπως συμβαίνει στις ψηλές περιοχές της Αιθιοπίας, του Μεξικού και των Άνδεων. Μαζί με τις λεκάνες που περικλείουν, τα οροπέδια καλύπτουν περίπου το 45% της επιφανείας της Γης.[2]
Ιδιαίτερα ενδιαφέρων σχηματισμός είναι το πασίγνωστο Οροπέδιο του Λασιθίου, στα σύνορα με το νομό Ηρακλείου, έκτασης 50 τετρ. χλμ. που καλλιεργείται με νερό που αντλούν 6.000 ανεμόμυλοι από τους 10.000 που προϋπήρχαν. [3]Πρωτεύουσα του Οροπεδίου και έδρα του ομώνυμου δήμου αποτελεί το κεφαλοχώρι Τζερμιάδο. Tο οροπέδιο Λασιθίου εκτείνεται (11 χλμ. με κατεύθυνση ανατολη-δυτικά σε πλάτος 6 χλμ. Απέχει περίπου 70 χιλιόμετρα ανατολικά από το Ηράκλειο και βρίσκεται σε μέσο υψόμετρο 840 μ. το οποίο το καθιστά ένα από τα λίγα μόνιμα κατοικημένο σε τέτοιο υψόμετρο γύρω από τη Μεσόγειο. Οι χειμώνες είναι συχνά δριμείς και το χιόνι στην πεδιάδα και τα γύρω βουνά μπορεί να παραμείνει μέχρι τα μέσα της άνοιξης.
Δείτε επίσης[Επεξεργασία]
Παραπομπές[Επεξεργασία]
- ↑ Εκπαιδευτική Ελληνική Εγυκλοπαίδεια «Η εξέλιξη του γήινου στοιχείου, τόμ. 17 σσ. 142-148, Εκδοτική Αθηνών, 1993 ISBN 960-213-272-8»
- ↑ Εγκυκλοπαίδεια Δομή, σ. 173 τόμ. 22 ISBN 960-8177-72-3
- ↑ Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, ο.π. τόμ. 18Α σ.291