Μάχη του ελαιώνα του Κούντουρα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η μάχη του ελαιώνα του Κούντουρα
Δ' Σταυροφορία
Olivenhain.jpg
Φωτογραφία σύγχρονου ελαιώνα, πιθανώς παρόμοιο τοπίο με αυτό της μάχης
Ημερομηνία 1205 μ.Χ.
Τόπος Μεσσηνία, Πελοπόννησος
Έκβαση Σημαντική νίκη των Φράγκων
Εμπλεκόμενες πλευρές
Φράγκοι
"Ρωμαίοι" (Έλληνες)
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις
700 ή 500 ιππότες
4000 ή 5000
Απώλειες
Ελαφρές
Βαριές

Η μάχη του ελαιώνα του Κούντουρα έγινε την Άνοιξη του 1205 στη Μεσσηνία της Πελοποννήσου, μεταξύ των Φράγκων και των Ελλήνων[1], όταν Φράγκοι ιππότες με επικεφαλής τον Γουλιέλμο Σαμπλίτη προσπαθούσαν να καταλάβουν το Μοριά. Τη μάχη κέρδισαν οι Φράγκοι. Μετά από αυτή τους τη νίκη δε συνάντησαν άλλη σημαντική αντίσταση στην Πελοπόννησο, την κατέλαβαν και ίδρυσαν το Πριγκιπάτο της Αχαΐας.

Υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1204 και την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στους σταυροφόρους της Δ' Σταυροφορίας, η μάχη του Ελαιώνα του Κούντουρα, αποδείχθηκε κρίσιμη για την τύχη της Πελοποννήσου.

Οι Φράγκοι ιππότες Γοδεφρείδος Α' Βιλλαρδουίνος και Γουλιέλμος Σαμπλίτης, επικεφαλής περίπου εκατό ιπποτών και αρκετών στρατιωτών, αρχικά κατέλαβαν τη Μεθώνη και αφού εξασφάλισαν την υποστήριξη του Ιωάννη Καντακουζηνού, άρχισαν την εκστρατεία για την κατάληψη του Μωριά. Κατέλαβαν τις κύριες πόλεις της Πελοποννήσου βρίσκοντας μικρή αντίσταση.

Οι Έλληνες όμως της Λακωνίας, της Αρκαδίας και της Αργολίδας, κάτω από τη διοίκηση του Μιχαήλ Α' Δούκα, ο οποίος την εποχή εκείνη ήταν κυβερνήτης του Θέματος της Πελοποννήσου[2] και ο Μιχάλης Καντακουζηνός, γιος του Ιωάννη Καντακουζηνού ο οποίος είχε πεθάνει, προσπάθησαν να σταματήσουν τους Φράγκους[3].

Η μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τις πρωτογενείς πηγές, ο στρατός του Μιχαήλ Α' αριθμούσε 5000[4] ή 4000[5] άντρες ενώ αυτός των Φράγκων 500[4] ή 700[5]. Παρ´όλη τη διαφορά, οι Φράγκοι κέρδισαν τη μάχη. Στη συνέχεια η αντίσταση των Ελλήνων παρέλυσε και όλα τα κάστρα και οι πόλεις της Πελοποννήσου έπεσαν το ένα μετά το άλλο. Τον ίδιο χρόνο, το 1205, ο Γουλιέλμος Σαμπλίτης ίδρυσε το Πριγκιπάτο της Αχαΐας.

Ο Μιχαήλ Α' πήγε στην Ήπειρο όπου και ίδρυσε το Δεσποτάτο της Ηπείρου. Η ακριβής θέση του ελαιώνα του Κούντουρα στη Μεσσηνία δεν είναι γνωστή και η μόνη πληροφορία που υπάρχει είναι η αναφορά του Βιλλαρδουίνου ότι ήταν μιας ημέρας απόσταση από το κάστρο της Κορώνης.

Πρωτογενείς πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρακάτω παρουσιάζονται τα κείμενα από δυο πρωτογενείς πηγές που περιγράφουν τη μάχη του ελαιώνα του Κούντουρα: το Χρονικό της κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης του Γοδεφρείδου Βιλλαρδουίνου[4] και το Χρονικόν του Μορέως[5]. Σημειώνεται ότι και οι δυο πλευρές παρουσιάζουν τα γεγονότα από την πλευρά των νικητών. Ο Γοδεφρείδος Βιλλαρδουίνος ήταν θείος του Γοδεφρείδου Α' που πήρε μέρος σαν ένας από τους διοικητές στη μάχη, ενώ ο συγγραφέας του Χρονικού του Μωρέα ήταν πιθανότατα γασμούλος, δηλαδή γόνος μεικτού γάμου από Φράγκο πατέρα και ελληνίδα μητέρα, ή εξελληνισμένος Φράγκος ο οποίος σε διάφορα σημεία του βιβλίου εκφράζεται υπέρ των Φράγκων και με περιφρόνηση προς τους "Ρωμαίους".

Από το Χρονικό της Τέταρτης Σταυροφορίας και της κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης[6]:

Έτσι ο Γουλιέλμος Σαμπλίτης και ο Γοδεφρείδος Βιλλαρδουίνος (ο ανηψιός), ξεκίνησαν και πήραν μαζί τους περίπου εκατό ιππότες και ένα μεγάλο αριθμό έφιππων και μπήκαν στη γη του Μωριά και προχώρησαν μέχρι που έφτασαν στην πόλη της Μεθώνης. Ο Μιχαήλ άκουσε ότι είχαν έλθει στη χώρα με τόσους λίγους και μάζεψε ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων, έναν αριθμό εκπληκτικό, και προχώρησαν ακολουθώντας τους, σαν κάποιος που σκεφτόταν ότι αυτοί δεν ήταν σε καλύτερη κατάσταση από κρατούμενοι και μάλιστα στη δική του χώρα. Όταν αυτοί άκουσαν ότι έρχεται, οχύρωσαν εκ νέου τη Μεθώνη όπου οι οχυρώσεις από παλαιότερα είχαν εγκαταλειφθεί και άφησαν εκεί τα πράγματά τους και τους συνοδούς τους. Μετά προχώρησαν μιας μέρας δρόμο και διατάχθηκαν με όσους ανθρώπους είχαν. Ο κίνδυνος έμοιαζε μεγάλος, γιατί δεν είχαν πάνω από πεντακόσιους έφιππους, ενώ στην άλλη πλευρά ήταν αρκετά πάνω από πέντε χιλιάδες. Αλλά τα γεγονότα συμβαίνουν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, γιατί ο άνθρωποί μας πολέμησαν με τους Έλληνες, τους κατατρόπωσαν και τους κατάκτησαν. Και οι Έλληνες έχασαν με πολύ βαριές απώλειες, ενώ όσοι ήταν στην πλευρά μας κέρδισαν αρκετά άλογα και όπλα και άλλα αγαθά σε μεγάλη ποσότητα και έτσι γύρισαν χαρούμενοι και πολύ ευτυχισμένοι στην πόλη της Μεθώνης

Η περιγραφή της μάχης στο Χρονικόν του Μορέως (στ. 1720-1738)[7]:

ἀκούσασιν κ’ ἐμάθασιν τὸ πῶς ἦλθαν οἱ Φράγκοι
καὶ περπατοῦν ἐκ τὰ χωρία κ’ ἐπαίρνουσιν τὰ κούρση,
καὶ εἶπαν κ’ ἐλογίσαντο νὰ τοὺς ἔχουν ζημιώσει.
Ἐκεῖσε ἐπαρεσύρθηκαν, τὸ λέγουν Κηπησκιάνους,
ὅπου τὸ κράζουν ὄνομα στὸν Κούντουραν ἐλαιῶνα.
Ἦσαν χιλιάδες τέσσαρες, πεζοὶ καὶ καβαλλάροι.
Οἱ Φράγκοι γὰρ ὡς τὸ ἐμάθασιν πάλε ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους,
ὅπου ἤσασιν γὰρ μετ’ αὐτοὺς κ’ ἐξεύρασιν τοὺς τόπους,
ἐκεῖ τοὺς ἐπαρέσυραν, ἦλθαν καὶ ηὕρανέ τους
καὶ πόλεμον ἐδώκασιν οἱ Φράγκοι κ’ οἱ Ρωμαῖοι.
Κ’ οἱ Φράγκοι γὰρ οὐκ ἤσασιν, πεζοὶ καὶ καβαλλάροι,
μόνοι ἑφτακόσιοι μοναχοί, τόσους τοὺς ἐγνωμιάσαν.
Με προθυμίαν ἀρχάσασιν τὸν πόλεμο οἱ Ρωμαῖοι,
διατὶ ὀλίγους τοὺς ἔβλεπαν, ὕστερα ἐμετενοῆσαν.
Τι νὰ σὲ λέγω τὰ πολλὰ καὶ τὶ τὸ διάφορόν μου;
τὸν πόλεμον ἐκέρδισαν ἐτότε ἐκεῖν’ οἱ Φράγκοι˙
ὅλους ἐκατασφάξασιν, ὀλίγοι τοὺς ἐφύγαν.
Αὐτὸν καὶ μόνον πόλεμον ἐποῖκαν οἱ Ρωμαῖοι
εἰς τὸν καιρὸν ποῦ ἐκέρδισαν οἱ Φράγκοι τὸν Μορέαν.

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Southeastern Europe in the Middle Ages, 500-1250, Florin Curta, Paul Stephenson, p. xxv, Cambridge University Press, 2006, ISBN 0521815398
  2. The Late Medieval Balkans: A Critical Survey from the Late Twelfth Century to the Ottoman Conquest, John V Fine, p.66, University of Michigan Press, 1994, ISBN 0472082604
  3. The Papacy and the Levant, 1204-1571, Kenneth Meyer Setton, p.25, The American Philosophical Society, 1976, Diane Publishing Co, ISBN 0871691140
  4. 4,0 4,1 4,2 Geoffroi de Villehardouin, De la Conquête de Constantinople 1207-1210?
  5. 5,0 5,1 5,2 Αγνώστου, Χρονικόν του Μορέως, περίπου 1300 μ.Χ.
  6. The chronicle of Geoffry de Villehardouin, Marshal of Champagne and Romania concerning the conquest of Constantinople, by the French and Venetians, anno M.CCIV., Translated by T. Smith, London, William Pickering, 1829, retrieved from Google Book Search [1]
  7. Το Χρονικόν του Μορέως, έκδοση Π.Καλονάρου, Αθήνα 1940