Φραντσέσκο Μοροζίνι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Δόγης Φραντσέσκο Μοροζίνι

O Φραντσέσκο Μοροζίνι (Francesco Morosini, 26 Φεβρουαρίου 1619 - 16 Ιανουαρίου 1694) ήταν δόγης της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας από το 1688 έως το 1694, κατά τη διάρκεια του Έκτου Ενετοτουρκικού πολέμου, που είχε αρχίσει από το 1645 με την επιδρομή των Τούρκων κατά της Κρήτης. Ήταν γόνος της περίφημης ενετικής μεσαιωνικής οικογένειας ευγενών Μοροζίνι, από την οποία και προήλθαν πολλοί Δόγηδες, λόγιοι, στρατηγοί και ναυμάχοι.

Αρχική σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1619. Από νεαρή ηλικία είχε διακριθεί σε ανδρεία κατά τον Ενετοτουρκικό πόλεμο. Έτσι μετά τον θάνατο του Ενετού ναυάρχου Μοτσενίγου, σε ηλικία 36 ετών διορίστηκε προσωρινά στόλαρχος των ενετικών ναυτικών δυνάμεων, επιχειρώντας λεηλασίες των τουρκικών παραλίων και πυρπολήσεις εχθρικών αποθηκών, αναμένοντας τον νέο ναύαρχο Φοσκαρίνι. Μετά όμως από το θάνατο και του νέου ναυάρχου ανέλαβε οριστικά την αρχηγία του ενετικού στόλου. Από τη θέση αυτή άρχισε να καταστρώνει το σχέδιό του που ήταν η εκτόπιση των Τούρκων από το Αιγαίο προσβάλλοντας διαδοχικά την Μονεμβάσια την Χαλκίδα και διάφορος λιμένες της Εύβοιας και τέλος τα Χανιά (1660). Πλην όμως απέτυχε σ΄ όλες αυτές τις επιχειρήσεις του. Τότε καταγγέλθηκε από κάποιον υφιστάμενό του λεγόμενο Barbaro, (στον οποίο είχε απαγγείλει ποινή θανάτου για παράλειψη καθήκοντος), για αναξιότητα με συνέπεια ν΄ ανακληθεί από τη κυβέρνηση της Βενετίας που όμως στη συνέχεια απηλλάγη από κάθε κατηγορία.
Στο μεταξύ εξακολουθούσε ο πόλεμος στη Κρήτη που έφθασε σε ένταση με την πολιορκία του Χάνδακα (= Ηράκλειο Κρήτης) την οποία διεύθυνε ο Μέγας Βεζίρης Φαζίλ Αχμέτ Κιουπρουλού. Προς αντιμετώπιση του πολυμήχανου εκείνου Βεζίρη η ενετική κυβέρνηση έκρινε επιβεβλημένο να πέμψει τον δραστήριο Φ. Μοροζίνι διορίζοντάς τον τον Δεκέμβριο του 1666 αρχιστράτηγο των ενετικών δυνάμενων της Κρήτης. Από τη θέση αυτή όμως ο Μοροζίνη μη δυνάμενος ν΄ αποκόψει τις θαλάσσιες συγκοινωνίες των Τούρκων περιορίστηκε στην άμυνα του Χάνδακα. Μετά από αιματηρούς αγώνες και ανθιστάμενος των πιέσεων δύο ακόμη ετών και 9 μηνών αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει, (κατ΄ άλλους για να προλάβει νέα έφοδο με πιθανή άλωση και σφαγή της φρουράς και των κατοίκων, κατ΄ άλλους προκειμένου να ματαιώσει γαλλικές μηχανορραφίες), και να το παραδώσει δια της ομώνυμης συνθήκης Κάντιας στις 27 Σεπτεμβρίου του 1669 στις δυνάμεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μετά την οποία εξήλθε ελεύθερη η φρουρά καθώς και οι κάτοικοι της ερειπωμένης πλέον από τους συνεχείς βομβαρδισμούς πόλης.

Για την πράξη του αυτή στη συνέχεια μετά την επιστροφή του στη Βενετία κατηγορήθηκε για δειλία και προδοσία. Ωστόσο αθωώθηκε πανηγυρικά μετά από μια σύντομη δίκη, παραμένοντας στη συνέχεια σε αφάνεια, μέχρι της κήρυξης του νέου ενετοτουρκικού πολέμου το 1684, όπου όλες οι ένοπλες δυνάμεις της Ενετίας καθώς και πολλοί Έλληνες τάχθηκαν μαζί τους και συγκεντρώθηκαν υπό την αρχηγία του.

Απελευθέρωση Πελοποννήσου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έτσι το 1685, διοικητής του ενετικού στόλου προσέγγισε αρχικά την Κέρκυρα απ΄ όπου ενισχύθηκε με 2.000 Έλληνες εθελοντές. Τον ίδιο χρόνο κυρίευσε τη Λευκάδα. Στη συνέχεια αφού ενισχύθηκε και με νέες επικουρίες υπό τον Σουηδό στρατηγό Καίνιξμαρκ στράφηκε προς τα Κάστρα της Μεσσηνίας τα οποία το ένα μετά το άλλο τα κατέλαβε σταθμεύοντας στη Μεθώνη για πολεμικό συμβούλιο αφού και λεηλάτησε προηγουμένως το υπό των Τούρκων κάστρο της Κορώνης.
Κατά το συμβούλιο εκείνο πάρθηκε η απόφαση της άμεσης προσβολής του Μυστρά και στη συνέχεια του Ναυπλίου που εν τω μεταξύ οι Τούρκοι είχαν αρχίσει τον ανεφοδιασμό του. Έτσι ο Φραντσέσκο Μοροζίνι συνεχίζει με την αρμάδα του τον περίπλου της Μάνης φθάνοντας στο καραβοστάσι του Μαραθονησίου (= Γυθείου), αποβιβάζοντας αποσπάσματα του Καίνηξμαρκ για άμεση προσβολή και κατάληψη του Μυστρά, ενώ ο ίδιος συνεχίζει προς τη Μονεμβάσια και από εκεί προς τον όρμο του Τολού όπου στις 25 Ιουλίου του 1686 αποβιβάζει το μεγαλύτερο μέρος των στρατευμάτων με γενική προσβολή την ίδια ημέρα του Άργους. Μετά την επιτυχία αυτή τα στρατεύματα του Καίνιξμαρκ κατέλαβαν και το Παλαμήδι.
Οι νίκες που ακολούθησαν το επόμενο έτος 1687, με την κατάληψη όλων των κάστρων Ναυπάκτου, Μάνης, Μυστρά, Άργους, Ναυπλίου και Κορίνθου υπήρξαν καθοριστικές για την έκβαση εκείνου του πολέμου, χαρίζοντας την ελευθερία σε όλη την Πελοπόννησο, εκτός της ανθιστάμενης Μονεμβασίας.

Μετά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις αυτές ακολούθησε νέο πολεμικό συμβούλιο που τάχθηκε υπέρ της τομής του Ισθμού της Κορίνθου για τη διασφάλιση της Πελοποννήσου, που ήταν έργο χρονοβόρο και πολυδάπανο, ή την ανακατάληψη της Αθήνας. Υπέρ της δεύτερης άποψης τάχθηκε ο Μοροζίνης όπου στις 2 Σεπτεμβρίου του 1687 κατέπλευσε στον όρμο Λεόνε (= λιμένα του Πειραιά). Κατά την εναντίον της Αθήνας επιχείρηση αυτή δυστυχώς μία οβίδα επέπεσε στον Παρθενώνα που είχε μεταβληθεί σε μπαρουταποθήκη με συνέπεια τη καταστροφή του μεγαλυτέρου τμήματός του. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε τη πρώτη κηλίδα στις στρατιωτικές νίκες του Μοροζίνι, κατά των Τούρκων. Η δεύτερη κηλίδα ήταν η πανώλη που μεταδόθηκε αστραπιαία από γαλλικό πλοίο στο Ναύπλιο και τα περίχωρά του.

Παρά ταύτα η Γερουσία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας εκτιμώντας τις σπουδαίες νίκες του, του απένειμε τον τίτλο τιμής «Πελοποννησιακός», τοποθετώντας και χάλκινη προτομή του «εν ζωή» στο Ανάκτορο των Δόγηδων. Μετά δε τον θάνατο του Μαρκαντωνίου Ιουστινιάνη τον ανακήρυξε Δόγη της Βενετίας.

Δόγης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ναύαρχος Φραντσέσκο Μοροζίνι ανακηρύχθηκε Δόγης στις 3 Απριλίου του 1688. Την εποχή εκείνη βρίσκονταν στον Πόρο όπου ναυλοχούσε η αρμάδα του. Έτσι λίγες μέρες μετά, κατέπλευσε στον Πόρο το θρυλικό σκάφος "Βουκένταυρος" το οποίο και μετέφερε τα σύμβολα του Δογικού αξιώματος τα οποία σε λαμπρότατη τελετή παραδόθηκαν στο ναύαρχο. Εκείνος αφού περιεβλήθη αυτών, υπό τις ιαχές των πληρωμάτων των πλοίων του, επιβιβάστηκε στον Βουκένταυρο όπου και απέπλευσε για τη Βενετία, για την ανάληψη των νέων του καθηκόντων, συνοδευόμενος από το μεγαλύτερο μέρος της αρμάδας του.

Ο Δόγης Μοροζίνι και υπό τα νέα του καθήκοντα δεν έπαψε να ενδιαφέρεται περί των διαφόρων συμβάντων στη Πελοπόννησο. Την απουσία του Μοροζίνι εκμεταλλεύτηκε για δράση ο πολυμήχανος Λιμπέριος Γερακάρης ο οποίος και δημιούργησε τελικά αιτιάσεις συμπράττοντας επικείμενη εισβολή του Σερασκέρη. Έτσι ο Δόγης επιβιβασθείς και πάλι στο Βουκένταυρο στις 24 Μαΐου του 1693, σε ηλικία 75 ετών, πλήρης όμως ζωντάνιας και με ολόκληρη την ενετική αρμάδα απέπλευσε για το Αιγαίο, προς ματαίωση της νέας εισβολής. Αρχικά κατέπλευσε στο Ναύπλιο και στη συνέχεια στον Πόρο. Αφού κατέστρωσε και λεπτομερές πολεμικό σχέδιο επιχειρήσεων απόκρουσης σε συνεργασία με τον Προβλεπτή της Πελοποννήσου Αντόνιο Ζένο αιφνίδια και ενώ βρισκόταν με την αρμάδα του στον όρμο της Καρύστου η χρόνια λιθίαση, από την οποία έπασχε για μακρό διάστημα, επιδεινώθηκε οπότε και απέπλευσε εσπευσμένα για Ναύπλιο όπου τελικά και υπέκυψε στις 27 Δεκεμβρίου του 1693.

Το λείψανό του ταριχεύτηκε και μεταφέρθηκε στη Βενετία όπου σε μεγαλοπρεπή τελετή στις 16 Ιανουαρίου (ν.ημ.) του 1694 τοποθετήθηκε σε κρύπτη του Ναού του Αγίου Στεφάνου των Αυγουστίνων. Στο δε μνημείο του που αναγέρθηκε χαράχθηκε η επιγραφή «Francisco Mavroceno Peloponneciaco. Senatus 1694 (= σε ελληνική απόδοση: «Φραγκίσκω Μαυρογένη τω Πελοποννησιακώ η Γερουσία έτει 1694»).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου" τομ. 13ος, σελ. 780.