Ιθώμη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 37°11′10″N 21°55′30″E / 37.18611°N 21.92500°E / 37.18611; 21.92500

ερείπεια αρχαίου ναού στην Ιθώμη

Η Ιθώμη ήταν ένα αρχαίο οχυρό στην περιοχή της Μεσσηνίας, στο νοτιοδυτικό τμήμα της Πελοποννήσου, στην κορυφή του ομώνυμου βουνού στην πλαγιά του οποίου είναι χτισμένο το σημερινό χωριό Μαυρομάτι.

Το οχυρό αποτελούνταν από αλλεπάληλες κορυφές και οχυρωμένα διάσελα. Διατηρούνται ερείπια του οχυρωματικού περιβόλου της. Οχυρωμένη ήταν και η από νότου πρόσβαση στην ακρόπολη. Στην ψηλότερη κορυφή (ύψος 800 μ. περίπου), βρίσκεται σήμερα το παλιό μοναστήρι της Παναγίας Βουλκάνου.[1]. Ο χώρος εκεί είναι σχετικά ομαλός και εκτεταμένος ώστε θα μπορούσε να κατοικηθεί, αν και μόνο σε εξαιρετικά δυσμενείς περιστάσεις, λόγω της δύσκολης πρόσβασης (για τον ίδιο λόγο εγκαταλείφθηκε και η παλιά μονή Βουλκάνου, αργότερα).[2] Στο μονοπάτι προς την κορυφή της Ιθώμης, έχουν παρατηρηθεί λείψανα υδαταγωγού και λαξεύματα στο βράχο, ίσως εκεί ήταν η κρήνη Κλεψύδρα που αναφέρει ο περιηγητής Παυσανίας (άλλοι υποστηρίζουν οτι η Κλεψύδρα είναι η σημερινή πηγή μέσα μέσα στο Μαυρομάτι).[3][4]

Το βουνό ήταν αφιερωμένο στο Δία τον Ιθωμάτα, και στην κορυφή του υπήρχε ένα ιερό του με βωμό. Ο Παυσανίας αναφέρει πως οι Μεσσήνιοι διεκδικούσαν τη γέννηση και ανατροφή του Δία στον τόπο τους καθώς και οτι από την πηγή Κλεψύδρα έφερναν καθημερινά νερό στο ιερό της κορυφής.[5] Εχει γίνει λόγος και για την ομοιότητα της λατρείας του Διός Ιθωμάτα με αυτή του αρκαδικού Λύκαιου Δία. Η ομοιότητα αυτή θυμίζει το περιστατικό που αναφέρει ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, συγκεκριμένα την ανθρωποθυσία 300 αιχμαλώτων Λακεδαιμονίων, μεταξύ των οποίων ο βασιλιάς Θεόπομπος, από τον Μεσσήνιο επαναστάτη ήρωα Αριστομένη, κατά το Β΄ Μεσσηνιακό Πόλεμο.[6]

ερείπεια ναού

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το οχυρό της Ιθώμης έπαιξε σημαντικό ρόλο στον Α΄ Μεσσηνιακό Πόλεμο, προς τα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ., ανάμεσα στη Μεσσηνία και τη Σπάρτη. Αποτέλεσε το τελευταίο προπύργιο των Μεσσηνίων και τελικά ισοπεδώθηκε μετά από ηρωική πολιορκία.

Τα επόμενα χρόνια η Ιθώμη κατείχε συμβολικό ρόλο στην καρδιά των υποδουλωμένων Μεσσηνίων. Έτσι, όταν επαναστάτησαν οι είλωτες το 468 π.Χ. (Γ΄ Μεσσηνιακός Πόλεμος), κατέφυγαν και πάλι στο μέρος αυτό, ξαναέχτισαν οχυρώσεις και αντιστάθηκαν από εκεί για μεγάλο διάστημα. Σταδιακά, οι Σπαρτιάτες έσφιξαν τον κλοιό γύρω από την Ιθώμη και, με μεγάλη δυσκολία και τη βοήθεια των συμμάχων τους, ανάγκασαν τους είλωτες να συνθηκολογήσουν, πιθανά το 459 π.Χ. Σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης, οι πολιορκημένοι Μεσσήνιοι είλωτες έφυγαν ελεύθεροι μαζί με τις οικογένειές τους από την Πελοπόννησο και εγκαταστάθηκαν από τους Αθηναίους στη Ναύπακτο.[7]

Το 369 π.Χ. ο Θηβαίος Επαμεινώνδας, μετά τη Μάχη των Λεύκτρων και την εισβολή του στη Λακωνία, απελευθέρωσε τη Μεσσηνία από τη σπαρτιατική επιρροή και επέλεξε τους πρόποδες του όρους Ιθώμη για να χτίσει μια νέα και μεγάλη πόλη, τη Μεσσήνη, η οποία έγινε η πρωτεύουσα των Μεσσηνίων.

Κατά την Φραγκοκρατία ανακατασκευάστηκε και πήρε την ονομασία Κάστρο του Βουλκάνου. Το 1358 δώθηκε στον Νέριο Α΄ Ατσαγιόλι από τον πρίγκιπα της Αχαΐας[8].

Το αρχαίο θέατρο της Ιθώμης

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Νίκος Παπαχατζής. Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, Μεσσηνιακά - Ηλιακά, Εκδοτική Αθηνών, 2002. ISBN 960-213-092-X
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος Γ1, Εκδοτική Αθηνών, 1972
  • Edmond Lévy. Sparte : histoire politique et sociale jusqu’à la conquête romaine, Seuil, coll. Points Histoire, Παρίσι, 2003. ISBN 2-02-032453-9
Τα τείχη της Ιθώμης

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ν. Παπαχατζής 2002, σελ. 132
  2. Ν. Παπαχατζής 2002, σελ. 57
  3. Ν. Παπαχατζής 2002, σελ. 133
  4. Peter Levi, John Newberry, Jeffery Lacey. Pausanias - Guide to Greece, vol.2, Penguin Classics, 1979, σελ. 181
  5. Ν. Παπαχατζής 2002, σελ. 136
  6. Ν. Παπαχατζής 2002, σελ. 138
  7. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος Γ1, 1972, σελ. 46-49
  8. Ιστορία της Φραγκοκρατίας εν Ελλάδι (1204-1566) / Ουΐλλιαμ Μίλλερ, μετάφρ. Σπυρ. Π. Λάμπρου, μετά προσθηκών και βελτιώσεων, Εν Αθήναις Ελληνική Εκδοτική Εταιρεία, 1909-1910, σελ 408