Πριγκιπάτο της Αχαΐας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πριγκηπάτο της Αχαΐας

Υποτελές κράτος*

1205-1432

Armoiries Achaïe.svg
Το οικόσημο του Πριγκιπάτου της Αχαΐας και του Γοδεφρείδου Α' Βιλλαρδουίνου

LatinEmpire2-el.png

Πρωτεύουσα Ανδραβίδα (1205-1249)
Μυστράς (1249-1261)
Χαλανδρίτσα (1324-1432)

Γλώσσες Γαλλικά (επίσημη),
Ελληνικά (λαϊκή)

Θρησκεία Ρωμαιοκαθολικός Χριστιανισμός, Ελληνορθόδοξος Χριστιανισμός

Πολίτευμα Πριγκηπάτο

Πρίγκηπας
- 1205-1209 Γουλιέλμος Σαμπλίτης
- 1449-1453 Κεντυρίων Β΄ Ζαχαρίας

Το Πριγκιπάτο της Αχαΐας ήταν ένα κρατίδιο που δημιουργήθηκε από τον Γουλιέλμο Σαμπλίτη κατά την Δ' Σταυροφορία (1205-1210) στα εδάφη της Πελοποννήσου (Μοριάς), τα οποία μοιράστηκαν σε φέουδα μεταξύ των Φράγκων Σταυροφόρων.

Ήταν ένα κραταιό κρατίδιο, υπό την κυριαρχία των Φράγκων, αρχικά υπό την εξουσία του Γουλιέλμου Σαμπλίτη και στη συνέχεια από τους Βιλλεαρδουίνους. Η κατάσταση του πριγκιπάτου άλλαξε πολλές φορές μέχρι το 1452, οπότε και επανήλθε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία υπό τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, μετέπειτα αυτοκράτορα του Βυζαντίου, για να περάσει μετά από λίγο στους Οθωμανούς Τούρκους.

Η πρωτεύουσα του πριγκιπάτου ήταν η Ανδραβίδα. Κύριο λιμάνι του ήταν η Γλαρέντζα ή Clarence (στη θέση Παλαιόκαστρο, δυτικά της σημερινής Κυλλήνης) και σημαντικό του κάστρο ήταν το Χλεμούτσι ή Clermont λίγο πιο νότια.

Η κατάκτηση και η πρώτη δυναστεία του Σαμπλίτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ο Βονιφάτιος ο Μομφερατικός το 1204 κατέκτησε τη Θεσσαλονίκη, κινήθηκε νότια προς τον Ισθμό της Κορίνθου κατακτώντας συνεχώς νέα εδάφη. Στην Πελοπόννησο την ίδια εποχή βρισκόταν ο Γοδεφρείδος Α' Βιλλεαρδουίνος που είχε βγει στην ακτή λόγω θαλασσοταραχής. Ενώ οι άλλοι ιππότες της Δ΄ Σταυροφορίας παρέκκλιναν της πορείας τους και τελικά κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη, ο Γοδεφρείδος αποβιβάστηκε στην Παλαιστίνη[1]. Κατά την επιστροφή του όμως το 1204, το πλοίο του λόγω καταιγίδας βρήκε καταφύγιο στη Μεθώνη. Εκεί βρήκε τους κατοίκους της περιοχής σε πλήρη αναρχία και τους άρχοντες του τόπου να ανταγωνίζονται για την κατάληψη της εξουσίας. Τότε έλαβε πρόσκληση από τον άρχοντα της Κορώνης, Ιωάννη Καντακουζηνό, με τον οποίο και ήλθε σε συμφωνία να συνεργαστούν για την κατάκτηση όλης της Πελοποννήσου[1]. Έτσι ο Γοδεφρείδος κατέστη κύριος των παραλίων της Μεσσηνίας, της Ηλείας και των Πατρών[1].

Όταν ο Βονιφάτιος ο Μομφερατικός το 1205 ξεκίνησε να πολιορκεί το Άργος, ο Βιλλεαρδουίνος έτρεξε προς βοήθεια του, και εκεί πρότεινε στον Γουλιέλμο Σαμπλίτη, συμπολεμιστή του Βονιφάτιου, να κατακτήσουν μαζί την Πελοπόννησο, πρόταση με την οποία συμφώνησε και ο Βονιφάτιος, δίνοντάς τους όσα εδάφη θα μπορούσαν να κατακτήσουν, εφόσον ήταν υποτελείς του[2].

Ο Βιλλεαρδουίνος είχε ήδη κατακτήση την Πάτρα και την Ανδραβίδα. Μέσω Πάτρας προχώρησαν στην Ηλεία κι έπειτα στη Μεσσηνία, βρίσκοντας αντίσταση μόνο στην Αρκαδιά[2]. Φτάνοντας κοντά στη Μεθώνη, στον "Ελαιώνα του Κούντουρα" συνάντησαν τον βυζαντινό στρατό σε μια τελευταία προσπάθεια του διοικητή του Θέματος της Πελοποννήσου, Μιχαήλ Δούκα, να προβάλει αντίσταση[1][2]. Στη μάχη που έγινε γνωστή ως Μάχη του ελαιώνα του Κούντουρα, οι Φράγκοι πέτυχαν συντριπτική νίκη κατά των Βυζαντινών, και από τότε ο Σαμπλίτης ονομάστηκε πρίγκιπας της Αχαΐας[2]. Συνεχίζοντας οι δύο ιππότες κατέκτησαν όλη την Πελοπόννησο βρίσκοντας αντίσταση μικρή στην Καρύταινα και στο Νύκλι (πόλη-κάστρο στην Αρκαδία), και στα Σκόρτα, όπου ο Δοξαπατρής Βουτσαράς αντέταξε σθεναρή αντίσταση[2]. Τα μοναδικά εδάφη που έμειναν εκτός της φράγκικης επικράτειας ήταν οι βενετικές πλέον Μεθώνη και Κορώνη και η Μονεμβασιά, η οποία κατακτήθηκε όμως αργότερα μετά από πολύχρονη πολιορκία[2]. Το 1209 ο Σαμπλίτης έμαθε ότι ο μεγαλύτερος αδελφός του Λουδοβίκος πέθανε άτεκνος και έπρεπε να επιστρέψει στη Γαλλία για να πάρει τα δικαιώματά του. Φεύγοντας άφησε στη θέση του ως βάιλο τον ανιψιό του Ούγο Σαμπλίτη, επειδή ο γιος του ήταν ανήλικος. Επιπλέον άφησε μία επιτροπή για να μοιράσει το πριγκιπάτο στους πιστούς του ιππότες (να τους δοθούν βαρωνίες) αλλά και στους ντόπιους που δέχτηκαν την υποτέλεια στους Φράγκους. Στη διαδρομή όμως προς τη Γαλλία πέθανε στην Απουλία της Ιταλίας. Λίγο αργότερα πέθανε και ο ανιψιός του Ούγος, οπότε το πριγκιπάτο πέρασε στα χέρια του Γοδεφρείδου Βιλλεαρδουίνου, ο οποίος πήρε τη θέση του Ούγου ως βάιλος μέχρι να εμφανιστεί ο κληρονόμος του Γουλιέλμου, Ροβέρτος Σαμπλίτης. Με μηχανορραφία του Γοδεφρείδου όμως, ο Ροβέρτος καθυστέρησε και οι άλλοι ευγενείς αναγνώρισαν αυτόν ως πρίγκιπα της Αχαΐας[2].

Οι Βιλλεαρδουίνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την εξουσία των Βιλλεαρδουίνων το πριγκιπάτο γνώρισε μεγάλη ακμή. Οι Βιλλεαρδουίνοι έστησαν νομισματοκοπείο στη Γλαρέντζα κι έκοβαν δικό τους νόμισμα[2]. Ο Βιλλεαρδουίνος αναλαμβάνοντας πρίγκιπας συγκρούστηκε με την Καθολική Εκκλησία δημεύοντας την περιουσία της στην περιοχή και με αυτή έκτισε το Χλεμούτσι. Ο Γοδεφρείδος απέκτησε από τους ντόπιους φεουδάρχες, τους επονομαζόμενους κεφαλάδες, αλλά και από τον Πάπα Ιννοκέντιο Γ΄, την κυριότητα της Αχαΐας, της Ηλείας και της Μεσσηνίας, ένα μέρος της Αρκαδίας, και τον τίτλο του πρίγκηπα της Αχαΐας. Παρόλα αυτά, στους κεφαλάδες αναγνωρίστηκαν τα παλαιά τους προνόμια (η γη και οι δουλοπάροικοι) και αφού ανέβηκαν στην τάξη των ιπποτών, είχαν το δικαίωμα να μετέχουν στις συνελεύσεις της Ανδραβίδας μαζί με τους Φράγκους άρχοντες.

Το 1255 ο τότε πρίγκηπας Γουλιέλμος Β' Βιλλεαρδουίνος προσπάθησε να καταλάβει την Εύβοια, αλλά ξεκίνησε εμφύλιο πόλεμο με τους υποτελείς του τριτημόριους βαρώνους του νησιού και του Δουκάτου των Αθηνών. Το 1259, μετά τη Μάχη της Πελαγονίας, οι Φράγκοι του Πριγκιπάτου νικήθηκαν από τον Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο και αναγκάστηκαν να του παραχωρήσουν κάστρα στη Λακωνία για να ελευθερωθεί ο Βιλλεαρδουίνος. Από τότε το Πριγκιπάτο, δίνοντας πάτημα στους Βυζαντινούς στην Πελοπόννησο, ξεκίνησε μόνιμα πόλεμο εναντίον τους που τελείωσε μόνο το 1430 με την πτώση του.

Η διοίκηση της Πελοποννήσου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι καινούριοι κατακτητές της Πελοποννήσου χρησιμοποίησαν ως κανόνα και βάση του δικαίου τους, τις αρχές που είχαν διατυπωθεί πριν από έναν αιώνα στα περίφημα Συνήθεια της Ιερουσαλήμ (Αssises of Jerusalem).

Αφού συγκάλεσαν συγκέντρωση όλων των βαρώνων στην πρωτεύουσα Ανδραβίδα, συνέταξαν τον Καταστατικό Χάρτη της Αχαΐας ή ριτζίστρο, με τον οποίο μοίραζαν την Πελοπόννησο σε 12 βαρωνείες, όπου οι βαρώνοι με τους υποτελείς τους (λήζιους) σχημάτιζαν τη Μεγάλην Κούρτην ή Βουλή, που συμβούλευε τον ηγεμόνα αλλά και έκρινε φεουδαλικά ζητήματα μεταξύ των αρχόντων. Ο κάθε ένας από αυτούς τους βαρώνους άρχιζε να κτίζει οχυρά κάστρα στην τοποθεσία του για να μπορεί να ελέγχει τους χωρικούς του αλλά και να αμύνεται ενάντια στις επιβουλές. Εκτός από τους 12 ισότιμους βαρώνους υπήρχαν και 7 εκκλησιαστικοί βαρώνοι που οι θέσεις τους καθορίστηκαν σύμφωνα με την προϋπάρχουσα ελληνική εκκλησιαστική τάξη, ανάμεσα στους οποίους ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος της Πάτρας και έξαρχος της Αχαΐας ήταν ο προκαθήμενος. Ο αρχιεπίσκοπος πήρε 8 ιπποτικά τιμάρια, οι επίσκοποι από 4 ο καθένας και από 4 πήραν και τα 3 στρατιωτικά τάγματα που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο εκείνη την εποχή. Το τάγμα των Τευτόνων ιπποτών, του Αγίου Ιωάννη και των Ναϊτών. Όταν έναν αιώνα αργότερα οι Ναΐτες διαλύθηκαν, οι γαίες τους κατέληξαν στους Ιωαννίτες ιππότες). Οι ιππότες και οι ακόλουθοι των ηγεμόνων πήραν από 1 τιμάριο και οι δουλοπάροικοι που ζούσαν εκεί παραχωρήθηκαν στους καινούριους αφέντες τους.

Μετά τη διανομή των φέουδων καθορίστηκαν οι στρατιωτικές υπηρεσίες που αυτοί θα πρόσφεραν. Όλοι οι υποτελείς (βασσάλοι) όφειλαν να στρατεύονται για υπηρεσία στο στρατόπεδο και να μένουν εκεί 4 μήνες, υπηρεσία στη φρουρά άλλους 4 μήνες και τους τελευταίους 4 μήνες να παραμένουν στα σπίτια τους, πάντοτε έτοιμοι όμως για διαταγές από τον άρχοντά τους. Εκτός από τη Μεγάλη Κούρτη υπήρχε και μια δεύτερη, η Κούρτη των Burgesses (των αστών), με πρόεδρο οριζόμενο από τον ηγεμόνα, που είχε τον τίτλο του υποκόμητα. Αυτή η κούρτη ασχολιόταν με τη συζήτηση και επίλυση αστικών διαφορών, με δύο δικαστήρια στη Γλαρέντζα και την Ανδρούσα. Αλλά και κάθε βαρώνος είχε από μια κούρτη που μαζί με τους γέροντες της βαρωνείας του εκδίκαζαν τοπικές υποθέσεις. Από τον κώδικα των ‘’Ασσιζών της Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας’’ μαθαίνουμε για τη διαίρεση της κοινωνίας. Ανώτατος άρχων ήταν ο ηγεμόνας, μετά οι 12 βαρώνοι, μετά οι μεγάλοι και μικροί υποτελείς ή λίζιοι, οι ελεύθεροι υπήκοοι και οι δουλοπάροικοι. Στην οργάνωση αυτής υπάρχει ενός είδος δημοκρατίας για τους ανώτερους της κοινωνίας, αφού ο ηγεμόνας δεν ήταν "ελέω Θεού" αφέντης αλλά η εξουσία του περιοριζόταν από αυτή των βαρώνων κα των λήζιων, οι οποίοι μπορούσαν να ελέγχουν την εξουσία αλλά και να ελέγχονται από αυτή. Επίσης και οι γυναίκες είχαν το δικαίωμα να κληρονομούν τις γαίες του θανόντος συζύγου τους αλλά και να τους διαδέχονται στο θρόνο - κάτι που ήταν αντίθετο από τον πατροπάραδοτο Σάλιο Νόμο(το αρχαίο δίκαιο των Σάλιων Φράγκων, μιας από τις έξι φυλές των Φράγκων, εγκατεστημένη στον κάτω Ρήνο. Ο Σάλιος νόμος είχε διατάξεις αστικού και ποινικού δικαίου και δικονομίας και δέχτηκε αργότερα προσθήκες από τον εκχριστιανισμό των Φράγκων)

Οι ελεύθεροι πολίτες είχαν το δικαίωμα της ελεύθερης διάθεσης των υπαρχόντων τους ή των προϊόντων τους μέσα ή έξω από τη χώρα, αλλά κανένας τιμαριούχος δεν μπορούσε να διαθέσει το τιμάριό του σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την άδεια του ηγεμόνα. Ελεύθεροι ήταν και οι Έλληνες άρχοντες της προϋπάρχουσας ηγετικής βυζαντινής τάξης που ήρθαν σε επαφή και επικοινωνία με τους Φράγκους και κατάφεραν να κρατήσουν τις κτήσεις τους και τα προνόμιά τους αφού δήλωσαν υποταγή στον καινούριο ηγεμόνα.

Η κατώτερη τάξη της φεουδαλικής κοινωνίας ήταν αποκλειστικά συγκροτημένη από Έλληνες. Οι δουλοπάροικοι δεν μπορούσαν να παντρευτούν ή να δώσουν τη κόρη τους σε γάμο χωρίς τη συγκατάθεση του αφέντη τους. Αν ένας δουλοπάροικος πέθαινε άκληρος όλα τα υπάρχοντά του μεταβιβάζονταν στον αφέντη του. Επιπλέον, τα υπάρχοντά του μπορούσε να τα κατάσχει ο αφέντης του όποτε ήθελε και το μόνο που μπορούσε να υπερασπιστεί ήταν το σώμα του εναντίον δολοφονικών επιθέσεων. Γιατί αν ένας αφέντης σκότωνε κατά λάθος το δουλοπάροικο κάποιου άλλου αφέντη, είχε μοναδική υποχρέωση να του δώσει έναν δικό του. Μπορούσε να δώσει τους δουλοπάροικους σε όποιον ήθελε, όποτε ήθελε. Αν μια γυναίκα υποτελής παντρευόταν έναν δουλοπάροικο αμέσως ξέπεφτε σε αυτή την κοινωνική τάξη και αυτή και τα παιδιά της. Ο δουλοπάροικος μπορούσε να γίνει ελεύθερος μόνο με πράξη του αφέντη του ή αν ήταν γυναίκα με το γάμο της με έναν ελεύθερο. Στη φεουδαλική Αχαΐα ο δουλοπάροικος είχε τα προνόμια τού να κόβει βελανίδια ή ξύλα από τα δάση ελεύθερα, μπορούσε να πουλήσει για λογαριασμό του τα ζώα του και ο αφέντης του δεν μπορούσε να τον φυλακίσει για κάποιο παράπτωμα παραπάνω από μια νύχτα. Στην πράξη οι ηγεμόνες δεν ενοχλούσαν τους δουλοπάροικους, αφού δούλευαν όπως έγραφε ο πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ χωρίς πληρωμή και χωρίς δαπάνες[3].

Η αρχή της παρακμής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το θάνατο του Γουλιέλμου του Β', στην αρχηγία του πριγκιπάτου βρέθηκε ο Οίκος των Ανζού, οπότε και η Ισαβέλλα Βιλλεαρδουίνου παντρεύτηκε τον Φίλιππο Α' της Σαβοΐας, τον οποίο ο Κάρολος Β' της Νάπολης κατηγόρησε για ατιμία επειδή δεν τον βοήθησε στην εκστρατεία κατά του Δεσποτάτου της Ηπείρου, και εφόσον η Ισαβέλλα δεν είχε ζητήσει την άδεια του πατέρα της για να παντρευτεί τον Φίλιππο, ο Κάρολος τους απάλλαξε από το πριγκιπάτο τους και το παρέδωσε στον Φίλιππο Α' του Τάραντα στις 5 Μαΐου του 1306. Οι δυναστικές έριδες και οι διεκδικητές του θρόνου του Πριγκιπάτου συνεχίστηκαν μέχρι το τέλος του, φέρνοντας μάλιστα οι διεκδικητές ακόμα και μισθοφορικούς στρατούς όπως οι Ναβαραίοι. Ο ένας από τους αρχηγούς αυτών των μισθοφόρων έφτασε να γίνει και ο ίδιος πρίγκιπας, πρόκειται για τον Πέτρο του Μπορντώ.

Τον 13ο αιώνα χάθηκε και πέρασε στους Βυζαντινούς η Βαρωνία των Καλαβρύτων, ενώ η Βαρωνία της Πάτρας τον 14ο αιώνα έγινε ανεξάρτητο κράτος, άμεσα υποτελές στον πάπα[4].

Οι Ζαχαρίες και το τέλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τελευταία ηγεμονική οικογένεια του Πριγκηπάτου ήταν οι Ζακαρία. Ο Κεντυρίων Β΄ Ζαχαρίας, ως τελευταίος πρίγκιπας, δεν μπόρεσε να προβάλει σοβαρή αντίσταση στους Βυζαντινούς, χάνοντας σταδιακά όλα τα εδάφη του Πριγκιπάτου. Το 1430 παρέδωσε το κάστρο και τη Βαρωνία της Χαλανδρίτσας, την τελευταία που του είχε μείνει, στον Θωμά Παλαιολόγο. Στη συμφωνία που έκανε κράτησε για τον εαυτό του τη Βαρωνία της Αρκαδίας και του έδωσε την κόρη του Αικατερίνη και τον γιο του Ιωάννη ως αιχμάλωτο. Ο Ιωάννης, τιτουλάριος Πρίγκιπας της Αχαΐας, επαναστάτησε κατά του Θωμά και ξεκίνησε πόλεμο με τους Βυζαντινούς για την ανάκτηση των χαμένων εδαφών, χωρίς επιτυχία. Με τον θάνατό του ουσιαστικά έπαψε να υπάρχει το Πριγκιπάτο και ο τίτλος του Πρίγκιπα.

Κατάλογος των Πριγκίπων της Αχαΐας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περίοδος Όνομα
1205-1209 Γουλιέλμος Α΄ Σαμπλίτης
1209-1218 Γοδεφρείδος Α΄ Βιλλεαρδουίνος
1218-1246 Γοδεφρείδος Β΄ Βιλλεαρδουίνος
1246-1278 Γουλιέλμος Β΄ Βιλλεαρδουίνος
1278-1285 Κάρολος των Ανζού, βασιλιάς της Σικελίας
1285-1289 Κάρολος Β΄ της Νάπολης Οι Βασιλείς της Νάπολης παραμένουν κυρίαρχοι του Πριγκιπάτου της Αχαΐας
1289-1307 Ισαβέλλα Α΄ της Αχαΐας(Βιλλεαρδουίνου) (Isabella de Villehardouin) (γνωστή ως Ιζαμπώ)
Πρίγκηπες από το Βασίλειο της Νάπολης Πρίγκηπες απόγονοι των Βιλλεαρδουίνων
Περίοδος Όνομα Περίοδος Όνομα
1307-1313 Φίλιππος Α΄ του Τάραντος 1307-1313 Μαργαρίτα Βιλλεαρδουίνου
1313-1318 Ματθίλδη του Αινώ και ο σύζυγός της Λουδοβίκος της Βουργουνδίας 1313-1315 Ισαβέλλα του Σαμπράν, κόρη της Μαργαρίτας Βιλλεαρδουίνου και ο σύζυγός της Φερδινάρδος της Μαγιόρκας
1318? Εύδης Δ΄ της Βουργουνδίας, (αδελφός του Λουδοβίκου της Βουργουνδίας) 1315-1316 Ιάκωβος Γ΄ της Μαγιόρκας και ο πατέρας του Φερδινάρδος της Μαγιόρκας
1318? Λουδοβίκος Α΄ των Βουρβόνων (αγόρασε τα δικαιώματα από τον Εύδη Δ' της Βουργουνδίας) 1316-1333 Ιάκωβος Γ΄ της Μαγιόρκας
1318-1333 Ιωάννης της Γκραβίνα ή του Δυρραχίου, (μέσω της συζύγου του Ματθίλδης του Αινώ)
1333-1346 Κατερίνα των Βαλουά, σύζυγος του Φιλίππου του Τάραντος, και μητέρα του Ροβέρτου του Τάραντος 1340-1349 Ιάκωβος Γ' της Μαγιόρκας
1346-1373 Φίλιππος Β΄ του Τάραντος 1349-1375 Ιάκωβος Β' της Αχαΐας
1373-1381 Ιωάννα Α΄ της Νάπολης
Το 1373, Ο Ιάκωβος της Μαγιόρκας δίνει το Πριγκιπάτο στη γυναίκα του Ιωάννα Α' της Νάπολης, ενώνοντας τις δυο οικογένειες που είχαν απαίτηση στο θρόνο του Πριγκιπάτου
Περίοδος Όνομα
1381-1383 Ιάκωβος των Μπω, ανιψιός του Φιλίππου του Τάραντος. Εκμεταλλευόμενος της φυλάκισης της Ιωάννας Α΄ της Νάπολης, ανέλαβε το Πριγκιπάτο.
1383-1396 Κάρολος Γ΄ της Νάπολης των Ανζού-Δυρραχίου, Βασιλιάς της Νάπολης
1386-1396 Λαντισλάς Α΄ της Νάπολης των Ανζού-Δυρραχίου, Βασιλιάς της Νάπολης
1396-1402 Πέτρος του Σαν Σουπεράνο, Ιταλός τυχοδιώκτης
1402-1404 Μαρία Β΄ Ζαχαρία
1404-1430 Κεντυρίων Β΄ Ζαχαρίας
Το 1430, Ο Θωμάς Παλαιολόγος καταλύει το Πριγκιπάτο για λογαριασμό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Βάϊλοι του Πριγκιπάτου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι βάϊλοι ήταν οι επίτροποι του Πρίγκιπα όταν αυτός απουσίαζε από το Πριγκιπάτο. Μετά το 1278, όταν ο Πρίγκιπας δεν έμενε στο πριγκιπάτο, ήταν μόνιμοι.

Η Πελοπόννησος την εποχή της Φραγκοκρατίας

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Ελληνικό χρονικό
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 2,6 2,7 Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Βιβλίο Δέκατο τρίτο, Νέος Ελληνισμός-Φραγκοκρατία, εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ, Αθήνα 1992
  3. απο το βιβλίο του Γουίλλιαμ Μίλλερ Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 1990
  4. Στέφανος Θωμόπουλος, Ιστορία της πόλεως Πατρών από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του 1821, Εκ της βασιλικής τυπογραφίας Νικολάου Γ. Ιγγλέση, Εν Αθήναις 1888

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Principato d'Acaia της Ιταλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).