Βιλαέτι του Μορέα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πασαλίκι ή Αγιαλετέ της Πελοποννήσου (ή του Μοριά) ήταν το σύστημα οθωμανικής διοίκησης που ίσχυσε στην περιοχή της Πελοποννήσου κατά την περίοδο της Δεύτερης Τουρκοκρατίας (1715-1821). Κατά τους πρώτους αιώνες της οθωμανικής κατάκτησης η Πελοπόννησος υπάγονταν στην δικαιοδοσία του Οθωμανού Αρχιναύαρχου (Καπουδάν πασά) και είχε ως έδρα το Ναύπλιο. Ο Αρχιναύαρχος διοικούσε απευθείας τις περιφέρειες (σαντζάκια) Ναυπλίου και Μυστρά. Μετά την νέα κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Οθωμανούς το 1715, προβιβάστηκε σε ξεχωριστό πασαλίκι με έδρα την Τριπολιτσά.

Μόρα Βαλεσί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διακριτικό (tui) Οθωμανού πασά με δύο ιππουρίδες (1877).

Στην Πελοπόννησο η Υψηλή Πύλη έστελνε Πασά 3 ιππουρίδων (tug) με το όνομα Μόρα Βαλεσί, του οποίου η διάρκεια της διοικήσεώς εξαρτιόνταν από την διαγωγή του και από τη θέληση του Σουλτάνου. Τον Πασά συνόδευε ένας Διερμηνέας των ξένων γλωσσών (Δραγουμάνος του Μορέως), που διορίζονταν απευθείας από τον Σουλτάνο. Δύο άλλοι Πασάδες 2 ιππουρίδων, υπαγόμενοι στον Μόρα-Βαλεσί, διορίζονταν φρούραρχοι του Ναυπλίου και της Μεθώνης. Ο Πασάς αν και διοικητής πολιτικός και πολεμικός, και κατά τα πάντα απόλυτος, ήταν υποχρεωμένος να φέρεται συμφώνα με τα αυθεντικά ψηφίσματα, που καθόριζαν την εσωτερική διοίκηση.

Διοικητική διαίρεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Πελοπόννησος διαιρούνταν σε 24 επαρχίες (καζάδες), τις ακόλουθες:

Κάθε επαρχία είχε έναν Καδή, ένα Βοϊβόδα, δύο Κοτζαμπάσηδες, έναν Σεντούκ-εμίνη (ταμία) και ένα Καπού-μετλούκμπαση (αστυνόμο). Σε κάθε κώμη ή χωριό ήσαν επιπλέον δύο Προεστοί. Επίσης σε όσες επαρχίες κατοικούσαν Τούρκοι, ο σημαντικότερος μεταξύ αυτών διορίζονταν Αγιάνης.

Όσον αφορά την εκκλησιαστική διαίρεση τα πράγματα ήταν πιο πολύπλοκα, υπήρχαν μητροπόλεις:

  • Μονεμβασίας (και Καλαμάτας...).
  • Ναυπλίου και Άργους
  • Κορίνθου
  • Παλαιών Πατρών
  • Χριστιανουπόλεως, με έδρα στην Κυπαρισσία (τότε Αρκαδιά).
  • Λακεδαιμονίας, με έδρα στον Μυστρά
  • Ρέοντος και Πραστού : προήχθη σε Μητρόπολη το 1812, είχε χειμερινή έδρα στο Λεωνίδι και θερινή στον Πραστό της Τσακωνιάς.
  • Αμυκλών και Τριπολιτσάς : προήχθη σε Μητρόπολη το 1817.

Επίσης υπήρχαν αρχιεπισκοπές(υπαγόμενες στον Οικουμενικό Πατριάρχη):

  • Δημητσάνης
  • Ώλένης, Γαστούνη
  • Ζαρνάτας, με έδρα στο Βαρούσι της Έξω Μάνης (σημερ. Σταυροπήγιο)
  • Κερνίτσης και Καλαβρύτων, με έδρα στα Καλάβρυτα

Και η εκκλησιαστική διοίκηση συμπληρώνονταν με επισκοπές (υπαγόμενες στις παραπάνω Μητροπόλεις):

  • Δαμαλών και Πεδιάδος, μέ έδρα στην Πιάδα (Ν. Επίδαυρο, όπου συγκλήθηκε η Α' Εθνοσυνέλευση).
  • Κορώνης
  • Μεθώνης
  • Ανδρούσης, με έδρα στο Νησί (σημερ. Μεσσήνη).
  • Καρυουπόλεως
  • Βρεσθένης, με έδρα στα Χρύσαφα.
  • Έλους, μέ έδρα το Γεράκι.
  • Επίσης υπήρχαν ακόμη 2-3 Επισκοπές, προσωποπαγούς μάλλον χαρακτήρα, σε περιοχές της Μάνης.

Ανάμεσα στα Μοναστήρια του Μοριά υπήρχαν και πολλά "Πατριαρχικά και Σταυροπηγιακά", υπαγόμενα όχι στον τοπικό αρχιερέα, αλλά απ' ευθείας στον Οικουμενικό Πατριάρχη. Μερικά από αυτά ήταν:

Καθήκοντα Πασά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν διορίζονταν νέος πασάς στην Πελοπόννησο, όλες οι αρχές των καζάδων είχαν χρέος να πάνε να τον προσκυνήσουν στην Τριπολιτσά, την καθέδρα της Κυβερνήσεως. Τότε ο πασάς πρόσταζε και διαβάζονταν στο διβάνι του οι διαταγές του Σουλτάνου, παρουσία των υπαλλήλων Οθωμανών και των Κοτζαμπάσηδων της α’ κλάσεως. Ο πασάς έδινε το Καφτάνι στους δημόσιους υπουργούς και σχηματίζονταν το συμβούλιό του από έναν ή δύο Τούρκους, μεταξύ των σημαντικότερων, δύο κοτζαμπάσηδων, των πιο ισχυρών, και του διερμηνέως του.

Στη συνέχεια άρχιζε τη θητεία του γνωστοποιώντας με εγκυκλίους του σε όλες τις επαρχίες την άφιξή του και τις διαταγές του Σουλτάνου. Όταν ο πασάς ήθελε να εισαγάγει κάποιον νεωτερισμό στο καθιερωμένο σύστημα διοίκησης έπρεπε να υποβάλει το σχέδιό του σε όλες τις τοπικές Αρχές και να ενημερώσει την Πύλη και να ζητήσει τη γνώμη του συμβουλίου, αν και η δική του θέληση καθόριζε τα πάντα. Παρά τη σύμπραξη του συμβουλίου ο πασάς έπρεπε πάλι κατ’ έτος να συγκαλεί όλους τους κοτζαμπάσηδες των επαρχιών στην Τριπολιτσά να τους κοινοποιεί σε γενική συνέλευση τις διαταγές της Πύλης, να τους παρουσιάζει τις ανάγκες της εσωτερικής διοίκησης, να τους γνωστοποιεί τα φορολογικά ζητήματα και ή τα περί του ποσού των φόρων και τους διορισμούς των βοϊβόδων.

Σε έκτακτες περιστάσεις όπως π.χ. η υποψία εξωτερικού πολέμου ή εσωτερικών ταραχών, ο πασάς καλούσε τους αρχιερείς για να βεβαιωθεί περί της υποταγής των χριστιανών. Οι αποφάσεις του, εξαιρουμένων αυτών υπό ακραίες περιστάσεις έπρεπε πάντοτε να υπαγορεύονται στο Ιλάμι του Μεχκεμέ.

Άλλοι αξιωματούχοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Πύλη διόριζε, ακόμα δύο αξιωματικούς περί τον πασά, τους Μουκαμπελετζή και Δεφτέρ-κεχαγιά. Ο πρώτος κρατούσε όλα τα κατάστιχα, όπου καταγράφονταν α) τα όρια των επαρχιών, των χωριών, και οι καλλιεργούμενες ή χέρσες εκτάσεις και β) ο αριθμός των κατοίκων. Ο αξιωματικός αυτός είχε υποχρέωση να δίνει στην κυβέρνηση πληροφορίες περί όλων αυτών των πραγμάτων. Όποτε ανοίγονταν αυτά τα κατάστιχα, έπρεπε να είναι παρών και ο δεφτέρ-κεχαγιάς και να τα ξανασφραγίζει. Ο μουκαμπελετζής δεν είχε το δικαίωμα του να τα ανοίγει μόνος. Οι δύο αυτοί αξιωματικοί όπως και οι δύο πασάδες των φρουρίων, δεν συμμετείχαν καθόλου στα πολιτικά ζητήματα.

Επίσης δύο άλλοι αξιωματούχοι που στέλνονταν από την Πύλη δεν συμμετείχαν των πολιτικών πραγμάτων. Ήταν δύο Αλά-μπέηδες, εκ των οποίων ο ένας έμενε στην Τριπολιτσά και ο άλλος στον Μυστρά. Ήσαν αρχηγοί δύο πολεμικών οργανισμών, που λέγονταν σπαηλίκια.

Σε κάθε επαρχία υπήρχε ένας καδής, διοριζόμενος από τον Καζασκέρη της Ρούμελης, από την τάξη των γραμματισμένων. Κατείχε τη θέση του από 6 έως 12 μήνες, και σπανίως έως 18. Δίκαζε, ανεκκλήτως όλες τις πολιτικές και εμπορικές υποθέσεις κάθε είδους και βαθμού. Αυτός ο ίδιος ήταν και εκτελεστής των αποφάσεών του, την εκτέλεση των οποίων μόνο ο πασάς μπορούσε να αναβάλει, καλώντας την υπόθεση στην Τριπολιτσά προς αναθεώρηση. Συνήθως, αν και οι αποφάσεις του καδή επιδέχονταν εκτέλεση, οι διαδικασίες παρατείνονταν επ’ άπειρον, διότι η νομική των Τούρκων ήταν ασαφής και αντιφατική και εξηγούνταν με διαφορετικούς τρόπους από τους ουλεμάδες. Οι τοπικές συνήθειες και ο χρόνος μόνο μπορούσαν να δώσουν συνήθως τέλος σε παρόμοιες ατέρμονες διαδικασίες. Περί εγκληματικών υποθέσεων ο καδής αναφέρονταν στον πασά και χωρίς ρητή διαταγή του δεν μπορούσε να εξετάσει τέτοιου είδους υπόθεση. Ο καδής είχε επιπλέον το δικαίωμα να ακούει τα παράπονα των πολιτών και να τα εκθέτει στις αρχές, να αντεξετάζει τις φορολογικές υποθέσεις και να ελέγχει απάτες ή καταχρήσεις με ειδικό έγγραφό του προς τον πασά. Το έγγραφο αυτό λέγονταν Ιλάμ. Επίσης όλες οι αγοροπωλησίες αμπελώνων, σπιτιών, δένδρων, καταστημάτων κτλ έπρεπε να υποβάλλονται στον καδή και για να έχει κύρος η πώληση ήταν απαραίτητο να δοθεί από αυτόν το χοντζέτι (έγγραφο ιδιοκτησίας). Το γνήσιο της πώλησης βεβαιώνονταν από μάρτυρες, χριστιανούς ή μουσουλμάνους. Όμως στις διαφορές μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων η μαρτυρία ενός χριστιανού δεν ήταν δεκτή, ούτε υπέρ ούτε κατά. Ο καδής είχε επίσης το δικαίωμα να επισυνάπτει ένα πιστοποιητικό στις προς τον πασά ή προς την Πύλη επαρχιακές αναφορές, όμως και αυτός απαγορεύονταν αυστηρά να εμπλέκεται στα πολιτικά πράγματα.

Ο Βοϊβόδας διορίζονταν από την Πύλη μετά από αίτηση της κοινότητος ή των μαλικιανέ-ζααπήδων (αγοραστών του δεκάτου). Αλλά μετά από ψήφισμα του τελευταίου Σουλτάνου, ο διορισμός των βοϊβοδάδων γίνονταν από τους τοπικούς πασάδες. Ο βοϊβόδας εισέπραττε χαράτζι (ή κεφαλιάτικο), ακολουθούσε τις οδηγίες του πασά, εκτελούσε τις αποφάσεις του καδή και ενεργούσε σύμφωνα με τις απαιτήσεις των κοτζαμπάσηδων, ως προς την εσωτερική αστυνόμευση ή την είσπραξη των δοσιμάτων. Για κάθε πώληση γης είχε το δικαίωμα να εκδίδει το αποκλειστικό κυρωτικό έγγραφο, που ονομάζονταν ταπί. Η θητεία του ήταν ετήσια.

Ο διοριζόμενος από τον πασά Αγιάνης είχε έργο την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των ομοθρήσκων του μωαμεθανών.

Ο Καπού-μπουλούκμπασης εκλεγόμενος από τους κοτζαμπάσηδες, παρακολουθούσε τον βοϊβόδα με 10 ή 15 ενόπλους. Αλλά δεν μπορούσε να εκτελέσει καμία διαταγή να χωρίς της συγκατάθεση των κοτζαμπάσηδων.

Ο Σεντούκ-εμίνης (ταμίας) φύλαγε όλα τα χρήματα τα οποία έπρεπε από τα χέρια του να δοθούν στις οθωμανικές αρχές. Κρατούσε τα κατάστιχα των λογαριασμών κάθε επαρχίας και φύλαγε τους καταλόγους των φορολογιών, υπογεγραμμένους από τους κοτζαμπάσηδες. Ο αξιωματικός αυτός αν και υπάγονταν στον πασά ακολουθούσε τις διαταγές των κοτζαμπάσηδων.

Οι Προεστοί των κωμοπόλεων και χωριών είχαν ξεχωριστό ταμία, που ονομάζονταν Καψιμάλης, ο οποίος εκλέγονταν με όμοιο τρόπο με τους κοτζαμπάσηδες και στους οποίους αναφέρονταν για τις υποθέσεις των χωριών.

Οι κοτζαμπάσηδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κοτζαμπάσηδες εκλέγονταν από τους προεστούς των κωμοπόλεων και των χωριών οι οποίοι συνερχόμενοι στην πρωτεύουσα της επαρχίας έκαναν την εκλογή δια ψηφοφορίας χωρίς να μπορεί να παρέμβει καμία τουρκική αρχή σε αυτήν. Μετά την εκλογή τους, οι ίδιοι εκλέκτορες υπέβαλλαν την πράξη τους στον καδή με ενυπόγραφο και σφραγισμένο γράμμα τους και ζητούσαν το ιλάμι του. Ο καδής, ενώπιον του βοϊβόδα, του αγιάνη και των επισημότερων Τούρκων μαρτυρούντων την θέληση των προεστών, εξέδιδε το ζητούμενο πιστοποιητικό και στέλνονταν όλα τα σχετικά έγγραφα στον πασά για επικύρωση.

Οι κοτζαμπάσηδες είχαν ετήσια θητεία. Καθένας τους έπρεπε στο τέλος της να δώσει λόγο των πράξεών του στην επαρχία, για να λάβει έγγραφο απολύσεως. Όσες επαρχίες ήταν ικανοποιημένες από τους κοτζαμπάσηδές τους, κοινοποιούσαν την ευχαρίστησή τους στον πασά, ο οποίος συνήθως παρέτεινε την διάρκεια της θητείας τους και για τον ακόλουθο χρόνο.

Αυτοί κανόνιζαν τον τρόπον είσπραξης των δοσιμάτων και μπορούσαν να κάνουν και έκτακτα έξοδα, τα οποία μετά υπέβαλλαν στην επαρχιακή συνέλευση. Είχαν το δικαίωμα να κρίνουν τις υποθέσεις των ραγιάδων οποιασδήποτε φύσεως και αν ευχαριστούνταν από την απόφαση αμφότερα τα μέρη, καμία τουρκική αρχή δεν μπορούσε να παρέμβει. Ακόμη και οι φυλακισμένοι χριστιανοί μπορούσαν να προστρέξουν στους κοτζαμπάσηδες. Καμία διανομή ή είσπραξη φόρων δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς την άδεια και τη γνώμη των κοτζαμπάσηδων. Η σχέσεις τους προς τον πασά είχαν μεγάλη σημασία. Όλες οι αναφορές των κωμοπόλεων ή των χωριών έπρεπε δια μέσου αυτών να διευθύνονται προς τις τουρκικές αρχές. Και σε κανέναν άλλον, εκτός του πασά, δεν όφειλαν να δίνουν λόγο της διοίκησής τους και μόνο σε αυτόν επέκειτο το δικαίωμα να τους τιμωρήσει ή να τους ανταμείψει.

Η μεγάλη επιρροή των κοτζαμπάσηδων στην Πελοπόννησο πήγαζε: α) στο ότι οι Τούρκοι ήσαν ολιγάριθμοι και πάντοτε διαιρεμένοι μεταξύ τους, β) διότι παλαιόθεν οι επαρχίες έστελναν στην Κωνσταντινούπολη έναν ή δύο προκρίτους, οι οποίοι ως αντιπρόσωποι, γνωμοδοτούσαν ελεύθερα στην Πύλη. Με τον καιρό, η σύσταση αύτη έμεινε δικαίωμα στους Πελοποννήσιους, που έστελναν αντιπροσώπους εφοδιασμένους με επίσημα έγγραφα, τόσον από μέρους των χριστιανών όσον και από μέρους των μουσουλμάνων. Στους Τούρκους η συνήθεια είχε ισχύ ανώτερη του νόμου και εξαιτίας αυτού πάντοτε δύο ή τρεις και κάποτε τέσσαρες κοτζαμπάσηδες διέμεναν στην Κωνσταντινούπολη με το όνομα βεκίληδες του Μορέως. Η υπόληψη την οποία αυτοί οι απεσταλμένοι απολάμβαναν κοντά στην Πύλη ενέπνεε κάποια συστολή στους πασάδες της Πελοποννήσου, κάποιοι εκ των οποίων καθαιρέθηκαν από τις ενέργειές τους.

Η επαρχία της Μάνης είχε διαφορετικό σύστημα διοίκησης. Πριν του 1770 διοικούνταν από τους Καπιτάνους μεταξύ των οποίων εκλέγονταν ο αρχηγός του, με το όνομα Μπας-καπιτάν. Η επαρχία αυτή επλήρωνε στην Πύλη 4,000 γρόσια για κεφαλιάτικο φόρο. Στην Μάνη ποτέ δεν υπήρξε τουρκική αρχή. Μετά το 1770 ο Καπουδάν πασάς διετάχθη από τον Σουλτάνο να διορίσει εκεί διοικητή με το τυπικό όνομα Μπέη της Μάνης (ή Μπας-Μπογού στα τούρκικα) και έκτοτε η επαρχία αύτη αναγκάσθηκε να πληρώνει 15,000 γρόσια κεφαλιάτικο. Ο Μπέης όφειλε να επαγρυπνεί για την διατήρηση της τάξης και να στέλνει τους φόρους στον Καπουδάν πασά.

Οι κάτοικοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πασαλίκι Μοριά κατά τη Β' Τουρκοκρατία (1715-1821). Όρια των 24 καζάδων. Θέσεις εδρών και σημαντικότερων οικισμών. Πληθυσμιακή εκτίμηση.

Οι κάτοικοι του Πασαλικίου της Πελοποννήσου στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν γύρω στις 400,000 χριστιανοί, 40,000 μωαμεθανοί και 4,000 εβραίοι. Ενώ στάθμευαν και σημαντικές οθωμανικές στρατιωτικές δυνάμεις. Η αναλογία της καλλιεργήσιμης γης ελληνικής προς τουρκική ιδιοκτησίας ήταν συνολικά 1 προς 2 ενώ οι κάτοικοι ανά επαρχία είχαν τις ακόλουθες δραστηριότητες:

  • Πάτραι: γεωργοί, έμποροι, τεχνίται και ποιμένες
  • Βοστίτζα: γεωργοί, έμποροι, τεχνίται
  • Καλάβρυτα: γεωργοί και ποιμένες
  • Γαστούνη: γεωργοί και ποιμένες
  • Πύργος: γεωργοί, ποιμένες, και έμποροι
  • Αρκαδιά: γεωργοί
  • Ναυαρίνος: έμποροι
  • Μοθώνη: ποιμένες
  • Κορώνη: ποιμένες
  • Νησί: γεωργοί, έμποροι και ποιμένες
  • Καλαμάτα: γεωργοί, έμποροι και ποιμένες
  • Κουτζούκ Μάνη: γεωργοί, έμποροι και ποιμένες
  • Ανδρούσα: γεωργοί, έμποροι και ποιμένες
  • Αμπλάκικα: γεωργοί, έμποροι και ποιμένες
  • Λεοντάρι: γεωργοί, έμποροι και ποιμένες
  • Μάνη Δυτική: πολεμικοί και θαλάσσιοι
  • Μάνη Ανατολική: πολεμικοί και θαλάσσιοι
  • Μονεμβασία: γεωργοί
  • Μυστράς: γεωργοί και ποιμένες
  • Πραστός: γεωργοί και ποιμένες
  • Άγιος Πέτρος: γεωργοί και ποιμένες
  • Τριπολιτζά: γεωργοί, ποιμένες και τεχνίτες
  • Καρύταινα: γεωργοί, ποιμένες και τεχνίτες
  • Φανάρι: γεωργοί, ποιμένες και τεχνίτες
  • Άργος: γεωργοί και έμποροι
  • Ναύπλιον: γεωργοί και έμποροι
  • Κόρινθος: γεωργοί, ποιμένες και έμποροι

Ενοικιαστές γης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ενοικιαστές γης, όσοι δηλαδή καλλιεργούσαν γη τουρκικής ιδιοκτησίας, πλήρωναν στους ιδιοκτήτες τις αποκαρπώσεις, τις οποίες υποχρεούνταν μέσω των συμφωνητικών που έκαναν. Τα συμφωνητικά συνέφεραν περισσότερο τους ενοικιαστές, από τα μέρη εκείνα όπου τα κτήματα ήταν εκτεταμένα και υπήρχε πολλή γη καλλιεργήσιμη, ή όπου η εξαγωγή των προϊόντων ήταν εύκολη και φυσικά όπου οι γεωργοί ήταν λίγοι. Τρία είδη συμφωνητικών γίνονταν, κατά συνήθεια, για την ενοικίαση γης:

Το συντροφικό
Σύμφωνα με αυτό, από όλη την ποσότητα της παραγωγής ελάμβαναν πρώτα όλα τα έξοδα της καλλιέργειας, έδιναν την τακτική δεκατιά και έπειτα ο ιδιοκτήτης και ο καλλιεργητής μοίραζαν εξίσου το υπόλοιπο.

Το τριτάρικο
Σύμφωνα με αυτό, όλα τα έξοδα της καλλιέργειας ήταν εις βάρος του καλλιεργητή, το δέκατον πληρώνονταν από το σύνολο των προϊόντων. Τα υπόλοιπα διαιρούμενα σε εννέα μερίδια, έπαιρνε τα τρία ο ιδιοκτήτης, και τα υπόλοιπα ο καλλιεργητής.

Το γεώμορο ή αποκοπή
Σύμφωνα με αυτό, όλα τα έξοδα της καλλιέργειας και το δέκατο, ήταν εις βάρος του καλλιεργητή. Αυτός επιπλέον ήταν υποχρεωμένος να δίνει στον ιδιοκτήτη για την καλλιεργήσιμη γη, ακόμα και αν η σοδειά ήταν άφθονη ή όχι, τόσο καρπό όσος ήτον αναγκαίος για τη νέα σπορά. Από το ελαιόλαδο όφειλε να δώσει τα 2/7 του προϊόντος.

Συνηθέστερη πρακτική ήταν αυτή του τριτάρικου. Στα μέρη όπου δεν υπήρχαν πολλοί γεωργοί, οι Τούρκοι κτηματίες, για να τους προσελκύσουν στα υποστατικά τους, προσέφεραν διάφορα κίνητρα, όπως δάνεια ή προπλήρωναν μέρος των εξόδων της καλλιέργειας. Αλλά οι αγγαρείες στις οποίες υπέκειντο οι καλλιεργητές αυτοί υπερέβαιναν κατά πολύ την αξία των μικρών αυτών βοηθημάτων.

Επίσης αναφέρεται και καλλιέργεια του ευφορότερου μέρους της ενοικιαζόμενης γης για το αποκλειστικό κέρδος του ιδιοκτήτη, πρακτική που ονομάζονταν παρασπόρια. Είχαν επίσης την υποχρέωση να δανείζουν τα φορτηγά των ζώα τους προς υπηρεσία του αγά ή αναγκάζονταν να του παραχωρούν, παρά την έγγραφη συμφωνία τους, ένα μέρος των ποιμνίων τους.

Αρκετοί χριστιανοί είχαν διάφορα είδη ιδιόκτητων κτημάτων, αναγνωρισμένων ως τέτοια και από τους Τούρκους.

Δοσίματα σε Οθωμανούς και Εκκλησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα κατευθείαν δοσίματα στην Κωνσταντινούπολη ήταν: τα χαράτζια, το νουζούλ-αβαρίζ, η δεκάτη και τα προβατονόμια, τα οποία δεν είχαν δοθεί σε σπαχήδες ή σε λαμπρές οικογενείας ή σε ιερά ιδρύματα. Τα προσδιοριζόμενα ως τοπικά έξοδα ήταν: α) το μέρος των δεκάτων και προβατονομίων το οποίο ελάμβαναν οι σπαχήδες. β) ο κουδουμιές (ετήσιος φόρος για τους πασάδες), γ) οι μισθοί των καπί-μπουλουκμπασήδων (αξιωματικών της αστυνομίας), δ) τα έξοδα των ταχυδρομείων, ε’) τα έκτακτα έξοδα, υπό τα ονόματα γκιλέν-γκετσέν και μεσαρίφια.

Οι κατά επαρχίες επίσκοποι είχαν εισοδήματα, τα λεγόμενα τακτικά και τα τυχηρά. Τα τελευταία λαμβάνονταν από τους αγιασμούς, από τις λειτουργίες, από τους γάμους, τις χειροτονίες κλπ, αύξαναν ή λιγόστευαν κατά τας περιστάσεις, την κατάσταση των χριστιανών και τον χαρακτήρα του αρχιερέως. Σε κάποια μέρη το ποσόν των τυχηρών εισοδημάτων υπερέβαινε αυτό των τακτικών. Τα τελευταία αποτελούνταν από αυτά που λάμβαναν οι αρχιερείς από τις χριστιανικές οικογένειες, κατά παράδοση, 20 παράδες από τις οικογένεις που είχαν αρχηγό και 10 από αυτές που δεν είχαν. Όμως και τα τακτικά αυτά δοσίματα πολλές φορές καταντούσαν άτακτα, γιατί οι κατά τόπους αρχιερείς, θεωρώντας ότι οι περισσότερες των χριστιανικών οικογενειών είχαν γεωργικά εισοδήματα, εισήγαγαν την συνήθεια να λαμβάνουν κατ’ έτος μέρος των εισοδημάτων των οικογενειών αυτών σε είδος. Την αποκάρπωση αυτήν ονόμαζαν σιτείαν ή ρόγαν, την οποία ελάμβανον οι αρχιερείς σε χρήματα ή είδη, κατά την θέλησή τους. Με αποτέλεσμα οι περισσότεροι από αυτούς να συγκεντρώνουν κατ’ έτος τρία γρόσια, το πολύ ή 40 παράδες τουλάχιστον, από κάθε οικογένεια.

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πληθυσμός της Πελοποννήσου γνώρισε σημαντική αύξηση που ανακόπηκε προσωρινά την περίοδο των Ορλοφικών και της ταραγμένης δεκαετίας που ακολούθησε με τις λεηλασίες και την τυραννία των ατάκτων Τουρκαλβανών που εισέβαλλαν στην χερσόνησο. Μετά την εξουδετέρωση των τελευταίων επανήλθε η ανοδική πορεία φτάνοντας και ξεπερνώντας τις 400,000 κατοίκους. Κατά τον Μ. Σακελλαρίου η πληθυσμιακή διακύμανση των κατοίκων της Πελοποννήσου την περίοδο της δεύτερης τουρκοκρατίας είχε ως εξής:

  Πληθυσμός Πελοποννήσου (1715-1821)
Έτος Έλληνες Τούρκοι Σύνολο
1715 245,000 25,000 270,000
1769 300,000 30,000 330,000
1780 270,000 30,000 300,000
1790 281,000 31,000 312,000
1800 308,000 33,000 341,000
1810 348,000 36,000 384,000
1821 400,000 40,000 440,000

Με το ξέσπασμα της επανάστασης και την εξόντωση ή απομάκρυνση των περισσότερων τουρκικών πληθυσμών, η πληθυσμιακή αναλογία των κατοίκων ανά επαρχία περιγράφεται στον ακόλουθο πίνακα. Τα δημογραφικά στοιχεία είναι εκτίμηση της Ελληνικής Κυβέρνησης του 1823 από τον John L. Comstock:

  Κατάσταση πληθυσμού Πελοποννήσου (1823)
Επαρχία Οικισμοί Κάτοικοι Ποσοστό(%) Τούρκοι Σχόλιο
Μυστράς 180 48,000 11.78 0 εκτίμηση 1823
Μονεμβασιά 56 11,000 2.70 0 εκτίμηση 1823
Αγ. Πέτρος 35 14,000 3.44 0 εκτίμηση 1823
Άργος 38 16,000 3.93 0 εκτίμηση 1823
Ναύπλιο 31 17,000 4.17 0 εκτίμηση 1823
Κάτω-Ναχαγές 8 4,000 0.98 0 εκτίμηση 1823
Κόρινθος 167 31,000 7.61 0 εκτίμηση 1823
Καλάβρυτα 152 33,000 8.10 0 εκτίμηση 1823
Βοστίτσα 34 6,000 1.47 0 εκτίμηση 1823
Πάτρα 88 14,000 3.44 10,200 Τούρκοι 9,000 Πάτρα, 1,200 Ρίο
Γαστούνη 122 32,000 7.85 0 εκτίμηση 1823
Πύργος 10 7,000 1.72 0 εκτίμηση 1823
Φανάρι 36 7,500 1.84 0 εκτίμηση 1823
Καρύταινα 145 32,000 7.85 0 εκτίμηση 1823
Τριπολιτσά 64 30,000 7.36 0 εκτίμηση 1823
Λεοντάρι 28 8,000 1.96 0 εκτίμηση 1823
Κουτσούκ Μάνη 8 2,600 0.64 0 εκτίμηση 1823
Μεσσηνία 42 8,000 1.96 0 εκτίμηση 1823
Καλαμάτα 10 7,500 1.84 0 εκτίμηση 1823
Ανδρούσα 25 7,000 1.72 0 εκτίμηση 1823
Νησί 3 3,100 0.76 0 εκτίμηση 1823
Κορώνη 56 4,500 1.10 1,800 Τούρκοι στο κάστρο Κορώνης (1823)
Μεθώνη 38 4,300 1.06 4,500 Τούρκοι στο κάστρο Μεθώνης (1823)
Ναβαρίνο 25 6,000 1.47 0 εκτίμηση 1823
Αρκαδιά 105 19,000 4.66 0 εκτίμηση 1823
Μάνη 96 35,000 8.59 0 εκτίμηση 1823
Σύνολο 1602 407,500 100 16,500

Όπως φαίνεται στον παραπάνω πίνακα λόγω των ειδικών συνθηκών της τουρκοκρατίας οι ελληνικοί πληθυσμοί ζούσαν κατά πλειοψηφία σε ορεινές και άγονες περιοχές, αποφεύγοντας τις πεδινές και παραλιακές περιοχές καθώς και τις πόλεις. Συγκρίνοντας το ποσοστό του πληθυσμού της Πελοποννήσου ανά σημερινό νομό βλέπουμε ότι στον νομό Μεσσηνίας κατοικούσε το 14% του συνολικού πληθυσμού ενώ σήμερα το περίπου 16.6%, στην Λακωνία το 21.3% έναντι 8.43%, στην Αρκαδία το 21.1% έναντι 8.3% σήμερα, στην Αργολίδα το 8.4% έναντι 10.2%, στην Κορινθία το 7% έναντι του 13.1% σήμερα, στην Ηλεία το 10.5% που σήμερα έγινε 16.7% και τέλος στην Αχαΐα το 12% που έγινε 29% στις μέρες μας, κυρίως λόγω της μεγάλης ανάπτυξης της πόλης της Πάτρας.

Κατάλογος αξιωματούχων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην συνέχεια ακολουθούν κατάλογοι των γνωστών κοτζαμπάσηδων της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία από τον Αθ.Φωτόπουλο, καθώς και ένας κατάλογος με τους γνωστότερους Οθωμανούς διοικητές (Μόρα Βαλεσί) της επαρχίας.

Πασάδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πασάδες-διοικητές (Μόρα Βαλεσί) του Αγιαλετέ της Πελοποννήσου έχουν ως εξής:

Μοραγιάνηδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι μοραγιάνηδες (Mora ayan) ήταν η ανεπίσημη ονομασία των α’ βαθμίδας κοτζαμπάσηδων που συμμετείχαν στο «Διβάνιον του Μορέως». Κατά τον Pouqueville ήταν 24, ενώ κατά τον Αθ. Γρηγοριάδη 30. Οι γνωστοί κατά καιρούς διατελέσαντες μοραγιάνηδες ήταν οι ακόλουθοι:

Βεκίληδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γνωστοί Βεκίληδες του Μορέως, απεσταλμένοι αντιπρόσωποι της επαρχίας στην Πύλη, ήταν οι ακόλουθοι κατά αλφαβητική σειρά:

1. Ανανίας Λαμπαρδόπουλος, μητροπολίτης Λακεδαίμονας (1762)
2. Γεώργιος Βάρβογλης
3. Νικόλαος Βάρβογλης, πέθανε στη φυλακή το 1729
4. Νικόλαος Βασιλείου-Λογιώτατος (1815)
5. Ανδρουτσάκης Ζαΐμης (1757)
6. Ασημάκης Ζαΐμης (1814)
7. Λιμπέριος Θεοχαρόπουλος (;, 1821)
8. Ανδρέας Καλαμογδάρτης (1819)
9. Θάνος Κανακάρης (1821, 1817, 1821)
10. Λουκάκης Κανακάρης (1752)
11. Παναγιώτης Κρεββαττάς (πρεσβύτερος) (1762)
12. Παναγιώτης Κρεββατάς
13. Ανδρέας Κωστάκης (1806)
14. Ανδρέας Λόντος (Φεβ. 1814 – Δεκ. 1817)
15. Σωτηράκης Λόντος (1799)
16. Βενιζέλος Μαμωνάς
17. Αγγελής Μελετόπουλος
18. Μελέτιος Μελετόπουλος (1814-1815, 1817, 1818)
19. Παναγιώτης Μπενάκης (1752)
20. Ανδρίκος Νοταράς
21. Σπήλιος Νοταράς
22. Σπύρος Νοταράς
23. Αλέξιος (Παπαλέξης) Οικονόμου (1805, 1812-1818)
24. Ιωάννης Παλαμήδης (1782-1784)
25. Ρήγας Παλαμήδης (1818-1821)
26. Αναγνώστης Παπαγιαννόπουλος (Δεληγιάννης) (1794-1798, 1805, 1806, 1812, 1814, 1821)
27. Ιωάννης Παπαγιαννόπουλος (επί τριετία)
28. Ανδρέας-Αναγνώστης Παπατσώνης (1805-1806)
29. Γρηγόρης Παπαφωτόπουλος, 5 φορές (ο πατέρας του Φώτιος περί το 1780)
30. Δημήτριος Περρούκας (1812-1821)
31. Νικόλαος Περρούκας (1793)
32. Ασημάκης Πόλος (1806)
33. Παλαιολόγος Στασινόπουλος (πριν τα Ορλωφικά, +1766)
34. Κωνσταντίνος Τομαράς (περίπου 1785

35. Γεώργιος Δανεσής (από τον Πραστό της Τσακωνιάς, πρωτοστάτησε στην ανάκληση του Βελή Πασάαπό Μόρα-Βαλεσή).

Δραγουμάνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αναφερόμενοι Δραγουμάνοι του Μορέως ήταν οι εξής:

Προυχοντικές οικογένειες ανά νομό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα αξιώματα των κοτζαμπάσηδων, μοραγιάνηδων και βεκίληδων με την πάροδο των χρόνων τα μονοπωλούσαν συγκεκριμένες οικογένειες που σχημάτιζαν συμμαχίες και επιγαμίες και είχαν σχεδόν κληρονομικά το δικαίωμα της ανάληψης των θέσεων αυτών. Οι σημαντικότερες από τις οικογένειες αυτές των προυχόντων ήταν οι ακόλουθες:

Βιβλιογραφία - Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Τα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας της Βουλής των Ελλήνων, Τόμος 4, Δ' Εθνική Συνέλευσις.
  • Αναστασία Κυρκίνη–Κούτουλα, Μόρα Βαλεσή (Η Οθωμανική Διοίκηση στην Πελοπόννησο), Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η άλωση της Τριπολιτσάς», τεύχος 204, 25 Σεπτεμβρίου 2003.
  • François Pouqueville, Voyage en Morée, à Constantinople, en Albanie, et dans plusieurs autres parties de l'Empire Ottoman, Paris 1805.
  • John L. Comstock, History of the Greek Revolution; compiled from official documents of the Greek Government; and other authentic sources, New York, W.D. Reed, 1828.
  • Μ. Σακελλαρίου, Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν (1715-1821), Ερμής, Αθήνα, 1978.
  • Αθανάσιος Θ. Φωτόπουλος, Οι Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη Δεύτερη Τουρκοκρατία (1715-1821), Διδακτορική Διατριβή, ΕΚΠΑ, Αθήνα, 1995.