Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Απεικόνιση του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου σε μωσαϊκό της Αγίας Σοφίας
Πατριάρχης και Πατέρας της Εκκλησίας
Γέννηση Πιθανώς το 349, Αντιόχεια της Συρίας
Κοίμηση 14 Σεπτεμβρίου του 407, Κόμανα του Πόντου
Εορτασμός 27 Ιανουαρίου*: ανακομιδή λειψάνων
13 Νοεμβρίου: μνήμη Ιωάννη Χρυσοστόμου
30 Ιανουαρίου: Των Τριών Ιεραρχών
Σημαντικές Ημερομηνίες διάκονος 381
πρεσβύτερος 386
επίσκοπος 398
εξορία 404
Μέρος μιας σειράς άρθρων για τον
Χριστιανισμό
Χριστιανισμός

Θεμελιώδη
Ιησούς Χριστός
Αγία Τριάδα · Θεοτόκος
Ευαγγελισμός της Θεοτόκου
Αγία Γραφή · Χριστιανική θεολογία
Απόστολοι · Εκκλησία
Βασιλεία του Θεού · Ευαγγέλιο
Ιστορία του Χριστιανισμού

Αγία Γραφή
Παλαιά Διαθήκη · Καινή Διαθήκη
Δέκα εντολές · Επί του όρους ομιλία
Γέννηση του Χριστού · Άγια Πάθη
Ο Σταυρός του Ιησού Χριστού
Σταύρωση και Ανάσταση
Βιβλία της Αγίας Γραφής
Βιβλικός κανόνας
Απόκρυφα· Θεοπνευστία
Μετάφραση των Εβδομήκοντα
Μεταφράσεις της Αγίας Γραφής

Χριστιανική θεολογία
Ιστορία · Απολογητές
Δημιουργία · Η πτώση του ανθρώπου
Νόμος της Παλαιάς Διαθήκης
Θεία Χάρη · Ενσάρκωση · Πίστη
Δικαίωση · Σωτηρία
Καθαγιασμός · Θέωση · Λατρεία
Εκκλησιολογία · Μυστήρια
Χριστιανική εσχατολογία

Ιστορία και παραδόσεις
Πρωτοχριστιανισμός
Οικουμενικές Σύνοδοι · Πιστεύω
Ιεραποστολή · Σχίσμα του 1054
Σταυροφορίες · Μεταρρύθμιση

Ανατολικός Χριστιανισμός
Ορθόδοξες Εκκλησίες
Συριακή · Ασσυριακή
Αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες
Ανατολικός Καθολικισμός

Δυτικός Χριστιανισμός
Καθολική Εκκλησία
Ουνία · Παλαιοκαθολικοί
Προτεσταντισμός/Διαμαρτύρηση
Εκκλησία Αντβεντιστών της Εβδόμης Ημέρας Αντιτριαδικοί ·
Λουθηρανισμός · Αγγλικανισμός
Καλβινισμός · Αρμινιανισμός
Βαπτιστές · Μεθοδισμός
Ευαγγελικοί
Φιλελεύθερος Χριστιανισμός
Συντηρητικός Χριστιανισμός
Ριζοσπαστική Μεταρρύθμιση
Φονταμενταλιστικός Χριστιανισμός
Πεντηκοστιανισμός

Ομολογίες · Κινήσεις
Οικουμενισμός · Κήρυγμα
Προσευχή · Μουσική
Λειτουργία · Ημερολόγιο
Σύμβολα · Τέχνη

Σημαντικές μορφές
Απόστολος Παύλος · Πατέρες
Χριστιανοί άγιοι
Μέγας Κωνσταντίνος
Αθανάσιος Αλεξανδρείας
Κλήμης · Αυγουστίνος
Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Βασίλειος Καισαρείας
Μάξιμος ο Ομολογητής
Ανσέλμος · Ακινάτης
Γρηγόριος Παλαμάς · Τζων Γουίκλιφ
Μαρτίνος Λούθηρος
Ιωάννης Καλβίνος · Τζων Ουέσλυ
Πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄
Πατριάρχης Βαρθολομαίος

Για το πλαίσιο: προβολή  συζήτηση  επεξεργασία




Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, γνωστός και ως Ιωάννης της Αντιόχειας πιθανότατα γεννήθηκε το 349 μ.Χ., σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες ιστορικές έρευνες. Μετά βεβαιότητος γνωρίζουμε ότι γεννήθηκε μεταξύ 344 και 354. Εκοιμήθη το 407. Υπήρξε εξέχων Χριστιανός επίσκοπος και κήρυκας κατά τον 4ο και 5ο αιώνα στην Αντιόχεια και την Κωνσταντινούπολη και ένας από τους πιο λαοφιλείς εκκλησιαστικούς ηγέτες. Θεωρείται από τους μεγαλύτερους πατέρες της Ορθόδοξης και της Καθολικής Εκκλησίας.

Γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Συρίας και γονείς του ήταν ο στρατηγός Σεκούνδος και μητέρα του η Ανθούσα. Η μητέρα του, χήρεψε στα 20 της χρόνια, όταν ο Ιωάννης ήταν μόλις λίγων μηνών. Ήταν δε γυναίκα που ξεχώριζε για το ζήλο που επεδείκνυε για την ανατροφή του Ιωάννη, ώστε πολλοί εξήραν το ήθος της, όπως ο Λιβάνιος[1].

Πίνακας περιεχομένων

[Επεξεργασία] Ο βίος Του

[Επεξεργασία] Η μόρφωση του Χρυσοστόμου

O Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
O Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Τα πρώτα γράμματα τα διδάχθηκε από τη μητέρα του. Εν συνεχεία σπούδασε στη σχολή του Λιβάνιου, δάσκαλου και πολυγραφότατου συγγραφέα στην Αντιόχεια, ρητορική και του Ανδραγαθίου, φιλοσοφία. Χαρακτηριστικό της ρητορικής του δεινότητος, που από τότε ανέπτυξε, ήταν και ο λόγος του δασκάλου του, ο οποίος ήθελε τον Ιωάννη για συνεχιστή του έργου του στη σχολή, «αν δεν ήταν Χριστιανός», όπως ο ίδιος έλεγε. Επίσης ακολούθησε θεολογικές σπουδές δίπλα στον Καρτέριο και το Διόδωρο Ταρσού, στο λεγόμενο Ασκητήριο, τη μεγάλη θεολογική σχολή της Αντιόχειας. Σπούδασε συνήγορος και εξάσκησε το επάγγελμα για λίγους μήνες. Εν τέλει εγκατέλειψε την δικηγορία και βαπτίστηκε Χριστιανός. Όμως σύντομα έφυγε από τη ζωή και η μητέρα του (372), με αποτέλεσμα να αποσυρθεί από την κοσμική ζωή ακολουθώντας τον μοναχισμό, κάτι που προκάλεσε μεγάλη έκπληξη στους Αντιοχείς.

[Επεξεργασία] Ιεροσύνη στην Αντιόχεια

Το 371 χειροθετήθηκε αναγνώστης ξεκινώντας διδακτικό και κατηχητικό έργο, το οποίο μας δείχνει τη γνώση που ήδη είχε πάνω στις γραφές. Διήγαγε έξι χρόνια μοναστικής ζωής στην Αντιόχεια και συγκεκριμένα στην περιοχή του Σιλπίου (4 δίπλα σε γέροντα ασκητή και 2 μόνος του σε σπήλαιο), όπου ασκήτεψε σκληρά και μυήθηκε στο μοναχικό ιδεώδες και τη νηπτική ζωή, και εν τέλει επέστρεψε στην Αντιόχεια. Η ζωή του μαθαίνουμε πως ήταν πολύ σκληρή και ασκητική. Τρεφόταν και κοιμόταν ελάχιστα, σκληραγωγείτο και ζούσε ζωή φιλοπονίας[2], με αδιάκοπη ανάγνωση των γραφών και προσευχή, με αποτέλεσμα να κλονιστεί η υγεία του σοβαρά[3]. Κατά την επιστροφή του, χειροτονείται εν αρχή διάκονος το 381, από τον αρχιεπίσκοπο Αντιοχείας Μελέτιο και το 386 πρεσβύτερος από το διάδοχο του Μελετίου, Φλαβιανό μέχρι και το 397, όταν και του προτάθηκε η θέση του επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως. Η φήμη για το ζήλο και την ευγλωττία του, τον έκανε γρήγορα γνωστό σε όλη την Αυτοκρατορία φθάνοντας μέχρι και την Αυλή του αυτοκράτορα, γεγονός που τον οδήγησε στη θέση του Αρχιεπισκόπου, στην Κωνσταντινούπολη..

[Επεξεργασία] Το έργο του στην Αντιόχεια

H Αντιόχεια. Χάρτης του 1135 μ.Χ.
H Αντιόχεια. Χάρτης του 1135 μ.Χ.

Ως πρεσβύτερος ήδη αρχίζει να αναπτύσσει έντονη συγγραφική και ποιμαντική δράση, με σκοπό να καταπολεμήσει τους αιρετικούς της εποχής (Αρειανούς, ευνομοιανούς),τους Ιουδαίους οι οποίοι προσεταιρίζονταν τους Χριστιανούς, τους πλούσιους και τους φορείς που ήταν υπεύθυνοι για την ηθική παρακμή της πόλεως. Επίσης ιδρύει ιδρύματα, πτωχοκομεία, γηροκομεία, ενώ καθιερώνει συσσίτιο. Η φήμη για την ρητορική και ποιμαντική του ικανότητα εκτοξεύτηκε[4] το 387, θέτοντας τη ζωή του στην υπηρεσία του Αυτοκράτορος, όταν στρατιώτες του, πήραν εντολή να πραγματοποιήσουν αντίποινα για στάση, σε βάρος στασιαστών της περιοχής. Η αγάπη και ο σεβασμός μάλιστα προς το πρόσωπο του Χρυσοστόμου ήταν τόση, ώστε όταν προτάθηκε για την επισκοπή στην Κωνσταντινούπολη, ο λαός της Αντιόχειας αντέδρασε[5].

[Επεξεργασία] Ο αγώνας για τη διαφθορά στην Εκκλησία

Ο Ιωάννης αγωνίστηκε για την εξυγίανση των εκκλησιαστικών πραγμάτων που βρισκόταν τότε σε μεγάλη κατάπτωση και διαφθορά. Έλαβε δραστικά μέτρα εναντίον: α) των «βαλαντιοσκόπων», των κληρικών δηλαδή εκείνων που πλούτιζαν από την ιερατική τους ιδιότητα, β) των «κολάκων και παρασίτων», όσων κληρικών δηλαδή απολάμβαναν την κοσμική ζωή, γ) των «κοιλιοδούλων», όσων δηλαδή ζούσαν αργόσχολα, με έμφαση στις απολαύσεις και δ) εκείνων που ζούσαν με «συνεισάκτους», δηλαδή τους μοναχούς ή επισκόπους που συζούσαν με τις θεωρούμενες «αδελφές» τους. Έλαβε μέτρα, επίσης, για την ηθική κάθαρση των ταγμάτων των χηρών και των διακονισσών. Έδινε ιδιαίτερη έμφαση στην καθαρότητα του βίου και ήταν αμείλικτος με τους ιερείς, διακόνους και μοναχούς που αποδεικνύονταν ανάξιοι, ενώ τους αδιόρθωτους τους απέβαλε παντελώς από τις τάξεις του κλήρου. Μάλιστα, δεν δίστασε να απολύσει 13 επισκόπους ως «σιμωνιακούς» και ανάξιους και να τους αντικαταστήσει με ικανούς και ευσεβείς, υποστηρίζοντας ότι «εάν ο κλήρος που είναι το άλας της γης, παρουσιάζει έκλυτο βίο, πώς θα ζητήσουμε από το ποίμνιο να ζει άγιο και κατά Χριστόν βίο;»

[Επεξεργασία] Εκλογή στον επισκοπικό θρόνο

Το έργο που ανέπτυξε ήταν πολυσχιδές και περιελάμβανε έντονη κηρυκτική, αντιαιρετική, φιλανθρωπική, συγγραφική και κοινωνική δράση. Η ρητορική του δεινότητα σαγηνεύει τα πλήθη, χριστιανούς και μη, ενώ η φήμη του φθάνει ως τα αυτιά της Αυτοκρατορικής αυλής. Το 397, όταν πεθαίνει ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νεκτάριος και οι άνθρωποι της Αυλής φέρνουν τον Ιερό Χρυσόστομο στην Κωνσταντινούπολη για να διαδεχθεί το Νεκτάριο. Μάλιστα ο ίδιος ο Αρκάδιος ο αυτοκράτορας, υπέδειξε και στήριξε την υποψηφιότητά του, μετά από υπόδειξη του πανίσχυρου και σκανδαλοποιού ευνούχου του βασιλέως, Ευτροπίου, που αργότερα πήρε το βαθμό του Υπάτου, ο οποίος είχε γνωρίσει και εντυπωσιαστεί από τον Ιωάννη. Έτσι το Φεβρουάριο του 398, με σύμφωνη γνώμη του κλήρου και του λαού, χειροτονείται από τον Θεόφιλο Αλεξανδρείας, που διατίθετο εχθρικά σε βάρος του Ιωάννη αφού ήθελε να επιβάλει δικό του επίσκοπο[6], Αρχιεπίσκοπος, παρά την αρχική επιφύλαξη που ο ίδιος είχε.

[Επεξεργασία] Το έργο του στην Κωνσταντινούπολη

Από τη νέα θέση ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναπτύσσει ευρύτατο ποιμαντικό, κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο. Κύριο μέλημα του είναι η ηθική καλλιέργεια του ποιμνίου, όμως δεν περιορίζεται μόνο σε αυτό, αλλά ιδρύει και σειρά ευαγών ιδρυμάτων με σκοπό την ανακούφιση των φτωχών, ορφανών, ξένων και αρρώστων. Οργανώνει ημερήσιο συσσίτιο με το οποίο θρέφει 7000 απόρους της Πόλης. Καταργεί κάθε πολυτέλεια στην εκκλησία, περιορίζει στο ελάχιστο τα έξοδα διατροφής του κλήρου, εκποιεί διάφορα πολύτιμα σκεύη και τιμαλφή που δεν ήταν απαραίτητα και δίνει τα χρήματα σε έργα αγάπης. Επιπρόσθετα ως γνήσιος διάδοχος των Αποστόλων και ως άριστος πνευματικός επιτελάρχης οργάνωσε ιεραποστολές στην Περσία, την Κελτική, την Φοινίκη,τη Σκυθία και την Γοτθία.

Το μεγάλο του προσόν όμως, είναι το άφθαστο χάρισμα του λόγου. Στο πρόσωπο του η χριστιανική ρητορική τέχνη επρόκειτο να βρει τον μεγαλύτερο θεράποντα της. Μιλάει στις περίφημες ομιλίες του για το λόγο του Ευαγγελίου, τη μετάνοια, τη μεταστροφή στο Θεό. Θεολογεί, εμβαθύνει στα μεγάλα ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης και στα καθημερινά προβλήματα της κοινωνίας. Κοινωνιολογεί, ψυχολογεί και ηθικολογεί, χωρίς να αποβαίνει ηθικολόγος. Στηλιτεύει την ανηθικότητα και τη διαφθορά, καταγγέλλει την κοινωνική αδικία, στιγματίζει τη σπατάλη, την επίδειξη των πλουσίων και των αρχόντων, καταδικάζει τις αυθαιρεσίες του πολιτικού συστήματος, στρέφεται σε βάρος του διεφθαρμένου κλήρου, πάντα με παρρησία και χωρίς να κατονομάζει ώστε να μην κηλιδώνονται προσωπικότητες αλλά να στιγματίζονται οι πράξεις. Στέκεται δίπλα στους αδυνάτους, τους ταπεινούς, τους αδικημένους, τους απλούς καθημερινούς ανώνυμους συνανθρώπους του, που η υπεροψία και η αδικία των δυνατών συχνά καταδυνάστευε.

Ο ίδιος υπήρξε θερμός ζηλωτής της Χριστιανικής πίστεως, αυστηρός ασκητής στην προσωπική του ζωή, υπόδειγμα θυσίας και αυταπαρνήσεων. Αυτό ήταν που τον οδήγησε στο να μη δύναται να ανεχθεί παρουσία ιδιοτελών ανθρώπων στην Εκκλησία και σκανδαλοποιών κληρικών. Αυτό ήταν που τον έφερε σε ρήξη και με μεγάλο μέρος του κλήρου, που δεν άντεχε την σκληρή κριτική του μεγάλου αυτού άνδρα.

[Επεξεργασία] Οι διωγμοί του Χρυσοστόμου

Μπορεί να κατέκτησε τις καρδιές του λαού, σύντομα όμως προκάλεσε πλήθος αντιδράσεων εκ μέρους εκείνων που θίγονταν από το ελεγκτικό του κήρυγμα. Έτσι δημιουργήθηκε ένα έντονο και ασφυκτικό αντι-Χρυσοστομικό κλίμα. Ιδιαίτερα δε, εξόργισε το περιβάλλον της Αυτοκράτειρας Ευδοξίας. Το αποκορύφωμα ώστε να ανάψει η θρυαλλίδα της συσσωρευμένης αντιπάθειας σε βάρος του, τόσο εκ μέρους των αρχόντων και πολιτικών, όσο και των εκκλησιαστικών παραγόντων της εποχής, ήταν ο έλεγχος στην Αυτοκράτειρα Ευδοξία, η οποία παρανόμως οικειοποιήθηκε το χωράφι μιας φτωχής χήρας[7]. Επιπρόσθετα διάφορες τάξεις οι οποίες θίγονταν από το κήρυγμά του, έψαχναν αφορμές, διαρκώς να συκοφαντήσουν τον επίσκοπο, αλλά και να διατυμπανίζουν στην Αυλή, αυτή την υποβόσκουσα δυσαρέσκεια. Όπως, όταν ανήγειρε ένα λεπροκομείο και εύποροι πολίτες, που είχαν γειτονικά κτήματα, επιτέθηκαν κατά του Ιωάννου, με πρόφαση τη δημόσια υγεία, αλλά με αίτιο ότι τα κτήματά τους έχαναν την αξία τους[8]. Επίσης πολλοί ήταν εκείνοι που αποσκοπούσαν στο θρόνο του. Πρωτεργάτες της δυσαρέσκειας υπήρξαν ο Ευτρόπιος και ο Γάιος που ήταν αρχηγός των Γότθων στην Κωνσταντινούπολη, ενώ από εκκλησιαστικής πλευράς, ο Σεβηριανός Γαβάλων, ο Ακάκιος Βεροίας και ο Αντίοχος Πτολεμαΐδας. Ο κορυφαίος όμως διώκτης του Αγίου ο οποίος συνέφανε τις σαθρές κατηγορίες σε βάρος του και συνήσπισε τους αντιχρυσοστομιστές για να τον αποπέμψουν, ήταν ο Θεόφιλος Αλεξανδρείας. Ο Θεόφιλος κατάφερε να πείσει την Αυτοκράτειρα, ότι όταν ο Ιωάννης αναφερόταν στις ομιλίες στην Ιεζάβελ εννοούσε αυτή, και άρα ήταν ένοχος για εσχάτη προδοσία[9]. Δηλαδή είχε ως στόχο, όχι μόνο την απομάκρυνσή του αλλά και την εξόντωσή του. Τελικά συνήλθε σύνοδος παρωδία[10], στην οποία παρευρέθησαν οι μισοί Επίσκοποι και τον εξόρισαν. Ο ίδιος μάλιστα δεν παρέστη, ενώ ανάμεσα στους κατηγόρους, ήταν και κληρικοί που είχαν αποπεμφθεί λόγω σιμωνίας. Προεξάρχων ήταν ο Θεόφιλος, κατηγορούμενος επίσης για αντιεκκλησιαστική συμπεριφορά[11], για την οποία ποτέ δεν δικάσθηκε.

Σύντομα, όμως, ο Ιωάννης επανήλθε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο λόγω του φόβου που προκάλεσε στην αυλή η αντίδραση του λαού, ενός μεγάλου κακού στο οικογενειακό περιβάλλον της Ευδοξίας και συνάμα ενός σεισμού, που συνέβη, ενώ ο Ιωάννης ταξίδευε για τη εξορία, που εκλήφθη ως θεϊκό σημείο από την ιδιαίτερα προληπτική αυτοκράτειρα. Σε λίγο όμως, ήρθε και η ώρα της δεύτερης και μόνιμης εξορίας του Αγίου. Αυτό συνέβη διότι ο Ιωάννης και πάλι δεν έπαψε το φλογερό κήρυγμα του. Υπήρξε ασυμβίβαστος προς τη ανηθικότητα, την ειδωλολατρία, τον κοσμικό έκλυτο βίο. Αποκορύφωμα υπήρξε η νέα δριμεία κριτική που άσκησε ο Χρυσόστομος στην Ευδοξία για ένα άγαλμα της, το οποίο ανήγειρε στον περίβολο του ναού της Αγίας Σοφίας, στον οποίο τελούνταν Διονυσιακού τύπου εκδηλώσεις. Αυτή τη φορά, πάλι σύμφωνα με τους αντιπάλους του, εκφώνησε λόγους όπου αποκαλούσε την Ευδοξία Ηρωδιάδα[12], κάτι που τον έθεσε άμεσα στο στόχαστρο της αυτοκράτειρας, που τον εξόρισε οριστικά, με τη βοήθεια της συνόδου. Ο Ιωάννης όμως αρνήθηκε να φύγει παρά τη θέλησή του Αρκαδίου. Μάλιστα τις παραμονές της οριστικής του εξορίας, αποπειράθηκαν να τον δολοφονήσουν δύο φορές[13]. Όμως ούτε και τότε τελείωσε ο διωγμός του. Αυτό φάνηκε από τα γεγονότα του Πάσχα του 404, όταν το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου μετά από ψευδή καταγγελία του Θεοφίλου μετά ακροάσεως του Αρκαδίου, οι στρατιώτες του αυτοκράτορα επιτέθηκαν την ώρα της Λειτουργίας στο συναχθέν πλήθος, με την αιτιολογία ότι ήταν σύναξη οπαδών του Χρυσοστόμου. Ακολούθησαν βαρβαρότητες εκείνη την νύχτα καθώς και την επόμενη ημέρα από το στρατό και τους υπερασπιστές του Ιωάννη, που ονομάστηκαν Ιωαννίται.

[Επεξεργασία] Η εξορία και το τέλος της ζωής του

Ο Ιερός Χρυσόστομος το μόνο που πάντα ζητούσε ήταν να ακροαστεί από μία πανορθόδοξο Οικουμενική σύνοδο. Αυτό όμως προσέκρουε στα συμφέροντα των αντιπάλων του, οι οποίοι γνώριζαν τη αντικανονικότητα της Εν Δρύ συνόδου, με αποτέλεσμα να μην δέχονται το αίτημά του[14]. Το βαρύ αυτό κλίμα τον υποχρέωσε σε εγκλεισμό στο επισκοπείο του για δύο μήνες. Όμως αυτό δεν αρκούσε στους αντιπάλους του, που ήθελαν πάση θυσία το διωγμό του. Έτσι ο ανώτερος κλήρος με επικεφαλής τον Ακάκιο, άσκησαν έντονη πίεση στον Αρκάδιο και τον έθεσαν προ των ευθυνών του σε περίπτωση ταραχών. Εν τέλει εκδίδεται διάταγμα εξορίας του Ιωάννη, περί τις 20 Ιουνίου. Το κλίμα ήταν βαρύ. Οι υποστηρικτές του ήταν έτοιμοι να τον υπερασπιστούν, ενώ στρατιώτες είχαν παραταχθεί με σκοπό να τον συλλάβουν αν αρνηθεί να φύγει και αν υπάρξουν αντιδράσεις, να κατασταλούν άμεσα. Τελικά παραδίδεται αφού εμφανίζεται στους υποστηρικτές του, ώστε να τους προστατεύσει και να μην προκληθούν άλλες αιματοχυσίες. Η διαθήκη του ήταν να διατηρήσουν ενωμένη την εκκλησία ώστε να μην προκληθεί σχίσμα.

Ο εξόριστος επίσκοπος φτάνει στη Νίκαια της Βιθυνίας και εν συνεχεία οδηγήθηκε στο χωριό Κουκουσός, στα σύνορα Καππαδοκίας και Αρμενίας. Από εκεί συνεχίζει το ποιμαντικό του έργο. Γράφει πλήθος επιστολών, συμβουλεύει, κατευθύνει, ενισχύει, παρηγορεί και τονώνει πολλούς Χριστιανούς. Όπως μαθαίνουμε από το πλήθος επιστολών του, είναι ένα ταξίδι θριάμβου, πόνου, απογοητεύσεων και διωγμών. Όπου εμφανίζεται, πλήθος λαού και κλήρου τον υποδέχεται με θέρμη. Αντιθέτως σε πολλούς ενδιάμεσους σταθμούς δέχεται επιθέσεις από φιλο-Θεοκλητικούς και αντι-Χρυσοστομικούς επισκόπους. Κάθε μέρα πορεύεται πολλά χιλιόμετρα περνώντας πλήθος κακουχιών. Οι συνοδοί του είχαν εντολή πως αν πέθαινε θα έπαιρναν και πρόσθετο μισθό γι'αυτό του φέρονταν πολλές φορές βάναυσα. Στην Κουκουσό φθάνει μετά από ταξίδι επτά μηνών, σχεδόν ημιθανής.

Αφού συνήλθε, το μέρος της εξορίας του, γίνεται πόλος έλξης πολλών πιστών. Αυτό το γεγονός όμως εξοργίζει περισσότερο το περιβάλλον του Αυτοκράτορα, το οποίο έβλεπε να αναπτύσσεται ένα ευρύτατο ενδιαφέρον υπέρ του εξόριστου επισκόπου. Ο Αρκάδιος - η Ευδοξία είχε πεθάνει- αποφασίζει περαιτέρω απομάκρυνση του στη Πιτυούντα, παρά τις προσπάθειες του Πάπα Ιννοκέντιου να επιστρέψει πίσω ώστε να ακροαστεί από σύνοδο. Οδοιπορεί για τρείς μήνες προς τον τόπο της εξορίας του, υπό αυστηρή επιτήρηση, αλλά τελικά ποτέ δεν θα φθάσει, γιατί θα τον προλάβει ο θάνατος. Κουρασμένος από τις πολλές κακουχίες, την έντονη ασκητική ζωή και βαριά άρρωστος εκοιμήθη στις 14 Σεπτεμβρίου του 407 μ.Χ. στα Κόμανα του Πόντου.

Ο Άγιος παρέμεινε όμως ιδιαίτερα δημοφιλής και μετά το πέρας της ζωής του. Έτσι όταν το 434 εξελέγη Πατριάρχης ο μαθητής του Άγιος Πρόκλος, παρεκάλεσε τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄ να ενεργήσει τα δέοντα, ώστε το λείψανο του μεγάλου αυτού πατέρα της Εκκλησίας να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη. Και πράγματι, τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 27 Ιανουαρίου του 438 η λάρνακα με το λείψανο του αγίου μεταφέρθηκε με λαμπρή και συγκινητική πομπή στην βασιλεύουσα και τοποθετήθηκε στο Άγιο Βήμα του ναού των Αγίων Αποστόλων, ενώ ο λαός έμπλεος χαράς φώναζε: «Απόλαβε του θρόνου σου Άγιε»[15].

[Επεξεργασία] Η μορφή του

Από τις ιστορικές πηγές που διαθέτουμε[16], αντλούμε στοιχεία για την εμφάνιση του Ιωάννη Χρυσοστόμου. Έτσι μαθαίνουμε ότι ήταν πολύ μικρόσωμος, με μεγάλο κεφάλι αιωρούμενο στους ώμους του. Ήταν υπερβολικά λεπτόσαρκος, είχε μακριά μύτη και πλατιά ρουθούνια. Ήταν πολύ ωχρός και λευκός μαζί, είχε βαθουλωτές τις κόγχες των ματιών και μεγάλους τούς βολβούς. Εξαιτίας αυτού, συνέβαινε να παρουσιάζει με τα μάτια του πιο χαρούμενη όψη, αν και με τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του φανέρωνε άτομο βασανισμένο. Το μέτωπό του ήταν μεγάλο, χωρίς τρίχες και χαραγμένο με πολλές ρυτίδες. Είχε μεγάλα αυτιά, γένια μικρά, πολύ αραιά και λευκά. Τέλος, τα μάγουλά του, ήταν βαθουλωμένα στο έπακρο εξαιτίας της νηστείας.

[Επεξεργασία] Το συγγραφικό του έργο

[Επεξεργασία] Εισαγωγή

Ο ιερός Χρυσόστομος, άφησε ένα ογκωδέστατο συγγραφικό έργο. Όλο το έργο του ιερού άνδρα καλύπτει 18 τόμους στην Patrologia Graeca του Migne. Τα έργα του, διαβάζονταν και αντιγράφονταν συνεχώς. Αποτέλεσμα ήταν να σωθούν σε χιλιάδες χειρόγραφα, αλλά και να αυξηθούν. Αυτό συνέβη λόγω της επιθυμίας κάποιων αφανών συγγραφέων που ήθελαν τα έργα τους να διαβαστούν και οδηγούνταν στην ενσυνείδητη ψευδωνυμία. Ιδιάζουσα περίπτωση αποτελεί ο Σεβηριανός Γαβάλων, που υπήρξε δεινός ρήτορας της εποχής και ο οποίος υπέγραφε τους λόγους ως Χρυσοστομικούς, φοβούμενος ότι οι οπαδοί του Χρυσοστόμου θα τους καταστρέψουν, αφού τον θεωρούσαν υπεύθυνο για το διωγμό του. Επίσης μεγάλη ευθύνη φέρουν συγγραφείς, αντιγραφείς και συλλέκτες, που παρότι βρίσκονταν ενώπιον αμφιβόλου προελεύσεως συγγράμματα τα έχριζαν Χρυσοστομικά. Μεγάλο μέρος ομιλιών του έχουν χαθεί, ενώ γνωρίζουμε ότι είχαν δοθεί πολλές επιστολές του προς έκδοση αν και ο ίδιος δεν το επιθυμούσε.

[Επεξεργασία] Κατηγοριοποίηση

Το έργο του διακρίνεται σε πραγματείες (ασκητικές, ηθικοπαιδαγωγικές, ποιμαντικές, απολογητικές), λόγους (δογματικούς, σε διάφορες ιστορικές περιστάσεις, ηθικοδιδακτικούς, εορταστικούς, εγκωμιαστικόύς, ερμηνευτικούς) και επιστολές. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος υπήρξε λαμπρός σχολιαστής των Άγιων Γραφών. Με το κήρυγμά του έκανε διαδοχικές εξηγήσεις της Βίβλου. Έχουν διαφυλαχθεί περίπου 600 λόγοι του Ιωάννη σε ποίκιλλα θέματα. Απ’ αυτούς 67 είναι για τη Γένεση, 59 για τους Ψαλμούς, 90 για το Ευαγγέλιο του Ματθαίου, 88 για το Ευαγγέλιο του Ιωάννη, 55 για τις Πράξεις των Αποστόλων, 34 για την Προς Εβραίους Επιστολή κλπ. Ο αναγνώστης κάθε εποχής μελετώντας το έργο του, διαπιστώνει τη συναρπαστική ρητορική του δεινότητα, την παιδαγωγική ευελιξία, τη σπάνια βιβλική κατάρτιση, την ψυχοδιαγνωστική του ικανότητα, την ποιμαντική του αγωνία και την ορθόδοξη θεολογία.

[Επεξεργασία] Φιλολογική και ιστορικογραμματική έρευνα

Το έργο του κατά τα πρώιμα έτη της ποιμαντικής - συγγραφικής περιόδου διακρίνονται για την μεγάλη φιλολογική φροντίδα και εφαρμόζουν πιστά στους νόμους και τα σχήματα της ρητορικής τέχνης γενικά και ειδικότερα της δεύτερης σοφιστικής, όπως την διδάχθηκε από τον γνωστό αττικιστή ρητορειοδιδάσκαλο Λιβάνιο, μολονότι τα στοιχεία φιλολογικής παιδείας, της ηθικής των στωικών και τα σχήματα των ρητόρων, δεν τα λησμόνησε ποτέ στα έτη της ομιλητικής και συγγραφικής του δράσης.

[Επεξεργασία] Οι ομιλίες του

Κώδικας 8, Ιωάννη Χρυσοστόμου Λόγοι, 10ος αι.
Κώδικας 8, Ιωάννη Χρυσοστόμου Λόγοι, 10ος αι.

Οι ομιλίες του είχαν ως βάση και σημείο εκκίνησης βιβλικά χωρία, τα οποία είχε ασφαλώς επεξεργαστεί και ως αναγνώστης και διάκονος. Οι ομιλίες καταγράφονταν από ταχογράφους, που εν συνεχεία δέχονταν κάποιες παρεμβάσεις με αποτέλεσμα να μην είμαστε τελείως βέβαιοι ότι απαγγέλθηκαν ακριβώς με τη σημερινή μορφή που γνωρίζουμε. Οι ομιλίες του είναι φανερό ότι προϋποθέτουν όχι μόνο μακρά και επίπονη έρευνα αλλά και διδακτικό - εξηγητικό έργο, μεγαλύτερο από αυτό που προσδιοριζόταν από τις σωζόμενες ομιλίες του. Οι ομιλίες δεν μπορούν να ενταχθούν στο πλαίσιο μιας οργανωμένης ανώτερης σχολής, διότι είναι συνήθως σύντομες περίπου 15 λεπτών. Άλλες πάλι ξεπερνούν και τα 45, ανάλογα με το ερμηνευόμενο Ευαγγελικό χωρίο.

[Επεξεργασία] Η ρητορική του δεινότητα

[Επεξεργασία] Η ρητορική στην Αντιόχεια

Ο Χρυσόστομος μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον έντονα ανταγωνιστικό απο ρητορικής απόψεως. Πολλοί ζούσαν από το επάγγελμα του ρήτορα, ενώ στην εποχή του πολλοί μορφωμένοι παρακολουθούσαν απολαυστικά ρήτορες, τους οποίους έκριναν αυστηρά κάθε στιγμή. Άλλοτε επευφημούσαν αν κάποιος καινοτομούσε και εντυπωσίαζε, ενώ αποδοκίμαζαν τα επαναληπτικά σχήματα ή παλαιότερες ρητορείες. Έτσι αν ο Χρυσόστομος δεν επιδιδόταν σε αυτή την υψηλή ρητορεία είναι βέβαιο, ότι ουδείς θα ασχολείτο μαζί του, ούτε καν οι αμόρφωτοι Χριστιανοί που ήταν όμως εμποτισμένοι με την κρατούσα γλωσσική ιδεολογία. Έτσι παίρνουμε και μία απάντηση γιατί οι πατέρες εκείνης της εποχής, χρησιμοποιούσαν σύνθετα γλωσσικά σχήματα σε σχέση με τη γλώσσα της Καινής Διαθήκης. Αντιληπτό ακόμα γίνεται γιατί ασκούσαν λεπτολόγο θεολογία με βαθιές τομές και ευρύτατες αναλύσεις αν και οι αμόρφωτοι αδυνατούσαν να παρακολουθήσουν ικανοποιητικά τη διδασκαλία τους. Πάντα βέβαια πίστευαν σε μελλοντική καλλιέργεια και ευρύτερη κατανόηση των μεταγενεστέρων.

Αυτή την επικρατούσα αντίληψη της εποχής, έρχεται ο Χρυσόστομος να την ανατρέψει. Παρά τη μανία του κοινού για ρητορικές επιδείξεις, τους προτρέπει να ακολουθούν το περιεχόμενο κυρίως και όχι τα στομφώδη - πομπώδη σχήματα, ώστε να μη χάνετε το νόημα. Ο ίδιος δεν παύει να συνεχίζει να εκτιμά το λόγο και τη δύναμή του και να κοπιάζει για την οργάνωση του. Ριζικός υπήρξε τόσο για τους ρήτορες της εποχής όσο και για τους εκκλησιαστικούς. Αυτοί έπρεπε να αψηφήσουν πλέον τις αδυναμίες και επιθυμίες του κοινού, οδηγώντας το, στις ορθές θέσεις και όχι το ανάποδο. Επίσης τους καλεί να μην αναμένουν επαίνους ώστε να επικεντρώνονται στην ουσία.

[Επεξεργασία] Χαρακτηριστικά και καινοτομίες της ρητορικής του

Εν αρχή μιλάει για λόγο διαφορετικών προϋποθέσεων από την κοινή ρητορεία των εθνικών. Στρέφει δηλαδή στο περιεχόμενο του λόγου και όχι στη μορφή. Παρόλα αυτά θέτει ένα άρτιο τεχνικά λόγο, με ορθή χρήση πολλών σχημάτων, προδίδοντας πρωτοφανή ρωμαλεότητα, που προέκυπτε από τη δυναμική του νέου λόγου και το χαρακτήρα του, με σκοπό να κάνει «μέσο» των μηνυμάτων του, τη ρητορεία. Αντιλαμβάνεται την ανάγκη ενός λόγου, που πρέπει να έχει τόση τεχνική, ώστε να διευκολύνει την κατανόηση του μηνύματος και του νοήματός, από κάθε κοινωνική και μορφωτική τάξη. Απαλλάσσει το λόγο από τον έντονο στόμφο και τα πολλά ψιμύθια, που μειώνουν την ενέργειά του, χωρίς να μειώνει την καλλιέπειά του, να αδιαφορεί και να φροντίζει για την μορφή του. Προσέχει τη δομή του, αλλά με διαφορετικό ύφος, προσδίδοντας ζωντάνια στην αλήθεια των κηρυγμάτων του, ανατρέποντας τις κακοδοξίες των εθνικών και των Ιουδαίων.

Η μορφή του Χρυσοστομικού λόγου έχει διακυμάνσεις, ενίοτε μεγάλες. Στα πρώιμα κείμενα η μορφή και η δομή διακρίνονται για την αυστηρότητα της εφαρμογής των ρητορικών κανόνων και την αδρότερη δόμησή τους. Με το πέρασμα των ετών και την ωρίμανσή του, δεν το δεσμεύουν πλέον οι κανόνες της ρητορικής και της Δευτέρας Σοφιστικής, που είχε στόμφο και πολλά γλωσσικά ψιμύθια, αλλά της έλλειπε η ζωντάνια, η ενάργεια και η πνευματική ρωμαλεότητα. Αυτό που έλειπε ακριβώς προσέφερε η ρητορική του Χρυσοστόμου, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει δικό του ύφος, ξεπερνώντας τη Δεύτερη Σοφιστική σχολή. Ακόμα ο λόγος του διέπεται από πληθωρικότητα , απουσία Δωρικότητος, με εμφάνιση εντυπωσιακών ερωταποκρίσεων, αντιθέσεων, μεταφορών, παραλληλισμών, αναστροφών και παραστατικών εικόνων.

[Επεξεργασία] Ρυθμός και ποιητικότητα

Το εκπληκτικότερο όμως εύρημα της έρευνας στην ρητορική του, είναι ότι πέρα από την καλλιέπεια και την οργανωμένη και απαράμιλλη επιχειρηματολογία, πολλές φορές παρατηρείται και ρυθμικότητα που αγγίζει τον ποιητικό ρυθμό. Στον προφορικό λόγο μπορεί πολλά να επιτευχθούν, όπως ενάργεια, το οποίο διέθετε ο Ιερός Χρυσόστομος, όμως ρυθμό και ποιητικότητα είναι κάτι το σχεδόν αδύνατο. Και αυτό διότι απαιτεί χρόνο, πολλή άσκηση και αδιαμφισβήτητο ταλέντο. Αν όμως αναλογιστούμε ότι τις περισσότερες φορές, για να ομιλήσει περίμενε να δει τη σύνθεση του ακροατηρίου και τη διάθεση, με βάση το πλήθος των συνηγμένων, για να αποφασίσει τον τρόπο, το ύφος και το είδος της ομιλίας, που πολλές φορές επέβαλλαν αλλαγές της στιγμής ακόμα και μεσούσης της ομιλίας, αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος της δυσκολίας της επιτυχίας του επιχειρήματος, αλλά και της ρητορικής δεινότητας του μεγάλου άνδρα, εξού και η προσωνυμία ως σήμερα « Χρυσόστομος ».

[Επεξεργασία] Η διδασκαλία του

[Επεξεργασία] Εισαγωγή

H θεολογία του στρέφεται κυρίως γύρω από το ακατάληπτο και απρόσιτο της θείας φύσεως, το απολυτρωτικό έργο του Χριστού, τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, το μυστήριο της Εκκλησίας, την αξία του ανθρώπου ως υπάρξεως προορισμένης για την αιωνιότητα, τη μέλλουσα κρίση. Οι πρώτιστοι όμως στόχοι είναι κυρίως ηθικοδιδακτικοί και ποιμαντικοί.

Η φιλολογική έρευνα αποκαλύπτει στα συγγράμματα του Χρυσοστόμου, άφθονα Καππαδοκικά στοιχεία, πολλά εκ των οποίων είναι και εκ πρώτης όψεως εμφανή. Μολονότι έχει βεβαίως δική του σκέψη και δικό του τρόπο εκφράσεως, ο οποίος είναι ανεπανάληπτος, πολύ συχνά ενεπνέετο από τους Καππαδόκες στην εκλογή και παρουσίαση των θεμάτων.

Επί του προκειμένου θέματος ο Χρυσόστομος χαρακτηρίζεται θεολογικά από πολλούς δυτικούς ερευνητές συνήθως ως γνήσιος Αντιοχειανός, αν και μετά από πρόσφατες έρευνες κατεβλήθη προσπάθεια να χαρακτηρισθεί ως Αλεξανδρινός. Αντίθετα οι περισσότεροι ερευνητές της ανατολικής σχολής κρίνουν πως δεν είναι ούτε το ένα, ούτε το άλλο, διότι συνδυάζων τους δύο όρους — ένωση και συνάφεια — ακολουθεί δική του γραμμή «τή γάρ ενώσει και τη συναφεία έν εστιν ο Θεος Λόγος και ή σάρξ, ου συγχύσεως γενομένης τών ουσιών, αλλά ενώσεως άρρητον τινός και αφράστου». Στην Δ' οικουμενική σύνοδο Χαλκηδόνος 451 το χωρίο αυτό μαζί με κείμενα άλλων πατέρων προσήχθη ως απόδειξη της ομοουσιότητος του Χριστού ταυτοχρόνως και με τον Πατέρα και με τους ανθρώπους.

Είναι χαρακτηριστικό ότι παρότι ζούσε σε μια ταραγμένη και ετερόκλητη εποχή μπορεί να σημειώσει κανείς ότι πολλά μεταγενέστερα αντι-Γραφικά στοιχεία ενώ δεν γνωρίζει την τροπή που θα λάβουν, παίρνει σαφή θέση. Όπως την κατ’ιδίαν εξομολόγηση σε ιερέα, την προσφώνηση της Παρθένου Μαρίας ως Θεοτόκου, την απόδοση τιμής στα λείψανα, τη διενέργεια θαυμάτων από εικόνες και άλλα όπως το πρωτείο του Πάπα και ο αριθμός των μυστηρίων.

Ο χαρακτήρας του έργου του είναι καθαρά ποιμαντικός και πρακτικός, ενώ συντάσσει το θεολογικό περιεχόμενο της Αγίας Γραφής στη σωτηριολογική προοπτική της εκκλησίας. Μέσα από το συγγραφικό του έργο αναδεικνύονται οι κοινωνικές και πνευματικές ανησυχίες του Χρυσοστόμου. Με αιχμή τις ομιλίες του παραινεί τους πιστούς για αυθεντικότερη βίωση του περιεχομένου της πίστεως,ενώ ασκεί κριτική στη χαλάρωση των ηθών και την ασυνέπεια. Έτσι καθιστά την εκκλησία «μέγα θεραπαυτήριο» των ψυχών, ενώ θέτει αυστηρά κριτήρια και για τους Θείους Λειτουργούς, τους οποίους και στην πράξη όταν παρατηρεί ασυνέπεια βίου και αξιώματος τους απαλλάσει, αποπέμπωντάς τους.

[Επεξεργασία] Χρυσόστομος και Ελληνική Φιλοσοφία

Ο Ιερός Χρυσόστομος από την αρχή της συγγραφικής του δράσης, μέχρι και το τέλος είχε διασαφηνίσει τη στάση του, απέναντι στην φιλοσοφία των Ελλήνων, δηλαδή έσυρε διαρκώς μία διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον τρόπο σκέψης των φιλοσόφων και της Εκκλησίας. Αυτό έγινε αναγκαίο διότι διαρκώς φιλοσοφικές θεωρίες ενεπλέκονταν με τα Εκκλησιαστικά δόγματα αφενός, δημιουργώντας αιρέσεις, αφετέρου η Ελληνική φιλοσοφική σκέψη επηρέαζε πολλούς Χριστιανούς στον τρόπο ζωής, αφαιρώντας τη δυνατότητα να κερδίσουν την «βασιλεία των ουρανών» όπως χαρακτηριστικά έλεγε. Δηλαδή δεν ασχολείται με το πρόβλημα της αξίας , της ωραιότητας ή της δυνάμεως της φιλοσοφίας, τα οποία σιωπηρώς δέχεται, αφού τη χρησιμοποιεί, αλλά με την ουσία τους, που οδηγεί στην «απώλεια». Επίση