Ωμοφόριο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ελληνορθόδοξος επίσκοπος φέρων το ωμοφόριο

Το ωμοφόριο είναι άμφιο του επισκόπου της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Είναι διακριτικό του βαθμού του και, σε περίπτωση που καθαιρεθεί ένας επίσκοπος, το ωμοφόριο είναι αυτό που του αφαιρείται.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι πλατιά λωρίδα υφάσματος. Φοριέται πάνω στους ώμους (εξ ου και ωμοφόριο, ώμος+φέρω). Υπάρχουν δύο είδη, το μεγάλο και το μικρό. Το μεγάλο είναι πιο μεγαλοπρεπές και το φορά ο επίσκοπος στη Θεία Λειτουργία μέχρι την ανάγνωση του Αποστόλου. Κατά την ανάγνωση του Ευαγγελίου δεν φορά ωμοφόριο, σε ένδειξη σεβασμού, καθώς με το Ευαγγέλιο μιλά ο ίδιος ο Χριστός. Από τον Χερουβικό Ύμνο και μετά φοράει το μικρό.

Το ωμοφόριο παραπέμπει στην παραβολή του «Καλού Ποιμένα», ο οποίος παίρνει στους ώμους του το πλανηθὲν πρόβατο για να το σώσει. Το ωμοφόριο συμβολίζει ακριβώς αυτό το πρόβατο, την αμαρτωλή ανθρωπότητα, γι' αυτό και συνηθίζεται (ή τουλάχιστον συνιστάται) να κατασκευάζεται με μαλλί προβάτου. Φορώντας το ο επίσκοπος γίνεται μιμητής του Ποιμένος Χριστού. Τέλος, οι σταυροί του ωμοφορίου καταδεικνύουν πως ο κάθε επίσκοπος πρέπει να σηκώνει το σταυρό του και να ακολουθεί τον Εσταυρωμένο Χριστό. Γι' αυτό και ενδύεται το ωμοφόριο με τα εξής λόγια "Επί τον ώμον Χριστέ την πλανηθείσαν άρας φύσιν, αναληφθείς τω Θεώ και Πατρί προσήγαγες, πάντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.