Ναός των Αγίων Αποστόλων (Κωνσταντινούπολη)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 41°1′11″N 28°56′59″E / 41.01972°N 28.94972°E / 41.01972; 28.94972

Οι τρούλοι, οι οποίοι εικονίζονται σε αυτή την εικόνα του 1162 από Βατικανό Κώδικα, πιστεύεται πως ανήκουν στο ναό των Αγίων Αποστόλων

Ο ναός των Αγίων Αποστόλων ήταν ένας περικαλλής χριστιανικός ναός της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος χτίστηκε το 550 στον τέταρτο λόφο της Πόλης, βορειοδυτικά του υδραγωγείου του Ουάλη. Ήταν τεραστίων διαστάσεων, σχεδόν όσο ο ναός της Αγίας Σοφίας και επί αιώνες (από τον 4ο ως τον 11ο) ενταφιάζονταν εκεί Αυτοκράτορες, Πατριάρχες και επίσκοποι. Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, μεταφέρθηκε εκεί η έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το 1461 όμως, οι Οθωμανοί τον κατεδάφισαν ολοσχερώς και στη θέση του οικοδόμησαν το Φατίχ τζαμί.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχικός ναός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αρχικός ναός των Αγίων Αποστόλων κτίστηκε περί το 330, όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη την πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας. Το 337, όταν ο Κωνσταντίνος πέθανε, ο ναός δεν είχε τελειώσει, και ο ίδιος ενταφιάστηκε προσωρινά στο ναό του Αγίου Ακακίου στην Κωνσταντινούπολη. Όταν ολοκληρώθηκε από το γιο του, Κωνστάντιο, ο ναός των Αγίων Αποστόλων, μεταφέρθηκε εκεί και η σoρός του Κωνσταντίνου.

Σκοπός του Αυτοκράτορα ήταν να συγκεντρώσει εκεί και τα λείψανα όλων των Αποστόλων. Τελικά, έγινε εφικτό να μεταφερθούν λείψανα μόνο του Αποστόλου Ανδρέα (από την Αχαΐα το 357[1]), του Ευαγγελιστή Λουκά και του Αγίου Τιμοθέου (από την Έφεσο). Ερμηνευτικό ζήτημα έχει προκύψει κατά καιρούς για το εάν τελικά ο ναός ήταν αφιερωμένος και στους Δώδεκα Αποστόλους, ή μόνο στους τρεις, των οποίων τα λείψανα βρίσκονταν εκεί. Η επικρατούσα άποψη κλίνει προς τους δώδεκα Αποστόλους. Η άποψη αυτή ενισχύεται από ομιλία του Ιωάννη του Χρυσοστόμου, από την οποία συνάγεται ότι ο ναός ετιμάτο και στους δώδεκα μαθητές του Χριστού, και πως η ιδιαίτερη αναφορά στους τρεις γινόταν λόγω του ότι εκεί φυλάσσονταν τα λείψανά τους. Επίσης, σε διάφορους κώδικες σώζεται το επίγραμμα Στίχοι στην εξωτερική πύλη των Αγίων Αποστόλων για το τέλος της ζωής τους. Αυτό ήταν γραμμένο πάνω από την κεντρική πύλη του ναού και αναφερόταν στον τρόπο θανάτου του καθενός από τους δώδεκα.

Λίγα είναι γνωστά για την όψη εκείνου του ναού, εκτός του ότι ήταν σταυρόσχημος. Ο ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας αναφέρει ότι ήταν ψηλό κτίριο, με προστώα και στις τέσσερις πλευρές, μαρμάρινους τοίχους και χρυσό τρούλο. Στα «Πάτρια» (Ψευδο-Κωδινός) αναφέρεται ότι η οροφή του ήταν ξύλινη. Αναφορές στη «θαυμάσια» εκκλησία κάνουν και οι Φιλοστόργιος και Θεόδωρος αναγνώστης.

Ο ναός του Ιουστινιανού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού διαπιστώθηκε ότι ο ναός ήταν πλέον ανεπαρκής. Έτσι, ελήφθη η απόφαση να κτιστεί νέος. Ο ιστορικός Προκόπιος αποδίδει το κτίσιμο του νέου ναού στον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό, αν και ο Ψευδο-Κωδινός αποδίδει την ανακατασκευή στην Αυτοκράτειρα Θεοδώρα.

Ο νέος ναός σχεδιάστηκε και κτίστηκε υπό την επίβλεψη των αρχιτεκτόνων της Αγίας Σοφίας, Ανθέμιου και Ισίδωρου. Ήταν σταυροειδής βασιλική, με πέντε τρούλους: ένας σε κάθε βραχίονα του σταυρού και ένας στο κέντρο, στο σημείο τομής των βραχιόνων. Ο δυτικός βραχίονας του σταυρού προεκτεινόταν, σχηματίζοντας αίθριο. Ιερό δεν υπήρχε, καθώς η Αγία Τράπεζα ήταν τοποθετημένη στο κέντρο του ναού, κάτω από τον κεντρικό τρούλο. Τα λείψανα του Μεγάλου Κωνσταντίνου και των τριών αγίων μεταφέρθηκαν στη νέα εκκλησία, ενώ κτίστηκε και σταυροειδές μαυσωλείο για τον Ιουστινιανό και την οικογένειά του, στο τέλος του βόρειου κλίτους. Τα εγκαίνια του νέου ναού έγιναν στις 28 Ιουνίου του 550.

Για πάνω από 7 αιώνες, ο ναός των Αγίων Αποστόλων ήταν ο δεύτερος σημαντικότερος ναός της Βασιλεύουσας. Ενώ η Αγία Σοφία βρισκόταν στο παλαιό μέρος της Πόλης, οι Άγιοι Απόστολοι κυριαρχούσαν στην πλευρά των νεότερων επεκτάσεων, πάνω στην ονομαζόμενη Μέση ή Κεντρική Οδό. Ήταν προσκυνηματικό κέντρο, καθώς εκτός των τριών προαναφερθέντων αγίων, των Αυτοκρατόρων, των Πατριαρχών (μεταξύ αυτών και του Ιωάννη του Χρυσοστόμου και του Γρηγορίου του Θεολόγου), των επισκόπων, αγίων και μαρτύρων που είχαν ενταφιαστεί εκεί, στην εκκλησία βρισκόταν και μέρος της Στήλης της Φραγγελώσεως, στην οποία κατά την παράδοση δέθηκε και μαστιγώθηκε ο Χριστός.[2] Κατά τη διάρκεια των ετών, ο ναός συγκέντρωσε μεγάλες ποσότητες χρυσού, αργύρου και πολύτιμων λίθων, από αφιερώσεις των πιστών.

Ο Αυτοκράτορας Βασίλειος ο Μακεδών ανακαίνισε και ενδεχομένως επέκτεινε το ναό, τον 9ο αιώνα. Τον 10ο αιώνα, ο Κωνσταντίνος της Ρόδου συνέθεσε μακροσκελή έμμετρη «Περιγραφή της εκκλησίας των Αποστόλων», την οποία αφιέρωσε στον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο.

Λεηλασία και παρακμή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ναός λεηλατήθηκε το 1204 από τους Σταυροφόρους της Δ' Σταυροφορίας. Λειψανοθήκες, χρυσά και αργυρά σκεύη με πολύτιμους λίθους, εικόνες, πολυτελή άμφια και άλλοι ανεκτίμητοι θησαυροί του ναού εξαφανίστηκαν. Ο ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης αναφέρει ότι ακόμη και οι τάφοι των Αυτοκρατόρων συλήθηκαν και αφαιρέθηκε ο,τιδήποτε πολύτιμο περιείχαν. Ανοίχθηκε ακόμη και ο τάφος του Ιουστινιανού, ενώ από τον τάφο του Αυτοκράτορα Ηρακλείου αφαιρέθηκε το χρυσό του διάδημα, μαζί με τα μαλλιά του, στα οποία είχε προσκολληθεί. Κάποιοι από αυτούς τους θησαυρούς μεταφέρθηκαν στη Ρώμη, ενώ οι περισσότεροι στη Βενετία και είναι σήμερα σε κοινή θέα στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου. Πριν την επέλαση των Σταυροφόρων όμως, ο αυτοκράτορας Αλέξιος Γ' Άγγελος είχε αφαιρέσει μεγάλος μέρος της πολύτιμης διακόσμησης των σαρκοφάγων του ναού και το οδήγησε στα χυτήρια, στην προσπάθειά του να εξοικονομήσει χρήματα για να εξαγοράσει τη συνεργασία του Ερρίκου Στ'.

Όταν ο Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος επανακατέκτησε την Πόλη, ανήγειρε στο ναό ένα άγαλμα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ επάνω σε στήλη, σε ανάμνηση του γεγονότος, και του εαυτού του. Το άγαλμα καταστράφηκε από σεισμό το 1328. Στις αρχές του 14ου αιώνα, ο Αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β' Παλαιολόγος αναπαλαίωσε το ναό, ο οποίος όμως κατόπιν εγκαταλείφθηκε, καθώς ολόκληρη η Βυζαντινή Αυτοκρατορία παρήκμασε και ο πληθυσμός της Πόλης μειωνόταν συνεχώς. Σύμφωνα με μαρτυρία του Φλωρεντίνου καθολικού ιερέα Cristoforo Buondelmonti, το 1420 ο ναός ήταν ρημαγμένος.

Μετά την Άλωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, ο ναός καταστράφηκε ολοκληρωτικά. Ο ιστορικός Κριτόβουλος αναφέρει ότι φανατικοί δερβίσηδες με ρόπαλα και λοστούς κατέστρεφαν επί 14 ώρες τον ναό. Αφού δε συνέθλιψαν τα ιερά λείψανα και τα οστά των αυτοκρατόρων, έριξαν τα υπολείμματα σε ασβεστοκάμινο.

Μετά την Άλωση, ο ναός της Αγίας Σοφίας, έδρα ως τότε του Πατριαρχείου, μετατράπηκε σε τζαμί. Ο Σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής παραχώρησε τον κατεστραμμένο πια ναό των Αγίων Αποστόλων στον Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο, προκειμένου να μεταφερθεί εκεί το Πατριαρχείο. Η περιοχή όμως κατοικήθηκε από Τούρκους και υπήρχε αυξανόμενη εχθρότητα, καθώς ένα τόσο μεγάλο οικοδόμημα παρέμενε σε χριστιανικά χέρια. Έτσι, το 1456, ελήφθη η απόφαση για μεταφορά της έδρας του Πατριαρχείου στη Μονή Παμμακάριστου.

Το 1461, ο Σουλτάνος Μωάμεθ κατεδάφισε τον ναό και στη θέση του οικοδόμησε εντυπωσιακό μουσουλμανικό τέμενος, το Φατίχ τζαμί (Τέμενος του Πορθητή), το οποίο υπάρχει μέχρι σήμερα. Εκεί βρίσκεται ο τάφος του Πορθητή (Φατίχ) της Βασιλεύουσας Μωάμεθ Β΄.

Μορφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βασιλική του Αγίου Μάρκου στη Βενετία από ψηλά: εμφανές το σταυροειδές σχήμα και οι πέντε τρούλοι

Πέραν του χειρογράφου που εξεικονίζεται παραπάνω, δεν υπάρχει άλλη οπτική αναπαράσταση του ναού. Γνωρίζουμε όμως ότι η Βασιλική του Αγίου Μάρκου στη Βενετία κτίστηκε με πρότυπο το ναό των Αγίων Αποστόλων. Ο συγγραφέας του 12ου αιώνα Νικόλαος Μεσαρίτης συνέγραψε περιγραφή του ναού,[3] από την οποία διασώζεται μόνο ένα μέρος.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. infocenterpatras.gr
  2. σήμερα βρίσκεται στον Πατριαρχικό ναό του Αγίου Γεωργίου, στο Φανάρι
  3. Ekphrasis on the Church of the Holy Apostles

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • sacred-destinations.com (αγγλικά)
  • Σοφία Ν. Σφυρόερα, Κωνσταντινούπολη, Πόλη της Ιστορίας, Αθήνα 2006, ISBN 960-442-233-2, σελ. 194-198 (ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ κ.ά)
  • Ιωάννης Α. Μελισσείδης, Η Επιβίωση, Οδοιπορικό σε χρόνους μετά την ΄Αλωση της Βασιλεύουσας (1453-1605 περίπου), σελ. 59-60, εκδ.1η, επιμ. Πουλχερία Ζαβολέα Μελισσείδη, Εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα 2010, ISBN 9608280079, (Regesta Imperii, ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ κ.ά.)
  • Θεοχάρης Μ. Προβατάκης, Η Βυζαντινή Κωνσταντινούπολη και ο Πατριαρχικός Οίκος, σελ. 160-161, Εκδόσεις Αρσενίδη, ISBN 9602530146 (Ελληνική Εθνική Βιβλιογραφία 1992, ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ κ.ά.)
  • Βασίλειος Θ. Σταυρίδης, Ο Συνοδικός Θεσμός εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, σελ.402-404 κ.ά., Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1986, (ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ - "Εύδοξος", ΕΚΠΑ Καταστάσεις Μαθημάτων/Συγγραμμάτων για το Ακαδημαϊκό ΄Ετος 2013/2014)

Διαβάστε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ken Dark και Ferudun Özgümüş, 'New Evidence for the Byzantine Church of the Holy Apostles from Fatih Camii, Istanbul', Oxford Journal of Archaeology, 21 (2002), 393-413
  • Glanville Downey, 'The Tombs of the Byzantine Emperors in the Church of the Holy Apostles in Constantinople', Journal of Hellenic Studies, 79 (1959), pp. 27–51
  • Ann Wharton Epstein, 'The Rebuilding and Decoration of the Holy Apostles in Constantinople: A Reconsideration', Greek, Roman and Byzantine Studies, 23 (1982), 79-92
  • Jonathan Harris, Constantinople: Capital of Byzantium (Hambledon/Continuum, 2007). ISBN 978-1-84725-179-4

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]