Απελλής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Formella 18, apelle o la pittura, nino pisano, 1334-1336 dettaglio 01.JPG

O Απελλής υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ζωγράφους της αρχαιότητας που άκμασε κατά την πρώιμη Ελληνιστική περίοδο. Οι αρχαίες πηγές αναφέρουν πως καταγόταν από την Κω[1] ή την Έφεσο[2] ωστόσο θεωρείται πιθανότερο πως γεννήθηκε στην αρχαία ιωνική πόλη Κολοφώνα[3], βόρεια της Εφέσου. Οι περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του αντλούνται από το 35ο βιβλίο της Φυσικής Ιστορίας (Naturalis Historia) του Πλίνιου του Πρεσβύτερου (23-79 μ.Χ.), σύμφωνα με τον οποίο, ο Απελλής βρέθηκε στην ακμή του κατά την περίοδο της 112ης Ολυμπιάδας (332-329 π.Χ.). Η συνεργασία του με τον Πτολεμαίο Α' της Αιγύπτου υποδηλώνει πως υπήρξε ενεργός τουλάχιστον μέχρι το 305 π.Χ., όταν ο Πτολεμαίος ανακηρύχθηκε βασιλιάς.

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Giovanni Battista Tiepolo, O Μέγας Αλέξανδρος και η Καμπάσπη στο εργαστήριο του Απελλή, π. 1740, λάδι σε μουσαμά, 54x74 εκ., Μουσείο Getty. Σύμφωνα με τον Πλίνιο, ο Μέγας Αλέξανδρος ζήτησε από τον Απελλή να φιλοτεχνήσει ένα πορτρέτο της παλλακίδας Καμπάσπης και εκείνος την ερωτεύτηκε. Ο πίνακας εντυπωσίασε τόσο τον Αλέξανδρο ώστε αργότερα την παραχώρησε ως δώρο στο ζωγράφο.

Ο Απελλής υπήρξε αρχικά μαθητής του Εφόρου του Εφέσιου και αργότερα του Παμφίλου από τη Σικυώνα, αν και σύμφωνα με τον Πλούταρχο διέθετε ήδη σημαντική φήμη πριν φοιτήσει στη Σικυώνια σχολή[4]. Εκεί ανέλαβε μαζί με το Μελάνθιο μία σημαντική παραγγελία, για τoν τύραννο Αρίστρατο. Εργάστηκε ως ζωγράφος στο περιβάλλον του Φιλίππου Β' και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, φιλοτεχνώντας αρκετές προσωπογραφίες τους. Όπως αναφέρει ο Πλίνιος, ο Μέγας Αλέξανδρος εκτιμούσε ιδιαίτερα τις ικανότητες του, τόσο ώστε να είναι ο μοναδικός ζωγράφος που επιτρεπόταν να φιλοτεχνεί πορτρέτα του[5]. Παρά το γεγονός πως δε διασώζεται κανένα έργο του, αρκετές πληροφορίες για παραγγελίες που ανέλαβε στη διάρκεια της σταδιοδρομίας του και πίνακες που φιλοτέχνησε, αντλούνται από ιστορικές πηγές. Η Αναδυόμενη Αφροδίτη συγκαταλέγεται στις κορυφαίες δημιουργίες του, για την οποία πιθανώς χρησιμοποίησε ως μοντέλο την παλλακίδα του Μεγάλου Αλεξάνδρου Πανκάσπη (γνωστή και ως Καμπάσπη)[6] ή την ερωμένη του Πραξιτέλη, Φρύνη[7]. Το έργο μεταφέρθηκε στη Ρώμη όπου αφιερώθηκε από τον Οκταβιανό Αύγουστο στο ναό του Ιούλιου Καίσαρα, ωστόσο αργότερα καταστράφηκε, ενώ κατά την περίοδο της αυτοκρατορίας του Νέρωνα ο Δωρόθεος φιλοτέχνησε ένα αντίγραφό του. Ο Απελλής είχε ξεκινήσει να φιλοτεχνεί μία δεύτερη εκδοχή του ίδιου θέματος, ωστόσο έμεινε ημιτελής εξαιτίας του θανάτου του[8].

Φημισμένο έργο του είναι επίσης η ΣυκοφαντίαΔιαβολή), για το οποίο αντλούμε πληροφορίες από την πραγματεία τού Λουκιανού Περὶ τοῦ μὴ ῥᾳδίως πιστεύειν διαβολῆ. Αφορμή για την ολοκλήρωση του αλληγορικού αυτού έργου υπήρξε, κατά τον Λουκιανό, ο φθόνος του Αντίφιλου, ο οποίος διέβαλε τον Απελλή στον Πτολεμαίο Α', διαρέοντας μία συκοφαντία περί συμμετοχής του σε δολοπλοκία με στόχο την ανατροπή του βασιλιά. Η σύνθεση απεικόνιζε τη Συκοφαντία ως μία όμορφη γυναικεία μορφή, κρατώντας μία καιόμενη δάδα στο αριστερό της χέρι και πλησιάζοντας έναν άνδρα με υπερμεγέθη αυτιά, περιτριγυρισμένο από την Άγνοια και την Υπόληψη, με οδηγό έναν άνδρα που συμβόλιζε το Φθόνο. Τη Συκοφαντία πλαισίωναν δύο ακόμα γυναικείες μορφές, η Επιβουλή και η Απάτη, ενώ από πίσω τους ακολουθούσε η δακρυσμένη Μετάνοια που ανέμενε την έλευση της Αλήθειας[9]. H περιγραφή του έργου, όπως δίνεται από τον Λουκιανό, ενέπνευσε τον Σάντρο Μποτιτσέλι για τη δημιουργία του αλληγορικού πίνακα Η Συκοφαντία του Απελλή (1494/95, Ουφίτσι). Στις πιο γνωστές συνθέσεις τού Απελλή περιλαμβάνεται επίσης μία προσωπογραφία του μονόφθαλμου βασιλιά Αντίγονου, την οποία φιλοτέχνησε απεικονίζοντας μόνο τα τρία τέταρτα τού προσώπου του – κατά τον Πλίνιο υπήρξε ο πρώτος που απεικόνισε με τέτοιο τρόπο μία προσωπογραφία[10] – ώστε να μη διακρίνεται η ιδιαιτερότητά του.

Σάντρο Μποτιτσέλι, Η Συκοφαντία του Απελλή, π. 1495, Πινακοθήκη Ουφίτσι. Έργο βασισμένο σε περιγραφή έργου του Απελλή, όπως αυτή δίνεται από τον Λουκιανό.

Σχετικά με τις ικανότητές του στη ζωγραφική, ο Πλίνιος υποστήριξε πως ο Απελλής υπήρξε ανώτερος από τους ζωγράφους που διαδέχτηκε και από εκείνους που υπήρξαν συνεχιστές του. Ανέφερε χαρακτηριστικά πως οι προσωπογραφίες του ήταν τόσο αληθοφανείς, ώστε ένας μετωποσκόπος μπορούσε να προβλέψει την ηλικία του εικονιζόμενου προσώπου, καθώς και να πραγματοποιήσει προβλέψεις για το μέλλον του[11]. Κατά τον Κοϊντιλιανό, ο Απελλής διακρίθηκε στην «ευφυΐα και τη χάρη»[12], ενώ οι περισσότερες ιστορικές πηγές σχολιάζουν την τεχνική του αναφερόμενες στην κομψότητα και στην οικονομία των έργων του, επισημαίνοντας την ικανότητά του να εγκαταλείπει έναν πίνακα την κατάλληλη χρονική στιγμή, χωρίς να υπερβάλει με την προσθήκη περιττών λεπτομερειών. Χρησιμοποιούσε κυρίως τέσσερα χρώματα (μαύρο, λευκό, κίτρινο και κόκκινο) σχεδιάζοντας με απλές γραμμές. Αναφέρεται επίσης ως καινοτόμος στον τομέα της τεχνικής, έχοντας επινοήσει μία ειδική μέθοδο προετοιμασίας του attramentum, όπως αποκαλείται από τον Πλίνιο, από ελεφαντόδοντο[13]. Η χρήση του βοηθούσε στη διατήρηση και προστασία των έργων, ενώ παράλληλα επιδρούσε πιθανώς και στην άμβλυνση των χρωμάτων.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Πλίνιος, Φυσική Ιστορία, XXXV.79
  2. Στράβων, Γεωγραφία XIV.i.25
  3. Σούδα, Απελλής
  4. Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Άρατος, 13
  5. Πλίνιος, Φυσική Ιστορία, XXXV.85
  6. ό.π., XXXV.86,91
  7. Αθηναίος, Δειπνοσοφιστές, 13.90[1]
  8. ό.π., XXXV.92
  9. Βλ. Λουκιανός, Περὶ τοῦ μὴ ῥᾳδίως πιστεύειν διαβολῆ
  10. Πλίνιος, Φυσική Ιστορία, XXXV.90
  11. ό.π., XXXV.88
  12. Marcus Fabius Quintilianus, Institutio oratoria XII.x.6. Βλ. επίσης Quintilian. Institutes of Oratory, 12.10.6, Ed. Lee Honeycutt. Trans. John Selby Watson. 2006. Iowa State U.
  13. Pliny the Elder, The Natural History, 35.25

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]