Αρχιεπίσκοπος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τμήμα μιας σειράς λημμάτων
Βαθμοί Ιεροσύνης της Ορθόδοξης Εκκλησίας
Επίσκοπος
Πρεσβύτερος
Διάκονος

Αρχιεπίσκοπος είναι θρησκευτικός τίτλος με τον οποίο ονομάζεται ο πρώτος κατά ιεραρχική τάξη Επίσκοπος ή ο Προϊστάμενος Επισκόπων.

Μέχρι της Α' Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας (325) δεν υπάρχει κανένα έγγραφο ή άλλο στοιχείο που να μαρτυρά περί της χρήσεως του όρου. Κατά τη Δυτική παράδοση όταν ο επίσκοπος Ρώμης Δαμάστιος Α’ (366-384) επιχειρούσε τη κατήχηση ενός αλλόθρησκου εκείνος του απάντησε: «Κάνε με Αρχιεπίσκοπο και τότε γίνομαι χριστιανός» εξ αυτού συνάγεται ότι τον 4ο αι. ήταν ήδη γνωστός ο όρος. Η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος - Χαλκηδόνα (451) αποκάλεσε τον επίσκοπο Ρώμης Λέοντα Α’ «Οικουμενικό Αρχιεπίσκοπο και Πατριάρχη» επειδή με νόμο του Ουαλεντινιανού Γ’ το 445 έθεσε όλους τους επισκόπους του Δυτικού Κράτους υπό τον έλεγχο εκείνου της Ρώμης. Εντούτοις, ακόμη και κατά τον 4ο αιώνα, ο όρος «μητροπολίτης» χρησιμοποιούνταν αδιακρίτως για όλα τα αξιώματα υπεράνω του απλού επισκόπου. Το ίδιο ισχύει για τον όρο «αρχιεπίσκοπος» ο οποίος δεν εμφανίζεται με την σημερινή έννοια πριν από τον 6ο αιώνα, μολονότι το αξίωμα του αρχιεπισκόπου ή μητροπολίτη με την αυστηρότερη σημασία —για να υποδηλώσει ιεραρχικό βαθμό ανώτερο του κοινού επισκόπου αλλά κατώτερο του πριμάτου και του πατριάρχη— ουσιαστικά ταυτίζονταν τον 5ο αιώνα όπως συμβαίνει και σήμερα.[1]

Αλλά και ο Μέγας Αθανάσιος (ένα αιώνα πριν) αποκαλεί Αρχιεπίσκοπο τον προκάτοχό του στο θρόνο της Αλεξάνδρειας, Αλέξανδρο (Β’ Απολογητικός κατ΄ Αρειανών). Αργότερα ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός αποκαλεί Αρχιεπίσκοπο τον Αθανάσιο. Αλλά από τις αρχές του 5ου αι. Αρχιεπίσκοποι καλούνται όλοι οι Προκαθήμενοι των τότε Πατριαρχείων. Τελικά στην ανατολική εκκλησία ο όρος έχει διττή σημασία α) την ανεξαρτησία των Μητροπολιτών από τον διοικητικά αρμόδιο Πατριάρχη (π.χ. Εφέσου, Θεσσαλονίκης, Ηράκλειας της Θράκης, Καισαρείας, Καππαδοκίας, Αχρίδας κ.ά.) και β) η κατώτερη με ή χωρίς τον προσδιορισμό «λιτός» ή «αυτοκέφαλος» στην ανεξαρτησία απλών επισκόπων. Έτσι διακρίνονται Επίσκοποι «ανώτεροι» στη τιμή από Μητροπολίτες και «κατώτεροι» στη τιμή από Μητροπολίτες. Από τους πρώτους προέκυψαν οι Αρχιεπίσκοποι των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών, από δε τους δεύτερους η τιμητική διάκριση ορισμένων Μητροπολιτών.

Ο πρώτος μεταξύ των εκκλησιαστικών συγγραφέων που ασχολήθηκε με την ιεραρχία των εκκλησιαστικών αξιωμάτων ήταν ο Ισίδωρος ο Σεβίλλης ( 560-636) που θεωρούσε (τότε) 4 ανώτερες τάξεις διοικήσεως της Εκκλησίας τον Πατριάρχη, τον Αρχιεπίσκοπο, τον Μητροπολίτη και τον Επίσκοπο και ορίζοντας ότι ο Αρχιεπίσκοπος προΐσταται των Μητροπολιτών.

Γενικότερης σημασίας όμως τυγχάνει το γεγονός ότι δια του Τίτλου και του Αξιώματος του Αρχιεπισκόπου τιμώνται οι Προκαθήμενοι των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών π.χ. Ελλάδος και Κύπρου. Ειδικότερα στην Ελλάδα ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας, αναγνωρίστηκε από τον Βασιλέα Όθωνα Α' το 1852, έφερε τον τίτλο «Μητροπολίτης Αθηνών» μέχρι το 1923. Η Μετονομασία εις «Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος» χρονολογείται από το 1923 που δημοσιεύτηκε στη «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως» της 31 Δεκεμβρίου ως Απόφαση της Επανάστασης ο καταρτισθείς «Καταστατικός Νόμος της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος. (κεφ.Ε αρθρ.16-18). Χρονολογικά πρώτος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Προκαθήμενος της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος χρημάτισε ο Χρυσόστομος Α' (1923-1938), και μετ΄ αυτόν οι Χρύσανθος (1938-1941), Δαμασκηνός (1941-1949), Σπυρίδων (1949-1956, Δωρόθεος (1956-1957), Θεόκλητος (1957-1962), Ιάκωβος (1962-1962),Χρυσόστομος Β’ (1962-1967), Ιερώνυμος (1967-1973), Σεραφείμ (1974-1998) και ο Χριστόδουλος (1998-2008).

Σήμερα εθιμοτυπικά Αρχιεπίσκοπος καλείται και ο κάθε Μητροπολίτης μόνο εντός της Έδρας αυτού.

Στη Δύση ο τίτλος αυτός υπέστη πολλές εξελίξεις σήμερα είναι συνώνυμος του Μητροπολίτη. Σημαντικότερες Αρχιεπισκοπές της Δύσης ήταν της Ραβέννας, Ακυληΐας, Μεδιολάνων, Αρβορέας (Σαρδηνίας) κ.α. Πολλοί δε μεταξύ των δυτικών Αρχιεπισκόπων φέρουν τον επίσης τίτλο του "Πριμάτου". Ο Αρχιεπίσκοπος της Λυών φέρει το τίτλο: "Πριμάτος των της "Γαλατίας", ενώ ο της Ρουέν: "Πριμάτος της Νορμανδίας".

Στην Αγγλικανική Εκκλησία σημαντική θέση κατέχουν ο Αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρι και ο Αρχιεπίσκοπος της Υόρκης τιμώμενοι με ιδιαίτερα προνόμια. Συγκεκριμένα ο Αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρι παρέχει το χρίσμα της Βασιλικής εξουσίας εις τους νέους Άνακτες του Αγγλικού Βασιλικού Στέμματος, προβαδίζει κατά το Βυζαντινό πρωτόκολλο αμέσως μετά τη Βασιλική Οικογένεια όλων των ανωτάτων αξιωματούχων του Βασιλείου θεωρούμενος ο 1ος μεταξύ των Λόρδων του Βασιλέως. Ο Αρχιεπίσκοπος Υόρκης προβαδίζει αμέσως μετά τους Δούκες τους μη προερχομένους εκ Βασιλικού αίματος και προηγείται των μεγίστων (μεγιστάνων) του Κράτους εκτός του Λόρδου Καγκελάριου.

Αρχιεπισκοπή ονομάζεται η έδρα ή και το οίκημα του Αρχιεπισκόπου αλλά και το σύνολο των υπηρεσιών που επικουρούν το έργο του καθώς και η περιφέρεια στην οποία εκτείνεται η δικαιοδοσία του.

Το αξίωμα και η διάρκεια της θητείας του Αρχιεπισκόπου καλείται Αρχιεπισκοπία (καθ. Αρχιεπισκοπεία).

Προσαγορεύσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Αρχιεπίσκοποι των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών προσαγορεύονται "Μακαριώτατος".

Οι Αρχιεπίσκοποι μη Αρχηγοί Εκκλησιών προσαγορεύονται "Σεβασμιώτατος", ομοίως και οι επαρχιούχοι Μητροπολίτες.

Εξαίρεση: κατά ιστορικό προνόμιο ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης μόνο εντός των ορίων της επαρχίας του "Παναγιώτατος".

Οι Μητροπολίτες της Κύπρου "Πανιερώτατος", όπως και οι τιτουλάριοι Μητροπολίτες γενικώς.

Οι Επίσκοποι γενικώς "Θεοφιλέστατος".

Υποσημείωσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Καθολική Εγκυκλοπαίδεια, λήμμα «αρχιεπίσκοπος», στον ιστότοπο newadvent.org (αγγλικά).