Νήφων Β΄

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Νήφων Β΄ ήταν Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης τα έτη 1486-1488 και 1497-1498.

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καταγόταν από τη Μεσσηνία και το κοσμικό του όνομα ήταν Νικόλαος. Ακολούθησε κάποιον μοναχό Αντώνιο και εκάρη μοναχός στη Μονή της «Παναγίας Πολεμάρχας», σε μια ερημική ακρογιαλιά μεταξύ Παλαιάς και Νέας Επιδαύρου, παίρνοντας το όνομα Νήφων. Ασχολήθηκε με την καλλιγραφία και την αντιγραφή χειρογράφων. Ακολούθησε κατόπιν έναν μοναχό Ζαχαρία, πνευματικό του Σκεντέρμπεη και εγκαταστάθηκε στην Μονή της Θεοτόκου στην Αχρίδα. Όταν ο Ζαχαρίας εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αχρίδας, ο Νήφων μετέβη στο Άγιο Όρος, όπου επισκέφτηκε διαδοχικά τις μονές Βατοπεδίου, Παντοκράτορος, Μεγίστης Λαύρας και Διονυσίου. Εκεί χειροτονήθηκε διάκονος και κατόπιν ιερέας. Ήταν πολύ ταπεινός και ήταν αγαπητός για τη σοφία και τη γλυκύτητά του.

Η πρώτη του εκλογή στον Οικουμενικό θρόνο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1482, μετά το θάνατο του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Παρθενίου, εξελέγη χωρίς τη θέλησή του διάδοχός του και στα τέλη του 1486 κλήθηκε στον Οικουμενικό Θρόνο. Ως Πατριάρχης ο Νήφων επιδόθηκε με ζήλο στην διόρθωση των κακώς κειμένων και τον έλεγχο των καταχρήσεων του κλήρου. Μετά από δεκαοκτώ μήνες ξέσπασε σκάνδαλο, το οποίο οδήγησε στην απομάκρυνσή του. Συγκεκριμένα, ο Πατριάρχης Συμεών άφησε μετά το θάνατό του μεγάλη περιουσία, για την οποία όμως έπρεπε το Πατριαρχείο να πληρώσει μεγάλη φορολογία. Για να αποφευχθεί αυτό, εμφάνισαν ανιψιό του κληρονομούμενου Πατριάρχη ως νόμιμο κληρονόμο. Αυτό όμως δεν αποδείχτηκε και μόλις πληροφορήθηκε ο Σουλτάνος Βαγιαζήτ Β΄ τα γενόμενα, δήμευσε την περιουσία του Συμεών και δίωξε τους ενεχόμενους στο σκάνδαλο κληρικούς και καθαίρεσε τον Πατριάρχη Νήφωνα. Ο Νήφων με θέσπισμα του σουλτάνου Βαϊαζίτ Β’ εξώσθηκε του θρόνου και εξορίστηκε σε κάποια νησίδα του Εύξεινου Πόντου αντίκρυ της Σωζόπολης. Στο θρόνο ανέβηκε πάλι ο Διονύσιος Α΄.

Επανεκλογή εκ νέου αποβολή και καταδίκη σε ισόβια δεσμά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επανήλθε με αναζήτηση της Συνόδου και ανέλαβε τον Πατριαρχικό θρόνο, υπέπεσε όμως σε δυσμένεια του σουλτάνου και εξεβλήθη το 1490, καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά και εξορίστηκε στην Αδριανούπολη. Μεγάλη ήταν η φήμη του ποιμένα. Αναφέρεται ότι ο ηγεμόνας της Βλαχίας Ράδουλος Α’ ο Μέγας διερχόμενος από Αδριανούπολη φιλοδώρησε τους φύλακες για να τον αφήσουν να δει τον φυλακισμένο Πατριάρχη και μπαίνοντας στην ειρκτή προσκύνησε.

Στην Κωνσταντινούπολη φτάνοντας ο Ράδουλος κατόρθωσε και έλαβε άδεια αποφυλάκισης και μετακίνησης του Νήφωνα στην Βλαχία. Φτάνοντας στην Βλαχία ο Νήφων συγκρότησε συνέλευση από κληρικούς και λαϊκούς και χειροτόνησε τους δύο επισκόπους Ριμνίκου και Μπουζαίου. Βοήθησε τον ηγεμόνα να διαθέσει τα ηγεμονικά αξιώματα όπως έκαναν και οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου, ονομάζοντας τους τίτλους του Σπαθάρη, Βεσιάρη, Λογοθέτη, κλπ.

Δεν θέλησε να αναγνωρίσει παράνομο συνοικέσιο της αδελφής του ηγεμόνα και γιαυτό υπέπεσε στην δυσμένεια του. Επιπληχθείς από του Ραδούλου και απειληθείς έτρεξε στην εκκλησία, συγκέντρωσε τον λαό και έβγαλε λόγο, και αφού αφόρισε τον γαμπρό, και προφήτεψε δυστυχήματα, έβγαλε την πατριαρχική στολή, την ακούμπησε στην αγία τράπεζα και βγήκε από την εκκλησία. Ο ηγεμόνας μαθαίνοντας τα γενόμενα διέταξε να μην τον τιμάει κανείς καν να τον αποφεύγουν όλοι μη δίνοντάς του ούτε φαΐ ούτε νερό και απείλησε τους παραβάτες με θάνατο.

Η επιστροφή μετά τιμών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Νήφων κατέφυγε σε έρημη καλύβα και υπέμενε την άδικη καταδίκη του με χριστιανική καρτεροθυμία. Ο Ράδουλος για να αποφύγει την κατακραυγή του λαού προσπάθησε να εξευμενίσει τον γέροντα και με κολακευτικά λόγια, υποσχέσεις και δώρα τον παρακάλεσε να συγχωρήσει τον γαμπρό του, του οποίου το συνοικέσιο στο μεταξύ είχε αναγνωρίσει η μεγάλη εκκλησία. Ο Νήφων αρνήθηκε ανένδοτα τα πάντα, και αποχώρησε για την Μακεδονία παίρνοντας μαζί του και δύο μαθητές του. Στην Μακεδονία πέρασε από όλες τις κωμοπόλεις και έκανε αποστολικό κήρυγμα. Φτάνοντας στο Άγιο Όρος παρουσιάστηκε αγνώριστος στους μοναχούς του Αγίου Διονυσίου, που αρχικά τον διόρισαν επιστάτη των ζώων της μονής, μέχρι που τελικά τον αναγνώρισαν και του επανέδωσαν τις τιμές του.

Μετά την αναχώρηση του Νήφωνα, ξηρασία και λιμός ξέσπασε στην Βλαχία. Ο Ράδουλος που αρρώστησε από λέπρα φοβερή πίστεψε ότι αυτά συμβαίνουν επειδή φέρθηκε άπρεπα στον Νήφωνα και έστειλε ανθρώπους να τον βρουν.

Το τέλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Του προτάθηκε να αναλάβει για τρίτη φορά Πατριάρχης, το 1502, αλλά αρνήθηκε και αποσύρθηκε στη Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους, όπου και απεβίωσε στις 3 Σεπτεμβρίου του 1508. Αμέσως μετά το θάνατό του τιμήθηκε ως άγιος σε πολλές περιοχές και η Ορθόδοξη Εκκλησία τον κατέταξε στο Αγιολόγιό της μόλις εννέα έτη αργότερα, το 1517, ορίζοντας να τιμάται η μνήμη του στις 11 Αυγούστου. Το λείψανό του φυλάγεται σε λάρνακα στη Μονή Διονυσίου, στην οποία υπάρχει και παρεκκλήσιο στο όνομά του.

Μαθητές του υπήρξαν ο ιερομάρτυρας Ιάκωβος ο εκ Καστορίας που μαρτύρησε το 1520, ο όσιος Μακάριος που μαρτύρησε το 1527, και ο Ιωάσαφ που μαρτύρησε το 1536.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


τίτλοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας
Προκάτοχος
Συμεών Α΄
Οικουμενικός Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης
1486-1488 (1η θητεία)
Διάδοχος
Διονύσιος Α΄
Προκάτοχος
Μάξιμος Δ΄
Οικουμενικός Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης
1497-1498 (2η θητεία)
Διάδοχος
Ιωακείμ Α΄
Προκάτοχος
Ιωακείμ Α΄
Οικουμενικός Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης
1502 (3η θητεία)
Διάδοχος
Παχώμιος Α΄