Διάκονος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο όρος διάκονος σημαίνει κατά βάση «υπηρέτης». Στην ορολογία των χριστιανικών εκκλησιών μπορεί να σημαίνει είτε γενικότερα τον χριστιανό ως υπηρέτη του Θεού είτε ειδικότερα εκκλησιαστικό αξίωμα.

Στην Παλαιά Διαθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχει κοσμική σημασία αναφερόμενο στον υπηρέτη του βασιλέως. Στο βιβλίο των Παροιμιών, δηλώνει τον υπηρέτη των σοφών[1].

Στον Ιώσηπο για πρώτη φορά υπάρχει η σύνδεση με το Θεό, του διακόνου.

Στην Καινή Διαθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Καινή Διαθήκη χρησιμοποιείται ο όρος με διάφορες έννοιες όπως, υπηρέτης, διάκονος του βασιλιά, διάκονος του Ευαγγελίου, διάκονος της Εκκλησίας, διάκονος της Καινής Διαθήκης, του Θεού, του Χριστού, της δικαιοσύνης, του σατανά, του Κυρίου.

Οι ασκούντες το ομώνυμο εκκλησιαστικό λειτούργημα είναι οι Επίσκοποι και οι Πρεσβύτεροι ως λειτουργοί της Εκκλησίας, κι έτσι, δηλαδή διάκονοι, προσφωνούνται από τον Παύλο και στις Αποστολικές Διαταγές. Ως βαθμός ιερωσύνης αναφέρεται ο διάκονος στην Α' Επιστολή προς Τιμόθεο και στην Επιστολή προς Φιλιππησίους[2] Όσον αφορά τις Πράξεις των Αποστόλων η εκλογή των επτά διακόνων δεν δηλώνει τον ιερατικό βαθμό, αλλά την υπηρεσία προς τους πτωχούς, αξίωμα εκκλησιαστικό. Παράλληλα κήρυτταν το Ευαγγέλιο, όπως βλέπουμε με τους Στέφανο και Φίλιππο. Στις ευχές της χειροτονίας του διακόνου από τις Αποστολικές Διαταγές μέχρι τους βυζαντινούς χρόνους γίνεται αυτή η συσχέτιση με τους επτά διακόνους ή τον Στέφανο , όμως πιο πολύ για να τονισθεί η διακονία και το έργο της διακονίας παρά ο ιερατικός βαθμός. [3] Ιερατικό χαρακτήρα απέκτησε από την εποχή των Αποστόλων, όπως βλέπουμε τουλάχιστον στην Α' Επιστολή προς Τιμόθεο[4]

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τμήμα μιας σειράς λημμάτων
Βαθμοί Ιεροσύνης της Ορθόδοξης Εκκλησίας
Επίσκοπος
Πρεσβύτερος
Διάκονος
Oρθόδοξος διάκονος

Διάκονος, (κοινώς Διάκος), στην Ορθόδοξη, αλλά και σε άλλες Εκκλησίες, είναι ο κληρικός που φέρει τον πρώτο βαθμό της ιεροσύνης.

Διάκονοι με ιερατικό βαθμό αναφέρονται από τους Ιγνάτιο Αντιοχείας, Πολύκαρπο Σμύρνης, Κλήμεντα τον Αλεξανδρέα, Κυπριανό, Ιππολυτο, Μέγα Αθανάσιο κ.λ.π. Πολλοί εξ αυτών συμμετείχαν και στις εργασίες τοπικών και Οικουμενικών συνόδων.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Παρ.10,4
  2. Α΄Τιμ.3,8,12 και Φιλιπ.,1,1 αντίστοιχα.
  3. Πρωτοπρεσβύτερου Δήμητριου Βακάρου, Η ιερωσύνη στην εκκλησιαστική γραμματεία των πέντε πρώτων αιώνων, Θεσσ/ίκη 1986, σελ. 170-171, 179-180
  4. Πρωτοπρεσβύτερου Δήμητριου Βακάρου, Η ιερωσύνη στην εκκλησιαστική γραμματεία των πέντε πρώτων αιώνων, Θεσσ/ίκη 1986, σελ.181

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Πρωτοπρεσβύτερου Δήμητριου Βακάρου, Η ιερωσύνη στην εκκλησιαστική γραμματεία των πέντε πρώτων αιώνων, Θεσσ/ίκη 1986, σελ.169-171, 179-183, 250-263

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα: