Λογική
Για άλλες χρήσεις, δείτε: Λογική (αποσαφήνιση).
Στη φιλοσοφία, λογική (από το ελληνικό λόγος) είναι η ικανότητα ή η διαδικασία μέσω της οποίας οι άνθρωποι κάνουν σκέψεις, ιδιαίτερα αφηρημένους συλλογισμούς υψηλού επιπέδου, καθώς και ο κλάδος της επιστημολογίας ο οποίος ερευνά συστηματικά αυτή τη διαδικασία. Πολλοί διανοητές έχουν μελετήσει τη λογική, και οι διάφορες απόψεις σχετικά με τη φύση της μπορεί να μην είναι συμβατές μεταξύ τους.
Πιο συγκεκριμένα, η λογική αφορά τη συσχέτιση μεταξύ προτάσεων, και ειδικότερα καταφατικών ή αποφατικών[1] προτάσεων, μιας γλώσσας. Δηλαδή αφορά για παράδειγμα τον τρόπο με τον οποίο ένα σύνολο από προτάσεις Α1, Α2 ... Αi μπορεί να υποστηρίζουν μια άλλη πρόταση Β, ή αλλιώς τον τρόπο με τον οποίο η Β είναι αναγκαστική ή πιθανή συνέπεια των Α1, Α2 ... Αi.
Η λογική έχει επίσης οριστεί γενικότερα. Οι Τζωρτζ Λάκοφ (George Lakoff) και Μαρκ Τζόνσον (καθ.) (Mark Johnson), εξηγούν τη λογική και το εύρος της ως εξής:
- Η λογική δεν περιλαμβάνει μόνο την δυνατότητά μας για λογικό συλλογισμό, αλλά επίσης την ικανότητα που έχουμε να διεξάγουμε έρευνα, να λύνουμε προβλήματα, να εκτιμούμε, να κριτικάρουμε, να αποφασίζουμε για το πώς θα πράξουμε και να φτάνουμε σε μια κατανόηση του εαυτού μας, των άλλων ανθρώπων και του κόσμου. (Λάκοφ και Τζόνσον 1999, σελ. 3-4)
Πίνακας περιεχομένων |
Τυπική λογική και φιλοσοφική λογική [Επεξεργασία]
Η λογική ορίζεται μερικές φορές στενά ως η ικανότητα ή η διαδικασία εξαγωγής τυπικά λογικών συμπερασμάτων. Από τον Αριστοτέλη και μετά, τέτοιοι συλλογισμοί κατατάσσονται είτε στους παραγωγικούς συλλογισμούς (συνώνυμος είναι και ο όρος απαγωγικός συλλογισμός), δηλαδή συλλογισμούς «από το γενικό στο ειδικό» ή «από το όλον στο μέρος», είτε στους επαγωγικούς συλλογισμούς, δηλαδή συλλογισμούς «από το ειδικό στο γενικό» ή «από το μέρος στο όλον». Εξ αυτών, μόνο ο παραγωγικός συλλογισμός αποτελεί με την αυστηρή έννοια «λογικό συμπερασμό». Σημειώνεται ότι επαγωγικός συλλογισμός όταν εφαρμόζεται επί εμπειρικών προτάσεων διαφέρει από τη μαθηματική επαγωγή και γενικά την επαγωγή επί θεωρητικών εννοιών. Η επαγωγή στα μαθηματικά είναι επανάληψη (v φορές ή άπειρες φορές) παραγωγικών συλλογισμών, ούτως ώστε η μαθηματική επαγωγή αποτελεί με την αυστηρή μαθηματική έννοια αποδεικτικό συλλογισμό, ενώ επαγωγή επί εμπειρικών προτάσεων όχι (πχ «Ο ήλιος ανέτειλε, στο παρελθόν, κάθε πρωί» ως εμπειρική παρατήρηση δεν μας επιτρέπει να συμπεράνουμε αυστηρά παραγωγικά ότι θα ανατείλει και αύριο, άλλωστε δεν μπορεί να αποκλειστεί λογικά το οσοδήποτε μηδαμινό ενδεχόμενο αύριο ο ήλιος να ανατιναχτεί!).
Κατά τον 19ο αιώνα, ο Τσαρλς Πηρς (Charles Peirce), ένας Αμερικανός φιλόσοφος, πρόσθεσε μια τρίτη κατηγορία, τον υποθετικό-παραγωγικό συλλογισμό (abductive reasoning), με το οποίο εννοούσε «από την καλύτερη διαθέσιμη πληροφορία προς την βέλτιστη εξήγηση». Τυπικά (φορμαλιστικά) ο «υποθετικός-παραγωγικός συλλογισμός» του Peirce αντιστοιχεί στο λογικό σφάλμα της επιβεβαίωσης του επομένου. Παράδειγμα τέτοιου συλλογισμού είναι:
δοθείσες προτάσεις
«Όταν έχει βρέξει τότε το χώμα είναι βρεγμένο»
«το χώμα είναι βρεγμένο»
και συμπέρασμα
«(άρα) έβρεξε». Συμπέρασμα που γενικά μοιάζει έγκυρο, αυστηρά όμως όχι, αφού είναι σαφές ότι υπάρχουν κι άλλα ενδεχόμενα και το συμπέρασμα δεν προκύπτει αναγκαστικά (μπορεί το χώμα να είναι βρεγμένο επειδή κάποιος πότισε τα λουλούδια). Παρατηρήστε επίσης το συμπέρασμα αντιστρέφει τη «φορά» της αρχικά δοθείσας πρότασης (επιβεβαίωση του επομένου).
Αντίθετα ένας αυστηρά έγκυρος παραγωγικός συλλογισμός πάει ως εξής:
οι προκείμενες (δοθείσες προτάσεις που θεωρείται ή είναι γνωστό ότι είναι αληθείς)
«Όταν έχει βρέξει τότε το χώμα είναι βρεγμένο».
και
«Έχει βρέξει»
μας δίνουν το συμπέρασμα ότι άρα
«Το χώμα είναι βρεγμένο».
Η σύγχρονη χρήση του όρου «επαγωγική λογική» μερικές φορές περικλείει όλους τους μη-παραγωγικούς συλλογισμούς, συμπεριλαμβανομένων κι εκείνων που ο Πηρς αποκάλεσε «υποθετικούς-παραγωγικούς».
Σε κάθε περίπτωση αυτό που εξετάζεται συνήθως στη φιλοσοφία είναι η εγκυρότητα αυτών των συλλογισμών ως προς τη μορφή τους, το αν δηλαδή το συμπέρασμα του συλλογισμού δικαιολογείται από τις δοθείσες προτάσεις, ασχέτως του αν οι προτάσεις αυτές πράγματι αληθεύουν.
Όψεις της λογικής [Επεξεργασία]
Ορισμένοι διανοητές συλλαμβάνουν τη λογική ως ευρισκόμενη στον αντίποδα της αίσθησης, της αντίληψης, των συναισθημάτων και των επιθυμιών· άλλοι, όπως ο Ντέιβιντ Χιουμ και ο Σίγκμουντ Φρόιντ, βλέπουν τη λογική να υπηρετεί τις επιθυμίες και να αποτελεί το μέσον για να αποκτήσει κανείς αυτό που θέλει. Οι ορθολογιστές αντιλαμβάνονται τη λογική ως την ικανότητα μέσω της οποίας συλλαμβάνουμε διαισθητικά τις θεμελιώδεις αλήθειες. Αυτές οι θεμελιώδεις αλήθειες είναι οι αιτίες ή οι «λόγοι» που τα πράγματα υπάρχουν ή συμβαίνουν. Οι εμπειριστές αρνούνται την ύπαρξη μιας τέτοιας ικανότητας.
Για τον Ιμμάνουελ Καντ, η λογική (Vernunft, στο γερμανικό κείμενο του Καντ), είναι η δύναμη να συνθέτουμε σε μια ενότητα, μέσω νοητικών αρχών, τις έννοιες που μας παρέχει ο νους (Verstand). Τη λογική που μας παρέχουν οι a priori αρχές ή έμφυτες ιδέες, ο Καντ την αποκαλεί «Καθαρό Λόγο» (όπως π.χ. στο έργο του Κριτική του Καθαρού Λόγου), διακρίνοντάς την από τον «Πρακτικό Λόγο» που απασχολείται ειδικά με την εκτέλεση συγκεκριμένων ενεργειών.
Στη χριστιανική θεολογία, η λογική, που είναι διακριτή από την πίστη, είναι η εξάσκηση της ανθρώπινης διάνοιας επί του θρησκευτικού δόγματος, είτε με τη μορφή ανακάλυψης είτε με τη μορφή εξήγησης. Τα όρια εφαρμογής της λογικής έχουν προσδιοριστεί με διαφορετικό τρόπο από διαφορετικές εκκλησίες και σε διαφορετικές περιόδους της σκέψης: ως σύνολο, ο σύγχρονος χριστιανισμός, ιδιαίτερα στις προτεσταντικές εκκλησίες, τείνει να αποδώσει στη λογική ένα ευρύ πεδίο, απωθώντας, ωστόσο, στη σφαίρα της πίστης τις υπέρτατες υπερφυσικές θέσεις της θεολογίας.
Με αφορμή το έργο του Καρτέσιου, του Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς και του Τζορτζ Μπουλ, η λογική έγινε και αντικείμενο μελέτης των μαθηματικών (βλ. συμβολική λογική και μαθηματική λογική). Από εκεί προέκυψαν η θεωρία τυπικών γλωσσών και η θεωρία υπολογισιμότητας, με ποικιλία εφαρμογών στα μαθηματικά και στην επιστήμη υπολογιστών. Σήμερα θεωρείται πως η μαθηματική λογική αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες του οικοδομήματος των μαθηματικών.
Σημασία και κριτική της λογικής [Επεξεργασία]
Ανεξαρτήτως του πώς ορίζεται, η λογική έχει πολλάκις περιγραφεί ως ένα γνώρισμα αποκλειστικά ανθρώπινο, ως ειδοποιός δηλαδή διαφορά μεταξύ του ανθρώπου και των άλλων ζώων. Στις μέρες μας όμως, η ιδέα ότι η λογική αποτελεί ανεξάρτητη ιδιότητα του νου, ξεχωριστή από τα συναισθήματα, και ότι αποτελεί γνώρισμα αποκλειστικά των ανθρώπων, έχει υπονομευθεί από έναν αριθμό πηγών. Δείτε, για παράδειγμα, τις θεωρίες των Τζωρτζ Λάκοφ και Μαρκ Τζόνσον σχετικά με τον «ενσαρκωμένο νου», ή την κριτική του Τζον Ράλστον Σολ στη θέση που κατέχει η λογική στον δυτικό πολιτισμό από την Αναγέννηση κι έπειτα.
Αναφορές [Επεξεργασία]
- Τζωρτζ Λάκοφ (George Lakoff) και Μαρκ Τζόνσον (καθ.) (Mark Johnson), (1999): Philosophy In The Flesh. Basic Books.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι [Επεξεργασία]
- Reasoning Exercises a Mediawiki project
Σημειώσεις [Επεξεργασία]
- ↑ Καταφατικές ή αποφατικές προτάσεις είναι αυτές που κάνουν μια δήλωση για την κατάσταση των πραγμάτων, του κόσμου κλπ, όπως πχ η πρόταση «το μπαλόνι είναι κόκκινο». Λέγονται επίσης και δηλωτικές ή οριστικές προτάσεις (σε αντιστοιχία με την οριστική έγκλιση των ρημάτων). Άλλα είδη προτάσεων που δεν είναι καταφατικές (ή αποφατικές), όπως οι ερωτηματικές (ερώτηση), οι προστακτικές (προσταγή) και οι υποθετικές συνήθως θεωρείται ότι δεν είναι αντικείμενο της λογικής με τη στενή έννοια του όρου.