Μισέλ ντε Μονταίν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μισέλ Εϊκέμ ντε Μονταίν
Michel-eyquem-de-montaigne 1.jpg
Γέννηση 28 Φεβρουαρίου 1533
Σαιν Μισέλ ντε Μονταίν, Βασίλειο της Γαλλίας
Θάνατος 13 Σεπτεμβρίου 1592
Σαιν Μισέλ ντε Μονταίν, Βασίλειο της Γαλλίας
Περίοδος Αναγεννησιακή φιλοσοφία
Περιοχή Δυτική φιλοσοφία
Σχολή Αναγεννησιακός ουμανισμός
Κύρια Ενδιαφέροντα Ο άνθρωπος
Αξιοσημείωτες Ιδέες Το Δοκίμιο


Ο Μισέλ ντε Μονταίν (επίσης Μοντέν, Μονταίνι[1] και Μονταίνιος[2], γαλλ. Michel Eyquem de Montaigne, 28 Φεβρουαρίου 1533 - 13 Σεπτεμβρίου 1592) ήταν Γάλλος δοκιμιογράφος. Θεωρείται ο τελευταίος ουμανιστής της Αναγέννησης αλλά και θεμελιωτής ενός ιδιόμορφου σκεπτικισμού[3] επηρεασμένου από τον ακαδημαϊκό σκεπτικισμό του Πλάτωνα και του Πύρρωνα[4]. Η ιδιομορφία του σκεπτικισμού του έγκειται στη διδασκαλία της πιστιοκρατίας, σύμφωνα με την οποία οι θεμελιώδεις αλήθειες δεν είναι δυνατόν να αποδειχτούν μέσω του ορθολογισμού, αλλά είναι δυνατόν να τις συλλάβει κανείς μέσω της πίστης. Ο Μονταίν υποστήριξε την αδυναμία του λόγου να αποκαλύψει την αλήθεια, κάτι που γίνεται μόνο με τη χάρη του θεού[5].

Βίος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μονταίν γεννήθηκε κοντά στο Μπορντώ και υπήρξε γόνος εύπορης οικογένειας. Ο πατέρας του ήταν πλούσιος έμπορος και η μητέρα του απόγονος πλούσιας Ισπανοπορτογαλικής ιουδαϊκής οικογένειας από την Τουλούζ. Μετά από έξι χρόνια ανατροφής από υπηρέτες που του μιλούσαν μόνο Λατινικά, το 1539 ο Μονταίν στάλθηκε στο κολλέγιο της Γκυγιέν στο Μπορντώ, φημισμένο σχολείο της εποχής του. Οι εγκύκλιες σπουδές του συνεχίστηκαν στο πανεπιστήμιο της Τουλούζ, όπου ο νεαρός Μονταίν ξεκίνησε να μελετά Νομικά το 1546. Οκτώ χρόνια αργότερα, το 1554 έγινε σύμβουλος του κοινοβουλίου του Μπορντώ και άρχισε να ταξιδεύει συχνά στο Παρίσι, όπου ζούσε έντονα. Το 1565 νυμφεύτηκε την Φρανσουάζ ντε λα Σασσαίν (Francoise de la Chassaigne) κόρη ενός άλλου μέλους του κοινοβουλίου του Μπορντώ. Από τη θητεία του αυτή, δε θα του είχε μείνει καμία καλή ανάμνηση εάν δεν είχε εκεί την ευκαιρία να γνωρίσει και να συναναστραφεί το συνάδελφό του Λα Μποετί με τον οποίο τον συνέδεσε μια δυνατή και αμφιλεγόμενη φιλία. Ο Λα Μποετί άλλωστε είναι αυτός που θα τον μυήσει στον στωικισμό. Το 1569, ένα χρόνο μετά το θάνατο του πατέρα του -και κατόπιν δικής του παράκλησης- δημοσίευσε τη μετάφραση του Theologia naturalis του Ραϋμόνδου ντε Σεμπόντε[6].

To 1571, απογοητευμένος από τις κοινωνικές και κυρίως τις θρησκευτικές εντάσεις και διαμάχες στη Γαλλία της εποχής του αποσύρθηκε στο Σατώ ντε Μονταίν για να αφιερωθεί στη μελέτη και την ενατένιση, απόρροια της οποίας υπήρξε το Υπεράσπισις του Ραϋμόνδου Σεμπόντε. Το 1580 εξέδωσε τους δύο πρώτους τόμους των Δοκιμίων του και ταξίδεψε στο Παρίσι για να παρουσιάσει ένα αντίγραφό τους στον βασιλέα. Κατόπιν ξεκίνησε με αφορμή λόγους υγείας μια μακρά περιοδεία στη Γερμανία και την Ιταλία. Ένα χρόνο αργότερα, όντας στη Ρώμη, πληροφορήθηκε πως εκλέχτηκε δήμαρχος του Μπορντώ και έτσι αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Γαλλία. Το 1588 δημοσιεύθηκε η πλήρης έκδοση των δοκιμίων με την προσθήκη ενός τρίτου τόμου. Ο Μονταίν απεβίωσε στις 13 Σεπτεμβρίου του 1592 στο Σατώ ντε Μονταίν.

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βαθύς γνώστης της λατινικής γραμματείας ο Μονταίν είχε ως πρότυπά του τον Σενέκα, τον Κάτωνα και γνώριζε πολύ καλά τις μεταφράσεις του Σέξτου Εμπειρικού. Εμπνεύστηκε από αυτά τα πρότυπα και έγινε ιδιότυπος σκεπτικιστής[7] .

Ο σκεπτικισμός του Μονταίν ωστόσο, δε χαρακτηρίζεται από την άρνηση κάθε θεμελιακής γνώσης όπως συμβαίνει με τον σκεπτικισμό του Ρενέ Ντεκάρτ αργότερα[8], αλλά πηγάζει από ένα ζωντανό, διαρκώς εν εγρηγόρσει, ερευνητικό πνεύμα, το οποίο προσπαθεί να φωτίσει όλες τις παραμέτρους που καθορίζουν τη φύση και τη συμπεριφορά του ανθρώπου, όλα τα βιώματα που προέρχονται από την καθημερινή ζωή, από τις προσωπικές εμπειρίες και τα επακόλουθα «υποκειμενικά» συμπεράσματα[9]. Ο Μονταίν δεν έχει αμφιβολίες μόνο για τις βάσεις των διαφόρων απόψεων. Αμφιβάλλει και για τα δικά του συμπεράσματα, γεγονός που τον ώθησε στην πορεία της ζωής του να αλλάζει τις προγενέστερες απόψεις του. Αμφιβάλλοντας και αλλάζοντας πρωτεϊκά[ασαφές] τις διαμορφωμένες αντιλήψεις του αποφεύγει τον δογματισμό και ωθείται στην ελευθερία της σκέψης[10].

Επηρεασμένος από τις αρχές του ορθολογισμού ο Μονταίν κατέγραψε τις κριτικές παρατηρήσεις του και δημιούργησε ένα νέο λογοτεχνικό ύφος, ένα κράμα επιστημονικού και δημιουργικού πνεύματος, το δοκίμιο[11]. Τα δοκίμια που συνέγραψε σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, μεταβάλλονταν και εμπλουτίζονταν διαρκώς με νέες ιδέες και απόψεις, θεμέλιο των οποίων υπήρξε η κριτική του κόσμου στον οποίο έζησε[12]. Βέβαια, αντικείμενο της κριτικής του δεν είναι μόνο οι σύγχρονοί του, ή οι τάσεις της εποχής του, αλλά και ο ίδιος ο εαυτός του, «[..]ἐπανέρχομαι στις ἀτέλειές μου καί σταματάω σε αὐτές συχνότερα».

Ο Μονταίν αφιέρωσε τη ζωή του στην αναζήτηση της αλήθειας. Παρόλο που εμπνεύστηκε από τα πρότυπα του ουμανισμού, ωστόσο, μίλησε σαφώς για την ατέλεια του ανθρώπινου νου, κάτι που οι προκάτοχοί του ουμανιστές απέφυγαν να πράξουν. Το ουμανιστικό ιδανικό μιας πλήρους παιδείας στη συγκεκριμένη περίοδο φαινόταν ανέφικτο πλέον, ενώ παράλληλα είχε ατονήσει πλέον η ιδέα μιας αυστηρής και λόγιας προσήλωσης στην εξειδικευμένη γνώση[13]. Ο Μονταίν διασαφήνισε ότι η γνώση για τον κόσμο δε μπορεί να πηγάζει από καμιά εκ των προτέρων διδασκαλία, αλλά πρέπει να στηρίζεται στην προσωπική εμπειρία και κρίση. Αυτή είναι κατά τον φιλόσοφο και η μόνη εγγύηση για την εξαγωγή βέβαιων συμπερασμάτων[14]. Η αναζήτηση της αλήθειας γινόταν για τον Μονταίν μέσω της διαλογικής συζήτησης, άλλοτε με τον εαυτό του και άλλοτε με τους άλλους[15].

Στο έργο του Μονταίν υπάρχουν αναφορές στην κλασική γραμματεία, μέσω των οποίων διακρίνονται και οι επιρροές του[16] Επίσης, χρησιμοποίησε τα έργα των Σωκράτη, Αντισθένη, Πλάτωνα, Κικέρωνα[17] και άλλων, προκειμένου να τεκμηριώσει τις θέσεις του. Εν τούτοις ο Μονταίν δεν ταυτίζεται με τον κλασικισμό. Αντίθετα καυτηριάζει και επικρίνει ξεκάθαρα τόσο το ρεύμα του κλασικισμού όσο και του μπαρόκ[18]. Θεωρεί ότι η χρήση της γλώσσας όσο επιτηδευμένη και αν είναι, αν δεν οδηγεί σε νέα συμπεράσματα, είναι χωρίς περιεχόμενο και λόγο ύπαρξης[19].

Σημειώσεις - Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Σύμφωνα με τον Δρακονταειδή
  2. Βλ. επίσης Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ «Αντιστρεψιμότητα και όχι απλογράφηση» στο Το ΒΗΜΑ, 09/11/1997, B04 για τη μεταγραφή τέτοιων ονομάτων
  3. Στα Δοκίμιά του ιδιαίτερα στο «Περί της τέχνης της συζήτησης» αναφερόμενος στο είδος του σκεπτικισμού του λέγει τα εξής: «Η σκέψη μου έρχεται η ίδια σε τόσο συχνό αντίλογο με τον εαυτό της κι αυτοκαταδικάζεται...» Βλ Μονταίνι, 1985, «Περί της τέχνης της συζήτησης» (1588) στο Δοκίμια τομ. ΙΙΙ, μτφρ. Φ. Δρακονταειδής, Εστία, Αθήνα, 179,
  4. Βλ. Popkin, H. R., 13 και Benoit- Dusausoy, A. – Fontaine, G., 513.
  5. Πελεγρίνης, Θ., 1013-1014.
  6. Καταλανός θεολόγος, φιλόσοφος και καλλιτέχνης, + 29.4. 1436 στην Τουλούζη. Έργο του το Liber creaturarum sive de homine (Theologia naturalis). Βλ. σύντομη βιογραφία στο Kirchen Lexicon
  7. Φέρεται πως χάραξε στα δοκάρια της βιβλιοθήκης του τη φράση “Que sais-je?” -δηλαδή τι ξέρω;- χαρακτηριστική της φιλοσοφίας του.
  8. Βλ. Schneewind, J.B., 16.
  9. Schneewind, J.B., 17.
  10. Βλ. Benoit- Dusausoy, A. – Fontaine, G., 512-513.
  11. Βλ. Abrahms, M.H., 93.
  12. Βλ. Μονταίνι 1985, 175.
  13. Βλ. Βάρσος, Γ. 191.
  14. Βλ. Benoit- Dusausoy, A. – Fontaine, G., 514-515.
  15. «Ἡ πιο καρποφόρα και φυσική ἂσκηση τοῦ πνεύματός μας εἶναι, κατά τη γνώμη μου, ἡ συζήτηση» και συνεχίζει: «Ἡ μελέτη τῶν βιβλίων εἶναι μια δραστηριότητα ἂτονη κι ἀδύναμη, που δεν ἐξάπτει διόλου, ἐκεί ὂπου ἡ συζήτηση διδάσκει και ταυτόχρονα εξασκεῖ». Βλ. Μονταίνι 1985, 176.
  16. «Οἱ Ἀθηναίοι- κι οἱ Ρωμαῖοι ἐπίσης – εἶχαν περί πολλοῦ αὐτή την ἂσκηση στις ἀκαδημίες τους».
  17. Βλ. Μονταίνι 1985, 175-183.
  18. «Πάρτε ἓνα δάσκαλο τῶν ἀνθρωπιστικῶν μαθημάτων και συζητεῖστε μαζί του: και τί δεν μᾶς κάνει να αἰστανθοῦμε [ …] ἂς μην ταλαιπωρεῖ τά αὐτιά μας με ἀτόφιο κι ὠμο Ἀριστοτέλη […]. Με τό νά εἶναι πιό διαβασμένοι, δεν σημαίνει πώς εἷναι καί λιγότερο ἀδέξιοι» Βλ. ό.π. σελ 182.
  19. Στα δοκίμιά του στρέφεται συχνά κατά των κλασικιστών θεωρώντας τους κενούς και επηρμένους, με μοναδικό στόχο τους τον φτηνό εντυπωσιασμό και τη γοητεία γυναικών. Βλ. επίσης Μονταίνι 1985, 182.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Montaigne, M. de, Δοκίμια.
    • Μετάφρ. Θανάσης Νάκας. «Κάλβος», Αθήνα, 1979.
    • Εισαγωγή-Μετάφρ.-Σημειώσεις Φ. Δρακονταειδής. Τόμος Α΄, «Εγνατία», Θεσσαλονίκη 1980 (4η έκδ., «Εστία», Αθ. 2003). Τόμος Β΄, «Εστία», Αθ. 1983 (3η έκδ., «Εστία», Αθ. 1999). Τόμος Γ΄, «Εστία», Αθ. 1985 (4η έκδ., "Εστία", Αθ. 2005).
  • Abrahms, M.H. 2005, Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων, (μτφρ. Δεληβοριά Γιάννα Χατζηιωαννίδου Σοφία) Πατάκης, Αθήνα.
  • Βάρσος, Γ. 1999, Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας, τόμ. Α΄, Ε.Α.Π., Πάτρα.
  • Benoit- Dusausoy, A. – Fontaine, G. (επιμ.) 1999, Ευρωπαϊκά Γράμματα: Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας, τόμ. Β΄, Σόκολης, Αθήνα.
  • Πελεγρίνης, Θ. 2004, Λεξικό της Φιλοσοφίας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα.
  • Popkin, H. R., 1979, The History of Scepticism, from Erasmus to Spinoza, University of California Press, Berkeley California.
  • Schneewind, J.B. 2003, Moral Philosophy from Montaigne to Kant, Cambridge University Press, Cambridge.
  • Θεοδωροπούλου-Καλογήρου Έλενα, «Η εξύφανση του νοήματος στο Μονταίνιο. Η ανθρώπινη παρουσία της ιστορίας του νοήματος», Παρνασσός 31 (1989), 354-378
  • Στασινόπουλος, Μιχ, «Η ελληνομάθεια του Montaigne και τα μεταφραστικά του λάθη». Νέα Εστία 119 (1986), 705-709.
  • Νάκας, Θανάσης, «Ο Montaigne ως ουμανιστής και φιλόσοφος». Τομές 56 (1980), 21-42.
  • Αφιέρωμα: Μισέλ ντε Μονταίν. Διαβάζω 304 (1993), 51-80.
  • Νάκας, Θανάσης: O Montaigne και το δοκίμιο. Ο άνθρωπος και οι ιδέες. Η γέννηση και τα χαρακτηριστικά του είδους. Άλλα συναφή είδη, εκδ. «Κάλβος», Αθ. 1981.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα