Μαγεία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Κίρκη, γνωστότερη μάγισσα της μυθολογίας, προσφέροντας την κούπα με την οποία ελπίζει να δέσει με μάγια τον Οδυσσέα, όπως τη ζωγράφισε ο Τζον Γουότερχαουζ το 1891.

Με τον όρο μαγεία περιγράφονται οι τελετουργικές ή διανοητικές προσπάθειες για την πραγματοποίηση κάποιας ενέργειας πέραν των φυσικών δυνατοτήτων του ανθρώπου, με μέσο τη σκέψη, την επίκληση θεοτήτων ή πνευμάτων ή τη χρήση υπερφυσικών δυνάμεων. Οι άνθρωποι που ασχολούνται με την εφαρμογή τέτοιων διαδικασιών αποκαλούνται μάγοι/μάγισσες, αποκρυφιστές κλπ. Η μαγεία συνήθως διακρίνεται σε λευκή και μαύρη, με κριτήριο διαφοροποίησης τα κίνητρα πίσω από την επίκλησή της.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μαγεία είναι γνωστή από την προϊστορία ως προσπάθεια του ανθρώπου να υπερβεί τους περιορισμούς των υλικών του δυνάμεων με σκοπό να χειραγωγήσει την πραγματικότητα μέσω της πνευματικής οδού. Ως πτυχή της κοινωνικής και θρησκευτικής ζωής ανά τους αιώνες εκφράστηκε και συνυφάνθηκε μεταξύ άλλων με τον σαμανισμό, τον μυστικισμό, τη μαντεία, τον ζωροαστρισμό, τον ερμητισμό, την αστρολογία και την αλχημεία. Κατά τον Μεσαίωνα, η μαγεία διώχθηκε με την ποινή του θανάτου στον ρωμαιοκαθολικό και στον ισλαμικό κόσμο, ενώ μετά την Μεταρρύθμιση αυτή η πρακτική συνεχίστηκε και στις προτεσταντικές χώρες. Κατά τον Διαφωτισμό η μαγεία απομυθοποιήθηκε χάρη στην επιστήμη και έπαψε να θεωρείται απειλή ή μέθοδος αντιμετώπισης προβλημάτων από τους περισσότερους στις δυτικές κοινωνίες.

Τρόπος λειτουργίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μαγεία, τουλάχιστο με τη μορφή του σαμανισμού, εκτιμάται πως ήταν διαδεδομένη σχεδόν παντού σε προϊστορικές εποχές, ως το απλούστερο νοητικό πλαίσιο ερμηνείας, πρόβλεψης και χειραγώγησης του φυσικού κόσμου. Υπό μία άποψη, που την κρίνει εξωτερικά, αποτελεί την προβολή μίας έμφυτης ψυχολογικής ανάγκης για έλεγχο επί του περιβάλλοντος και ικανοποίηση των επιθυμιών, υπό συνθήκες έλλειψης επιστημονικής γνώσης για τη λειτουργία του φυσικού κόσμου. Η μαγεία προϋποθέτει πίστη σε μία αμφίδρομη συσχέτιση μεταξύ του εξωτερικού κόσμου και της εσωτερικής σκέψης[εκκρεμεί παραπομπή], ενώ βασίζεται στην «αρχή της συμπάθειας», δηλαδή την αντίληψη ότι το αποτέλεσμα μίας πράξης μοιάζει με την αιτία του και ότι παραμένει μία αιτιακή συσχέτιση ανάμεσα σε υλικά αντικείμενα τα οποία κάποτε εφάπτονταν, ακόμη και αν αυτά απομακρυνθούν μεταξύ τους.[σ 1] Η αρχή της συμπάθειας επιτρέπει την άσκηση μιμητικών τελετών, οι οποίες περιλαμβάνουν υλικά ή λεκτικά σύμβολα, με στόχο την πρόκληση αλλαγών στα αντικείμενα που αναπαριστώνται από τα σύμβολα αυτά. Η μαγεία είναι ένα μηχανιστικό και αιτιοκρατικό εννοιολογικό πλαίσιο το οποίο ωστόσο δεν περιλαμβάνει χρήση λογικών συνεπαγωγών και εμπειρικής παρατήρησης προκειμένου να ερμηνεύει τον κόσμο, δεν εμπεριέχει κάποιο κριτήριο διαψευσιμότητας των εννοιών του ώστε οι τελευταίες να αυτορρυθμίζονται και να αυτοβελτιώνονται, ενώ στηρίζεται πολύ στην αξιωματικά αποδεκτή αυθεντία της τοπικής κοινωνικής εννοιακής παράδοσης. Μέσω της μαγείας πολλαπλές διαφορετικές αιτιακές αλυσίδες γεγονότων μπορούν να συνδεθούν αυθαίρετα μεταξύ τους σε εννοιολογικό επίπεδο, ενώ συνήθως για την υποτιθέμενη επιτυχία μίας μαγικής πράξης απαιτείται η ακριβής τήρηση μίας τελετουργικής συνταγής. Ταυτόχρονα με τη μαγεία εμφανίστηκε και η μαντεία (π.χ. μέσω της αστρολογίας ή της νεκρομαντείας), η οποία επίσης αξιοποιούσε την αρχή της συμπάθειας προκειμένου να προβλέπει μελλοντικές καταστάσεις με βάση εμπειρικές παρατηρήσεις, η αιτιακή συσχέτιση των οποίων με το προβλεπόμενο γεγονός έχει τη ρίζα της σε μία παθητική εκδοχή συμπαθητικής μαγείας.

Σαμανισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχει διαπιστωθεί μία σαφής συσχέτιση της μαγείας με την προϊστορική θρησκεία στις πρωτόγονες ανθρώπινες φυλές θηρευτών-τροφοσυλλεκτών[εκκρεμεί παραπομπή]. Επρόκειτο για σαμάνους οι οποίοι αποσκοπούσαν στην τιθάσευση των φυσικών φαινομένων με τελετουργίες συμπαθητικής μαγείας ώστε να παράσχουν τροφή και ασφάλεια στη φυλή[εκκρεμεί παραπομπή]. Στη βάση του σαμανισμού ευρίσκεται η δυϊστική αντίληψη ότι ο κόσμος διαιρείται σε δύο αλληλεπιδρώντα επίπεδα τα οποία αποτελούνται από δύο διακριτές ουσίες: μία ορατή υλική και μία αόρατη πνευματική, με τη δεύτερη να αιτιολογεί παράξενες ή δυνάμει επικίνδυνες καταστάσεις όπως η ζωή, η νόηση, ο θάνατος, οι ασθένειες και τα φυσικά φαινόμενα. Ο σαμάνος επικοινωνεί με το κοσμικό επίπεδο / υπόσταση / χώρο / ουσία των πνευμάτων μέσω της μαγείας του με σκοπό να το ελέγξει, υπερβαίνοντας τους περιορισμούς της ύλης και της αιτιότητας. Στη σκέψη αυτών των πρωτόγονων ανθρώπων ο κόσμος κατακλυζόταν από καθαρά πνευματικά, αυτόβουλα πλάσματα, αόρατα με το γυμνό μάτι, τα οποία ενίοτε ενσαρκώνονταν σε υλικά σώματα ζωοδοτώντας τα κατ' αυτόν τον τρόπο (ανιμισμός). Ο χώρος των ατομικών νοητικών λειτουργιών, η ψυχή κάθε ανθρώπου όπου εδρεύει η νόηση και η συνείδηση, επίσης συσχετιζόταν με αυτόν τον υπερβατικό κόσμο των πνευμάτων. Προκειμένου να ερμηνευθεί θετικά το φαινόμενο του θανάτου εμφανίστηκε η αντίληψη ότι μεταθανάτια η ψυχή, ή ένα τμήμα της (το ατομικό πνεύμα), αποδεσμεύεται από το υλικό σώμα και συνεχίζει να ζει στο πνευματικό επίπεδο. Έτσι οι σαμάνοι, όχι σπάνια, επιχειρούσαν να χαλιναγωγήσουν τα πνεύματα των νεκρών προγόνων της φυλής για να τους βοηθήσουν στις μαγικές τελετουργίες τους. Ακόμα μία σταθερά της μαγικής τους πρακτικής ήταν ο εξευμενισμός των ζωικών θηραμάτων, τα οποία αποτελούσαν κεντρική πηγή τροφής, μέσω επίκλησης σε κάποιο πνεύμα το οποίο πίστευαν πως ήλεγχε τα ζώα και τα καθιστούσε «πρόθυμα» να «θυσιαστούν» για να παράσχουν φαγητό στους ανθρώπους.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Η «αρχή της συμπάθειας» επαληθεύεται στον μικρόκοσμο από το φαινόμενο της κβαντικής διεμπλοκής.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bronowski, Jacob: «Μαγεία, επιστήμη και πολιτισμός». Μετάφρ. Ζηνοβία Δρακοπούλου. Εποπτεία 90 (1984), 435-468.