Ιβάν Γ΄ της Ρωσίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ιβάν Γ΄
Ivan III of Russia 3.jpg
Πορτραίτο του «Τιτουλγιάρνικ», 17ος αιώνας.
Μέγας Πρίγκιπας της Μόσχας
Περίοδος εξουσίας
1462 - 1505
Προκάτοχος Βασίλειος Β΄
Διάδοχος Βασίλειος Γ΄
Βασιλικός Οίκος Ρουρικιδών
Γέννηση 22 Ιανουαρίου 1440
Μόσχα
Θάνατος 27 Οκτωβρίου 1505 (65 ετών)
Μόσχα
Πατέρας Βασίλειος Β'
Μητέρα Μαρία του Μπορόφσκ
Σύζυγος Μαρία του Τβερ
Ζωή Σοφία Παλαιολογίνα
Επίγονοι Ιβάν
Βασίλειος Γ'
Γιούρι
Ντμίτρι
Συμεών
Αντρέι
Αλένα
Θεοδοσία
Ευδοκία

Ο Ιβάν Γ΄ Βασίλιεβιτς (ρωσ. Иван III Васильевич, 22 Ιανουαρίου 144027 Οκτωβρίου 1505), ο επονομαζόμενος Μέγας, ήταν Μέγας Πρίγκιπας της Μόσχας καθώς και Μέγας Πρίγκιπας πασών των Ρωσιών» (στα ρωσικά Великий князь всея Руси), γιος του Βασιλείου Β΄ του Τυφλού και της Μαρίας Γιαρόσλαβνα του Μπορόβσκ.

Η πορεία του προς το θρόνο του πατέρα του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιβάν Γ΄ Βασίλιεβιτς ανέβηκε στο θρόνο του δουκάτου του μετά από αρκετές αναμετρήσεις, πολλές φορές αιματηρές, υπερασπιζόμενος τα συμφέροντα του πατέρα του στους δυναστικούς αγώνες με τα αδέλφια και τα ξαδέρφια του. Ένας από τους τελευταίους αυτούς, του είχε εξορύξει τους οφθαλμούς όταν τον έπιασε για λίγο διάστημα αιχμάλωτο.

Η παρουσία του Ιβάν στο πλευρό του πατέρα του είχε ως αποτέλεσμα να αποκτήσει μεγάλη στρατιωτική πείρα και συγχρόνως να ενδιατρίψει στα διοικητικά θέματα του πριγκιπάτου του, που δεν ήταν και τόσο απλά, λόγω κυρίως του μορφωτικού και πολιτιστικού επιπέδου των υπηκόων του. Ήταν ο μεγάλος πρίγκιπας ή δούκας της Μόσχας, ή μάλλον της Μοσχοβίας, όπως ονομαζόταν στην εποχή του η Μόσχα και τα περίχωρά της. Η πολιτική του να συνενώσει, άλλοτε με ειρηνικά μέσα μέσω διαπραγματεύσεων, και άλλοτε δια της βίας, τα μέχρι τότε διάσπαρτα ανεξάρτητα πριγκιπάτα και δουκάτα της Ρωσίας, είχε ως αποτέλεσμα να τριπλασιάσει τα εδάφη της ηγεμονίας του, ενώ συγχρόνως με τη βοήθεια της Σοφίας Παλαιολογίνας ανοικοδομούσε το Κρεμλίνο και τη Μόσχα γενικότερα. Ουσιαστικά έβαλε τα θεμέλια του ρωσικού κράτους.

Υπήρξε ο πρώτος τσάρος της Ρωσίας, αν και οι Δυτικοί ηγεμόνες αναγνώρισαν τον τίτλο αυτόν μόνο μετά την άνοδο του εγγονού του, τον Ιβάν Δ΄ Τρομερό, οποίος δεν παρέλειπε να τους υπενθυμίζει ότι κατάγεται από τη βασιλική δυναστεία των Παλαιολόγων, γιατί η γιαγιά του ήταν η Ζωή Σοφία Παλαιολογίνα, η μικρότερη θυγατέρα του Θωμά Παλαιολόγου και ανιψιά του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ο οποίος έπεσε μαχόμενος για την Ορθοδοξία και για την ανεξαρτησία της πατρίδας του, γεγονός που του προσέδιδε ιδιαίτερη αίγλη μεταξύ του φανατικά ορθόδοξων υπηκόων του.

Ο γάμος του με τη Σοφία Παλαιολογίνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιβάν νυμφεύθηκε τη Ζωή Σοφία Παλαιολογίνα και μέσω του γάμου αυτού διακήρυξε ότι είναι ο νόμιμος κληρονόμος των δικαιωμάτων επί του βυζαντινού θρόνου, τα οποία ήταν περιζήτητα στην τότε μεσαιωνική Ευρώπη, μετά την κατάρρευση της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, δηλαδή του Βυζαντίου.

Να σημειώσουμε ότι ο μεγαλύτερος αδελφός της Ζωής Σοφίας Παλαιολογίνας, ο Ανδρέας Παλαιολόγος, που διήγε έκλυτη ζωή και είχε απορριφθεί από τους περισσότερους Δυτικούς ηγεμόνες, είχε πουλήσει επανειλημμένα τα δικαιώματά του πάνω στο βυζαντινό θρόνο. Μεταξύ άλλων τα πούλησε στο βασιλιά της Γαλλίας και στο βασιλικό ζεύγος της Ισπανίας, τον Φερδινάνδο Β΄ της Αραγωνίας (1452-1516) και την Ισαβέλλα Α΄ της Καστίλλης (1451-1504).

Η κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

«Albus rex» Ιβάν 3ος της Ρωσίας ο Μέγας (1440-1505), H.F. Helmolt (ed.): History of the World, New York, 1901.

Ο Ιβάν Γ΄ διακήρυξε ότι μεταξύ άλλων κληρονομεί και το δικέφαλο αετό των Παλαιολόγων με ό,τι αυτός συνεπάγεται, τον οποίο έκανε θυρεό δικό του και του νεοσύστατου βασιλείου του. Ο δικέφαλος αετός αντικαταστάθηκε από το σφυροδρέπανο επί σοβιετικού καθεστώτος και αποκαταστάθηκε σε εθνόσημο της Ρωσίας, όταν αυτό κατέρρευσε.

Επίσης ο Ιβάν ανακήρυξε τη Μόσχα σε Τρίτη Ρώμη, αφού η Κωνσταντινούπολις, η δεύτερη Ρώμη, όπως είχε χαρακτηρισθεί επί Μεγάλου Κωνσταντίνου, βρισκόταν ήδη υπό οθωμανική κατοχή. Διακήρυξε ακόμα ότι τα πρωτεία του Οικουμενικού πατριαρχείου περιέρχονται στην αρχιεπισκοπή της Μόσχας, που πολύ αργότερα αναβαθμίσθηκε σε πατριαρχείο, μέχρις ότου απελευθερωθεί το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και σταματήσει το καθεστώς να διορίζεται οικουμενικός πατριάρχης από ένα αλλόθρησκο ηγέτη, όπως χαρακτήριζε τον Οθωμανό σουλτάνο. Από τότε ξεκίνησε και η διαμάχη για τα πρωτεία μεταξύ των δύο πατριαρχείων. Συγχρόνως, με την προτροπή της συζύγου του Σοφίας Παλαιολογίνας έλαβε τον τίτλο του καίσαρα (caesar), όπως ανακηρύσσονταν τα άρρενα τέκνα των Βυζαντινών αυτοκρατόρων. Τίτλος που με τη ρωσική γλωσσική παραφθορά έγινε τσάρος. Από την πλευρά της, η Σοφία Παλαιολογίνα εισήγαγε και καθιέρωσε όλο το βυζαντινό τυπικό στο παλάτι του συζύγου της, προκαλώντας τη μήνη και την αντιπάθεια των Βογιάρων αρχόντων, που είχαν συνηθίσει να συναντούν τον Ιβάν στο δρόμο και να συνομιλούν ελεύθερα μαζί του. Με όλες αυτές τις πρωτοβουλίες μεταβλήθηκε ολοκληρωτικά το καθεστώς της Μόσχας και των περιχώρων της και από πριγκιπάτο ή δουκάτο αναβαθμίστηκε σε βασίλειο.

Η ανοικοδόμηση της Μόσχας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Σοφία και ο Ιβάν επικέντρωσαν επίσης τις προσπάθειές τους στο να μεταβάλουν τη Μόσχα από μια ξύλινη παραγκούπολη που ήταν, όταν η Σοφία παντρεύτηκε τον Ιβάν, σε μια μεγαλούπολη. Να σημειωθεί ότι μόλις πριν από ένα αιώνα η Μόσχα ήταν ένας απλός διαμετακομιστικός σταθμός με μερικά παραπήγματα γύρω από τον ποταμό Μοσκβά, μέσω του οποίου, αλλά και του Βόλγα, μεταφέρονταν από το βορρά τα εμπορεύματα στη νότια Ρωσία. Τα σχέδια αυτά για την ανοικοδόμηση και τον καλλωπισμό της Μόσχας γίνονταν για να καταστεί η πόλη αυτή διάδοχος της Κωνσταντινούπολης. Προς το σκοπό αυτό μετακάλεσαν στη Μόσχα διάσημους Ιταλούς αρχιτέκτονες, όπως τον Ριντόλφο Φιοροβάντε, (Ridolfo di Fioravante), οι οποίοι ανοικοδόμησαν το Κρεμλίνο ανεγείροντας μέσα στο χώρο του περίβλεπτες εκκλησίες και παλάτια, καθιστώντας την σε ένα διαρκές σύμβολο δύναμης και δόξας του Ιβάν.

Έτσι το καθεστώς της άλλοτε Μοσχοβίας υπό τον Ιβάν Γ΄ μεταβλήθηκε ουσιαστικά σε βασίλειο και έλαβε περισσότερο αυταρχική μορφή. Σε τούτο συνέβαλαν και οι άλλοτε άρχοντες της Κωνσταντινούπολης, που είχαν ακολουθήσει τη Σοφία στη Μόσχα, αποφεύγοντας τη δουλεία και τον οθωμανικό ζυγό και οι οποίοι φιλοδοξούσαν να δουν τη βυζαντινή Αυτοκρατορία να αναγεννιέται στη Μόσχα.

Η μετατροπή της Μόσχας σε πρωτεύουσα του ρωσικού βασιλείου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι παροτρύνσεις και προτροπές της Σοφίας αλλά και των Βυζαντινών πρώην αρχόντων, που είχαν καταλάβει, λόγω της μόρφωσής και του κοσμοπολίτικου χαρακτήρα τους υψηλά αξιώματα στη μοσχοβίτικη διοικητική ιεραρχία, συνάντησαν το ευήκοον ους του Ιβάν, ο οποίος, αν και συντηρητικός, ήταν φιλόδοξος και επιθυμούσε να καταστήσει την πατρίδα του εξέχουσα δύναμη στη μεσαιωνική Ευρώπη. Με την παρότρυνση της συζύγου του Σοφίας, κατόρθωσε να αποτινάξει τον ταταρικό ζυγό και να απελευθερωθεί από τον χάνο Αχμέτ των Τατάρων, στον οποίο ήταν φόρου υποτελής. Το επίτευγμα αυτό χαρακτηρίσθηκε ως μεγαλειώδες, αφού η υποτέλεια των Ρώσων στους Τατάρους είχε διαρκέσει περί τους δύο αιώνες.

Ο Ιβάν περιόρισε κατά πολύ τις εξουσίες της αριστοκρατικής τάξης της Ρωσίας, τους επιλεγόμενους Βογιάρους, πότε με διαλλακτική πολιτική και πότε με βίαιες ενέργειες εναντίον τους, ώστε να δυνηθεί να φέρει σε πέρας τα φιλόδοξα σχέδιά του. Την εξόντωση των Βογιάρων ολοκλήρωσε ο εγγονός του Ιβάν και της Σοφίας Παλαιολογίνας, ο Ιβάν Δ' της Ρωσίας (ο Τρομερός). Ο χαρακτήρας της κυβέρνησης της Μόσχας υπό τον Ιβάν Γ΄ άλλαξε ουσιαστικά και πήρε δυναμικότερη μορφή. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στην φυσική συνέπεια της ηγεμονίας της Μόσχας προς τα άλλα ρωσικά εδάφη, αλλά και στις αξιώσεις του να αναδειχθεί σε αυτοκρατορία, στα πρότυπα του φίλου του Γερμανού Κάιζερ.

Η μάχη για τη διαδοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Aleksey D. Kivshenko (1851-96). Ο Ιβάν ο Μέγας σχίζει την επιστολή του Μογγόλου Χάνου Αχμέντ, με την οποία ο κατακτητής απαιτούσε τη συνέχιση της καταβολής του φόρου υποτέλειας των Ρώσων προς αυτόν.

Η Σοφία Παλαιολογίνα έδωσε μεγάλο αγώνα για να διασφαλίσει τα δικαιώματα του πρωτότοκου γιου της Βασίλι πάνω στο θρόνο του πατέρα του, και τούτο γιατί ο Ιβάν είχε ένα γιο, τον Ιβάν Ιβάνοβιτς Μολοντόι (Ιβάν τον νεώτερο) από την πρώτη του σύζυγό, την Μαρία του Τβερ. Ο Ιβάν ο νεώτερος όμως πέθανε από ποδάγρα σε νεαρή ηλικία και για το θάνατό του κατηγορήθηκαν αδίκως από τους Βογιάρους τόσο η μητριά του Σοφία όσο και ο πατέρας του Ιβάν, ότι δήθεν τον δηλητηρίασαν. Ο Ιβάν άφησε ένα γιο, τον Ντμίτρι, που είχε αποκτήσει με τη σύζυγό του, Ελένη Στεπάνοβνα της Βλαχίας. Έτσι άρχισε ένας αδυσώπητος αγώνας μεταξύ των δύο μητέρων, της Σοφίας και της Ελένης, για το ποιας γιος θα διαδεχόταν τον Ιβάν Γ΄. Όλα τα επιχειρήματα υπέρ του γιου ή του εγγονού εμφάνιζαν στα μάτια του Ιβάν μια διαβολική και προκλητική ισομοιρία, με αποτέλεσμα να έγκειται πια στη διακριτική ευχέρεια του ίδιου για το ποιον θα χρίσει διάδοχό του.

Τελικά μετά από πολλές διακυμάνσεις και περιπέτειες, με τον Ιβάν Γ΄ να αμφιταλαντεύεται πάντα μεταξύ γιου και εγγονού, επικράτησε η Σοφία και ο γιος της Βασίλι, που τον διαδέχθηκε. Όσο για την Έλενα και το γιο της Ντμίτρι, αυτοί είχαν οικτρό τέλος αφήνοντας την τελευταία τους πνοή στη φυλακή.

Το τέλος του Ιβάν Γ΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά το μεγαλεπήβολο έργο του, ο Ιβάν πέθανε αγνοημένος από τους συμπατριώτες του, που δεν παρέλειπαν να τον κατηγορούν για την συντηρητικότητά του, χαρακτηρίζοντάς τον ακόμα και δειλό. Όμως η Ιστορία τον αναγνώρισε ως Μέγα, τον πρώτο Ρώσο μονάρχη που έλαβε αυτό τον τίτλο πριν από το Μέγα Πέτρο και τη Μεγάλη Αικατερίνη, γιατί κατόρθωσε να αποτινάξει τον ταταρικό ζυγό, να συνενώσει τις διάσπαρτες ηγεμονίες και ανεξάρτητα δουκάτα σε μια ανεξάρτητη, κυρίαρχη και ενωμένη Ρωσία.

Τα λείψανα του Ιβάν Γ΄, του γιου του Βασίλι Β΄ Ιβάνοβιτς ((Василий III Иванович στα ρωσικά) και του εγγονού του Ιβάν Δ΄ Βασίλιεβιτς του Τρομερού (Ива́н IV Гро́зный, στα ρωσικά) φυλάσσονται σε τρεις σαρκοφάγους που βρίσκονται εμπρός από το τέμπλο της εκκλησίας του Αρχαγγέλου, στο Κρεμλίνο, ενώ η σαρκοφάγος της Σοφίας Παλαιολογίνας βρίσκεται ακριβώς από κάτω, στο υπόγειο του ναού.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κροκιδά Κωνταντίνου, Νικολάου Καραμζίνου – Ιστορία της Αυτοκρατορίας της Ρωσσίας, Εξελληνισθείσα εκ του Γαλλικού, στ΄ τόμος, τύποις Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως, Αθήνησι 1857. (Αντίτυπό του υπάρχει στη Βιβλιοθήκη της Βουλής).
  • Никола́й Миха́йлович Карамзи́н (Νικολάϊ Κάραμζιν)Ιστορία του Ρωσικού Κράτους (στα ρωσικά Истории государства Российского) ACT 2006, Μόσχα.
  • Fennell, J. L. I. (1961). “Ivan the Great of Moscow”. London: Macmillan.
  • Fine, John V. A., Jr. (1966). “The Muscovite Dynastic Crisis of 1497 - 1502.” Canadian Slavonic
  • Grey Ian, “Ivan III and the Unification of Russia”, Collier Books, New York1967.
  • Meyendorff John, “Byzantine and the rise of Russia”, St. Vladimir Seminary Press, New York 1989.
  • Obolensky Dimitri, “Byzantium and the Slavs”, St. Vladimir Seminary Press, New York1994.
  • Pierling Paul, "La Russie et l' Orient - Marriage d' un Tsar au Vatican - Ivan III et Sophie Paleologue", Ernest Leroux, Editeur, Paris 1891.
  • Soloviev Sergei, “History of Russia – The Reign of Ivan III the Great”, Academic International Press, Florida, U.S.A.