Ορλάντο ντι Λάσσο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ορλάντο ντι Λάσσο

Ο Ορλάντο ντι Λάσσο (ιταλ. Orlando di Lasso, επίσης Orlande de Lassus, Orlandus Lassus, Roland de Lassus, και Roland Delattre, 1520, 1530 ή 1532 Μονς - 1594 Μόναχο) ήταν Φλαμανδός συνθέτης της όψιμης Αναγέννησης.[1] Θεωρείται σήμερα ο ωριμότερος εκπρόσωπος της Γαλλοφλαμανδικής μουσικής σχολής και ένας εκ των δύο συνθετών που άσκησαν μεγάλη επίδραση στα μουσικά δρώμενα της Ευρώπης (ο άλλος ήταν ο Παλεστρίνα).

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ντι Λάσσο γεννήθηκε στη Μονς της επαρχίας Αινώ (Hainaut) του σημερινού νοτίου Βελγίου - τότε υπό ισπανική κατοχή. Η ακριβής χρονολογία γέννησης δεν είναι γνωστή, οι περισσότεροι βιογράφοι του αναφέρουν ως έτος γέννησης το 1520, αλλά στον επιτάφιό του αναφέρεται το 1532.[2] Σε ηλικία οκτώμιση ετών συμμετείχε ως υψίφωνος στη χορωδία του Αγίου Νικολάου στη Μονς και ο θρύλος αναφέρει ότι ήταν τόσο καλλίφωνος ώστε έπεσε θύμα απαγωγής τρεις φορές από χορωδίες άλλων ναών.[1] Όταν ήταν 12 ετών οι γονείς του συναίνεσαν να ακολουθήσει τον Φερράντε Γκοντσάγκα (Ferrante Gonzaga), Δούκα της Μάντοβα και αντιβασιλέα της Σικελίας[3], ο οποίος τότε βρισκόταν επικεφαλής εκστρατευτικού σώματος στις Κάτω Χώρες. Όντας στην υπηρεσία του Δούκα τον ακολούθησε στα ταξίδια του στο Παρίσι, τη Σικελία, το Μιλάνο και τη Μάντοβα.[4]

Αναφέρεται ότι έκανε μουσικές σπουδές στην Αυλή του βασιλέα της Σικελίας και στη συνέχεια, όταν λόγω ηλικίας υπέστη μεταφώνηση, πήγε στη Νάπολι στην Αυλή του μαρκησίου ντέλλα Τέρτσα (della Terza), όπου παρέμεινε επί τριετία, και στη συνέχεια στη Ρώμη, όπου ανέλαβε αρχιμουσικός (maestro di cappella) στον ιερό ναό του Αγίου Ιωάννη του Λατερανού (1553-54), όντας υπό την προστασία του καρδιναλίου αρχιεπισκόπου Φλωρεντίας, παρά το νεαρότατο της ηλικίας του (21 ετών). Κατά την παραμονή του στη Ρώμη ο Λάσσο συνέθεσε τον πρώτο τόμο των "Λειτουργιών" του για τέσσερεις φωνές και έναν αριθμό μοτέτων για πέντε φωνές, τα οποία εκδόθηκαν στη Βενετία.[2] Στη θέση αυτή, όμως, παρέμεινε μόνο επί περίπου ένα χρόνο, καθώς το 1555 αποχώρησε για να επισκεφθεί τους άρρωστους γονείς του στη Μονς. Τον διαδέχτηκε στη θέση αυτή ο Παλεστρίνα, αλλά ο ντι Λάσσο δεν πρόλαβε ζωντανούς τους γονείς του.[5]

Η γενέτειρά του δεν του προσέφερε κατάλληλο πεδίο δραστηριοτήτων. Πέρασε κάποιο διάστημα ταξιδεύοντας στη Γαλλία και στην Αγγλία και τελικά εγκαταστάθηκε στην Αμβέρσα επί περίπου δύο χρόνια. Εκεί εξέδωσε και άλλες συνθέσεις του, ανθολογίες από μαδριγάλια, "βιλλανέσκας", άσματα (σανσόν) και μοτέτα. Παράλληλα, την ίδια εποχή ολοκληρώθηκε και η έκδοση των έργων του στη Βενετία. Το 1556 εκδόθηκε, με την υποστήριξη του αξιωματούχου της Εκκλησίας Αντουάν Περενό ντε Γκρανβέλ (Antoine Perrenot de Granvelle), ένας ακόμη τόμος με έργα του, με συνέπεια η μουσική του να γίνει ευρύτερα γνωστή στην Ευρώπη. Η φήμη του έφθασε ως την Αυλή του Δούκα της Βαυαρίας Αλβέρτου Ε΄. Ο Δούκας, με υπόδειξη του Γκρανβέλ και του Βαυαρού τραπεζίτη Γιάκομπ Φούγκερ (Jakob Fugger) τον προσκάλεσε στο Μόναχο το 1556 και αρχικά τον προσέλαβε ως χορωδό και ύστερα ως μαέστρο της χορωδίας (1563). Το 1558 νυμφεύτηκε την Ρεγγίνα Βέκινγκερ (Regina Wäckinger), θυγατέρα ενός αξιωματούχου της Αυλής του Δούκα με την οποία απέκτησαν δύο γιούς, τον Φέρντιναντ και τον Ρούντολφ, οι οποίοι έγιναν και οι δύο μουσικοί.

Μινιατούρα του Μίλιχ: Ο ντι Λάσσο διευθύνει τη χορωδία του

Το 1568 έγινε ο γάμος του γιου του Δούκα, Γουλιέλμου του Ε΄ με την Ρενέ της Λωρραίνης. Ο ντι Λάσσο έγραψε τη μουσική για τις γιορταστικές εκδηλώσεις και έπαιξε ο ίδιος ως ηθοποιός στην Commedia dell' Arte, όπως αναφέρει ο χρονικογράφος Μάσσιμο Τροϊάνο (Massimo Troiano). Στην αλληλογραφία του με τον Δούκα Αλβέρτο αποκαλύπτεται ότι ήταν έξυπνο και καλλιεργημένο άτομο, ενώ είχε αρκετή οικειότητα με τον προστάτη του. Δύο μινιατούρες του ζωγράφου της δουκικής αυλής Χανς Μίλιχ (Hans Mielich) που περιλαμβάνονται σε χειρόγραφο της κρατικής Βιβλιοθήκης του Μονάχου δίνουν πολύτιμες πληροφορίες απεικονίζοντας σκηνές μουσικών εκτελέσεων του ντι Λάσσο και των μουσικών του.[3]

Κατά την παραμονή του στη θέση του αρχιμουσικού ταξίδευε συχνά για να βρει τραγουδιστές και εκτελεστές οργάνων για το μουσικό "ίδρυμα" της δουκικής αυλής που μεγάλωνε με ταχύ ρυθμό. Επισκέφθηκε τη Φλάνδρα, τη Φρανκφούρτη και, ιδιαίτερα, τη βόρεια Ιταλία. Σύντομα η παρουσία του ντι Λάσσο έκανε το Μόναχο ένα από τα πλέον διάσημα κέντρα μουσικής στην Ευρώπη, αποτελώντας παράλληλα πόλο έλξης νέων συνθετών (ανάμεσα σε αυτούς και οι Τζιοβάννι Γκαμπριέλι και Αντρέα Γκαμπριέλι για να μελετήσουν μουσική και να εργαστούν εκεί. [3]

Ύστερα από τον θάνατο του Αλβέρτου, αν και η χορωδία του μειώθηκε αριθμητικά, ο ντι Λάσσο επέλεξε να παραμείνει στη θέση του. Ο Αλβέρτος είχε προβλέψει ώστε ο ταλαντούχος μουσικός να εξακολουθήσει να αμείβεται κανονικά ως το τέλος της ζωής του. Έτσι, ο ντι Λάσσο παρέμεινε στο Μόναχο ως τον θάνατό του το 1594.

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ντι Λάσσο υπήρξε ένας από τους παραγωγικότερους, ευπροσάρμοστους και "οικουμενικούς" συνθέτες της όψιμης Αναγέννησης. Δημιούργησε περισσότερες από 2.000 συνθέσεις με στίχους στα λατινικά, στα γαλλικά, στα ιταλικά και στα γερμανικά και σε αντίστοιχες τοπικές διαλέκτους. Στα έργα του περιλαμβάνονται 60 λειτουργίες, 4 συνθέσεις των "Παθών" (μία για κάθε Ευαγγελιστή), επτά "Ψαλμοί μετανοίας" του Δαβίδ (Psalmi Davidis poenitentiales), περίπου 530 μοτέτα, 175 μαδριγάλια και βιλανέλλε, 150 γαλλικά "σανσόν" και 90 γερμανικά "λίντερ". Δεν είναι γνωστά (ή δεν έχουν διασωθεί) έργα του για οργανικά σύνολα. Προλογίζοντας τη συλλογή των λίντερ του, ο ντι Λάσσο αναφέρει ότι έγραψε τραγούδια και στα ολλανδικά, ωστόσο κανένα έργο του σε αυτή τη γλώσσα δεν είναι γνωστό. Μελοποίησε κείμενα των Πετράρχη, Αριόστο και Τζάκοπο Σαννατσάρο (Jacopo Sannazaro), των Γάλλων ποιητών Κλεμάν Μαρό (Clement Marot), Πιέρ ντε Ρονσάρ (Pierre de Ronsard), Ζοακίμ ντι Μπελέ (Joachim du Bellay) και Ζαν-Αντουάν ντε Μπαΐφ (Jean-Antoine de Baïf). Το στυλ μελοποίησης αυτών των κειμένων καλύπτει σχεδόν όλο το φάσμα της παραγωγής της σταδιοδρομίας του.[3]

Το 1604 οι δύο γιοι του εξέδωσαν μια συλλογή από 516 υπό τον τίτλο "Magnum opus musicum", την οποία ακολούθησε, το 1609, η έκδοση σχεδιασμάτων για περίπου 100 "Μαγκνίφικατ" υπό τον τίτλο "Magnum opus musicum". Το 1894 οι Χάμπερλ και Σαντμπέργκερ ξεκίνησαν την έκδοση των "Απάντων" του συνθέτη σε εξήντα τόμους.[2]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα