Αναγεννησιακός ουμανισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο «Άνθρωπος του Βιτρούβιου» του Λεονάρντο Ντα Βίντσι αντανακλά την επίδραση που άσκησαν οι συγγραφείς της κλασικής αρχαίοτητας στους ανθρωπιστές της Αναγέννησης.

Με τον όρο αναγεννησιακός Ουμανισμός («Ουμανισμός» σημαίνει «ανθρωπισμός», μεταφορά από το νεολατινικό Humanismus) αναφερόμαστε στην πνευματική κίνηση που εκδηλώθηκε στη δυτική Ευρώπη, κατά το τέλος του Ύστερου Μεσαίωνα, συγκεκριμένα από το 1400 έως και το 1650, με την αρχή της περιόδου της Αναγέννησης.

Είναι ρεύμα πνευματικό, που στόχευε στην πολιτιστική και εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του θεοφοβικού μοντέλου που επικρατούσε ως τότε. Χαρακτηρίζεται από την επιστροφή στην αρχαία κείμενα, ως ένα μοντέλο ζωής, γραφής και σκέψης. Γενικότερα ο όρος Humanitas /Ανθρωπιστής νοείται ως ο πολιτισμός που ολοκληρώνοντας τις φυσικές ιδιότητες του ανθρώπου, τον κάνει άξιο του ονόματός του.

Προσωπογραφία του Γαλιλαίου

Αυτή η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τα αρχαία κείμενα, και η προσπάθεια εξύψωσης του ανθρώπινου πνεύματος στην κριτική και ορθολογική του διάσταση με επιστροφή στις κλασικές πηγές της Ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας[1] ξεκίινησε από τη Φλωρεντία και την Νάπολη[2].

Οι Ανθρωπιστές της Αναγέννησης χαρακτηρίζονται από την βούληση τους να ερευνήσουν αρχαία κείμενα και να αφομοιώσουν τις αξίες του κλασικού κόσμου σε όλα τα επίπεδα, από την τέχνη μέχρι και την μελέτη πρακτικών και φυσικών επιστημών. Στους Ανθρωπιστές της Αναγέννησης επικρατεί η έντονη αίσθηση του ατόμου να κατανοήσει και να αλλάξει τόσο τον εαυτό του όσο και τον κόσμο, αναζητώντας ορθολογικές απαντήσεις και όχι θρησκευτικές. Ως κίνημα αποτελεί την εκβάθυνση ή και την απάντηση που προσέφερε η περίοδος της Αναγέννησης στο ρεύμα του Σχολαστικισμού του Μεσαίωνα.

Το Τέλος των Σκοτεινών Αιώνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ανθρωπιστές της Αναγέννησης άφησαν πίσω τους το Θεοφοβούμενο μοντέλο του Μεσαίωνα στο οποίο το άτομο προσπαθούσε να κατανοήσει και να αλλάξει τόσο τον εαυτό του όσο και τον κόσμο αναζητώντας θρησκευτικές απαντήσεις, με προσευχή και εξιλέωση. Ο Μεσαίωνας έμεινε γνωστός ως η περίοδος των Σκοτεινών Αιώνων, επιρρεπής σε επιδημίες όπως την Μαύρη πανώλη ακριβώς επειδή η Θεολογία είχε πρωταρχικό ρόλο στις σχολές εκτοπίζοντας και τοποθετώντας την μελέτη πρακτικών και φυσικών επιστημών στο περιθώριο. Η μεσαιωνική κοινωνία δεν κατείχε ιατρικές απαντήσεις αλλά σύστηνε προσευχή και εξιλέωση, καραντίνα των αρρώστων και φυγή των υγιών ατόμων. Επηρεασμένοι από τη σύγκριση με την περίοδο της Αναγέννησης και της έντονης καλλιέργειας των ανθρωπιστικών επιστημών, οι ιστορικοί, κυρίως της εποχής του Διαφωτισμού, χαρακτήρισαν το Μεσαίωνα περίοδο θρησκευτικού φανατισμού και οπισθοδρόμησης[3].

Ουμανισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος ουμανιστής ή ανθρωπιστής χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά τον 14ο αιώνα και αναφερόταν σε όσους δίδασκαν τις λεγόμενες ελευθέριες τέχνες (γεωμετρία, γραμματική, ποίηση, ρητορική και ηθική φιλοσοφία). Ο ουμανισμός ενθάρρυνε το ενδιαφέρον των ανθρώπων για την τέχνη, για την κλασική αρχαιότητα και την ανθρώπινη φύση. Έδινε έμφαση στον λόγο και στην έρευνα και αμφισβητούσε την θεολογική παράδοση που εξύψωνε το θείο και υποβίβαζε καθετί γήινο ως αμαρτωλό και διεφθαρμένο. Οι καλλιτέχνες αναπαριστούσαν το θείο χρησιμοποιώντας ως μοντέλα καθημερινούς ανθρώπους. Πίστευαν στη σημασία της εκπαίδευσης και στην πεποίθηση ότι η τέχνη μπορούσε να κωδικοποιηθεί σε κανόνες που θα εξυπηρετούσαν τους σκοπούς της διδασκαλίας. Ανάμεσα στους σημαντικότερους ουμανιστές καλλιτέχνες ήταν οι Ραφαήλ, Λεονάρντο ντα Βίντσι, Ντονατέλο, Τιντορό και Τιτσιάνο. Στην ακαδημαϊκή διδασκαλία, ο Πουσέν ήταν ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους της εποχής του.

Ο ουμανισμός ήταν η κινητήρια δύναμη πίσω από την ανάδυση των κλασσικών θεμάτων στην αναγεννησιακή τέχνη καθώς και της αναγέννησης της κλασικής αρχιτεκτονικής με τις ορθολογιστικές αρχές του σχεδίου και την έμφαση στην συμμετρία και την αναλογία.

Στην Ιταλία την εποχή αυτή, εγκαθιδρύθηκε ένα "ανθρωπιστικό" ή "ουμανιστικό" εκπαιδευτικό πρόγραμμα που κέρδισε πολύ γρήγορα την αποδοχή των ανώτερων τάξεων. Ήδη από τα μέσα του δέκατου πέμπτου αιώνα, οι ανώτερες τάξεις λαμβάνουν την ονομαζόμενη "ανθρωπιστική εκπαίδευση", Studia Humanitatis, την μελέτη βασικά της Ελληνικής γλώσσας, της γραμματικής, της ρητορικής, της ιστορίας, την ποίησης και της ηθική φιλοσοφίας στα Πανεπιστήμια της εποχής.[4][5]. Οι μεταρρυθμίσεις στα Πανεπιστήμια της εποχής, το ρεύμα αυτό στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις για μελέτη και ανάλυση ξανά των χαμένων εώς τότε κλασσικών Ελληνορωμαϊκών θεμάτων, θα δημιουργήσουν τις συνθήκες για την μετέπειτα εξέλιξη του δυτικού κόσμου αν αναλογιστεί κανείς πως, ανάμεσα σε άλλους, ο Γαλιλαίος, ο Γιοχάνες Κέπλερ έζησαν την εποχή του αναγεννησιακού ουμανισμού και ο Ισαάκ Νεύτων με το τέλος της εποχής αυτής.

Επίσης, την ίδια εποχή, μερικοί από τους ανώτερους αξιωματούχους της Καθολικής Εκκλησίας ήταν ανθρωπιστές ή ουμανιστές, άτομα με αρκετούς οικονομικούς πόρους για τη συγκέντρωση σημαντικού αριθμού βιβλίων και την δημιουργία βιβλιοθηκών. Ένας από αυτούς ήταν και ο καρδινάλιος Βασίλειος Βησσαρίων λόγιος της εποχής του, υποψήφιος Πάπας. Ο Πάπας Ιννοκέντιος Ζ΄ θεωρείται ο πρώτος ανθρωπιστής Πάπας[6].

Μία λίστα με μερικά ονόματα Ουμανιστών είναι η εξής:

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Ουμανισμός», Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη, Β΄ Έκδοση
  2. Franco Cardili (historical)
  3. Mommsen "Petrarch's Conception of the 'Dark Ages'" Speculum
  4. «Ο Ιταλικός Ουμανισμός στην πρώτη χρονικά μορφή του, παράλαβε συγκεκριμένο περιεχόμενο γραμματικής και ρητορικής παράδοσης όπως διδασκόταν στον Μεσαίωνα. Αυτή την ύλη την εμπλούτισε, αυξάνοντας το περιεχόμενο και την ποιότητα της γραμματικής και της ρητορικής διδασκαλίας στα Πανεπιστήμια της εποχής.» —Paul Oskar Kristeller, Renaissance Thought II: Papers on Humanism and the Arts (New York: Harper Torchbooks, 1965), p. 178.
  5. Δείτε επίσης Kristeller's Renaissance Thought I, "Humanism and Scholasticism In the Italian Renaissance", Byzantion 17 (1944–45), pp. 346–74. Reprinted in Renaissance Thought (New York: Harper Torchbooks), 1961.
  6. James Hankins, Plato in the Italian Renaissance (New York: Columbia Studies in the Classical Tradition, 1990), σελ. 49