Τσιμαμπούε

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Maestà, π. 1270, Λάδι σε ξύλο, 427x280 εκ., Μουσείο Λούβρου, Παρίσι

Ο Τσιμαμπούε (Cimabue, περ. 12401302), γνωστός επίσης με το πραγματικό του όνομα Τσέννι ντι Πέπο (Τζοβάννι) Τσιμαμπούε (Cenni di Pepo (Giovanni) Cimabue) ή Μπενβενούτο ντι Τζουζέππε (Benvenuto di Giuseppe), ήταν Ιταλός ζωγράφος με καταγωγή από τη Φλωρεντία. Θεωρείται ο τελευταίος σημαντικός Ιταλός καλλιτέχνης που ακολούθησε τη βυζαντινή τεχνοτροπία, η οποία κυριάρχησε στην πρώιμη μεσαιωνική ιταλική ζωγραφική. Από το σύνολο του έργου του ξεχωρίζουν τα ψηφιδωτά που φιλοτέχνησε, ενώ ο ίδιος θεωρείται ως ο καλλιτέχνης που ανακάλυψε τον Τζιότο του οποίου υπήρξε πιθανά δάσκαλος. Το έργο του έθεσε τις βάσεις πάνω στις οποίες στηρίχθηκαν μεταγενέστεροι ζωγράφοι, όπως ο Τζιότο και ο Ντούτσιο, κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα. Ο σύγχρονός του Δάντης εκτιμούσε ιδιαίτερα το έργο του και τον είχε κατατάξει ανάμεσα στους μείζονες Ιταλούς ζωγράφους της εποχής[1], όπως έκανε πολύ μεταγενέστερα και ο Τζόρτζιο Βαζάρι.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, λεπτομέρεια ψηφιδωτού, Καθεδρικός Ναός Πίζας, Ιταλία

Σημαντικό μέρος των πληροφοριών που διαθέτουμε για τη ζωή και το έργο του Τσιμαμπούε προέρχεται από τους Βίους του Τζόρτζιο Βαζάρι, έργο που ολοκληρώθηκε περίπου 250 χρόνια μετά το θάνατό του. Σύμφωνα με τον Βαζάρι, ο Τσιμαμπούε γεννήθηκε το 1240 και πέθανε το 1300, αν και υπάρχουν ιστορικά αρχεία που βεβαιώνουν την παρουσία του στην Πίζα το 1302. Το όνομα Τσιμαμπούε (μεταφράζεται κεφάλι ταύρου) υπήρξε ψευδώνυμο, το οποίο όμως φαίνεται πως διατηρήθηκε στη διάρκεια του χρόνου και αποτέλεσε τελικά οικογενειακό όνομα.

Δεν διαθέτουμε παρά ελάχιστες πληροφορίες σχετικά με την εκπαίδευσή του. Ο Βαζάρι αναφέρει πως από μικρή ηλικία, ο Τσιμαμπούε έδειξε πως διέθετε κλίση προς τη ζωγραφική καθώς και ότι μαθήτευσε στο πλευρό Ελλήνων βυζαντινών καλλιτεχνών που εργάζονταν στη Φλωρεντία. Αν και η αναφορά αυτή ενδεχομένως να μην είναι ακριβής, είναι βέβαιο πως ο Τσιμαμπούε επηρεάστηκε από τους Ιταλούς βυζαντινούς ζωγράφους Τζούντα Πιζάνο (Giunta Pisano) και Κόππο ντι Μαρκοβάλντο (Coppo di Marcovaldo), αποτελώντας πιθανά μαθητή του τελευταίου.

Κρίνοντας από τις παραγγελίες που ανέλαβε ο Τσιμαμπούε, φαίνεται πως αποτελούσε διακεκριμένο ζωγράφο της εποχής του, ενώ σχετικά μικρός αριθμός έργων του διασώζεται έως σήμερα. Το νεότερο από τα έργα που φιλοτέχνησε είναι ένα ψηφιδωτό του Αγίου Ιωάννη του Ευαγγελιστή, για τον καθεδρικό ναό της Πίζας, που χρονολογείται στα 1301-1302. Ανάμεσα στα πιο γνωστά έργα του, τοποθετούνται δύο μεγάλες νωπογραφίες που ανέλαβε να φιλοτεχνήσει την περίοδο 1288-1290 για την εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης, μία Σταύρωση για την εκκλησία της Santa Croce της Φλωρεντίας, καθώς και η εικόνα της Παναγίας για το ιερό της εκκλησίας της Αγίας Τριάδας, στη Φλωρεντία. Ο Τσιμαμπούε ακολούθησε αρκετά πιστά τη βυζαντινή παράδοση, ωστόσο θεωρείται πως παράλληλα καινοτόμησε, κυρίως μέσα από τη μεγάλη εκφραστικότητα των προσώπων που απεικόνισε και των συναισθημάτων που μεταφέρουν.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ο Δάντης αναφέρει τον Τσιμαμπούε στη Θεία Κωμωδία και τον τοποθετεί στο Καθαρτήριο: «Της ζωγραφιάς θαρρούσε ο Τσιμαμπούε πως είχε τα πρωτάτα, ο Γκιότος τώρα νικάει, και πέφτει ο πρώτος στη σκοτεινιά», Θεία Κωμωδία (μφ. Νίκος Καζαντζάκης), Καθαρτήριο, Τραγούδι ΙΑ', στ. 94-96. Πρόκειται για την πρώτη πηγή με αναφορά στον Τσιμαμπούε.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Giorgio Vasari, Le vite de' più eccellenti pittori, scultori, e architettori, 1550 (Τζόρτζιο Βαζάρι, Οι βίοι των εξοχοτέρων ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων -αποσπασματική ελληνική μετάφραση από τον Στέλιο Λυδάκη, "Κανάκης", 1995)
  • Eugenio Battisti, Cimabue, Pennsylvania State Univ Pr, 1966
  • "Cimabue", Encyclopædia Britannica, 2005

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα